
σποραδικά
Και αν είναι ο Τζώνης, ο μπόγιας;
Γιώργος Ρωμανός
16/5/1947
[…στα ηχεία η φωνή του Γιώργου Ρωμανού…]
Έφθασε το βαποράκι στη μικρή προβλήτα. Οι άνθρωποι του λιμανιού δέσανε τα σχοινιά, τις δεσποινιδούλες συνέτρεξαν μην τύχει και πατήσουν το βολάν τους και ριχτούν μες στην άβυσσο. Και να τα βλέμματα και οι ευγένειες από αυτούς τους ανθρώπους τους λαϊκούς που λίγο αργότερα θα φέρνουν βόλτες στο μωσαϊκό της ταβέρνας, κρατώντας αμίλητη την πίκρα της ζωής τους.
Στάθηκα στη στάση του αστικού ανάμεσα σε λουόμενους, ομπρέλες, φορητά ψυγειάκια, παιδιά, μανάδες, φωνές, χαρές και οδύνες παιδικές που θα ξεχαστούν τόσο μα τόσο γρήγορα.
Μόνον εκείνος ο γέρος δεν γελούσε, μήτε που συμμεριζόταν αυτό το ξεφάντωμα του θέρους. Μόνον κάτι μουργούραγε, δεν το ξεχώριζα. Λίγο αργότερα, απάνω στην κόχη του ρεφραίν μου θύμισε το ωραίο τραγουδάκι. “Ο Τζώνυς, είμαι ο μπόγιας, τους φίλους μου έχω σφάξει, χάιχο, χάιχο”. Δεν γνώριζε προφανώς τους υπόλοιπους στίχους και όλο έλεγε το ρεφραίν και χτυπούσε το πόδι του στο πλακόστρωτο.
Τότε ήταν που θυμήθηκα την ιστορία εκείνου του τραγουδιού. Το ‘λεγε με τη χαρακτηριστική του φωνή ο Γιώργος Ρωμανός. Έπειτα συλλογίστηκα μην έτυχε και οι στίχοι του τραγουδιού υπήρξαν αληθινοί. Διότι αν αυτός ήταν ο Τζώνης ο μπόγιας, τότε κινδύνευα και εγώ να πέσω θύμα σφαγής πραγματικής. Η ανάσα μου κόπηκε, σαν άκουσα να μιλούν δυο άνθρωποι του λιμανιού που ‘χαν πιάσει τον ίσκιο παράμερα.
“Έπιασε πάλι το τραγούδι. Κάνε να μην τον μαλώσει κανείς και θυμηθεί πως είναι του λόγου του ο Τζώνης ο μπόγιας που ‘χει σφάξει τους φίλους του”. Δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο. Έκανα νόημα στο αγοραίο που αποκοιμιότανε κάτω από την καρυδιά. Μόλις ξεκινήσαμε, είπα μονάχος μου, “ευτυχώς, σώθηκα!” Ο αυτοκινητιστής το αντιλήφθηκε και είπε μονάχα με νόημα κοιτάζοντας από τον καθρέφτη της παλιάς Μερσεντές. “Χάιχο, Χάιχο…” Και έσκασε στα γέλια, αφού η μουσική ποτέ δεν σκοτώνει τους φίλους σου. Για τους άλλους, τους τρίτους, ούτε λόγος.
Πρόσωπα
Αντώνης Φωστιέρης
16/5/1953
[…στα ηχεία Pale, Blue Eyes…]
ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
Ένα παιδί κοιμάται στο μουσείο
Εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια.
Τα κόκαλά του φρίξαν απ’ το κρύο
Γεμίσαν τρύπες απ’ το πείσμα του αμετάκλητου.
Ένα παιδί σηκώνεται τη νύχτα απ’ το κρεβάτι του
Ανοίγει τις κουρτίνες στο φεγγάρι
Τ’ άγριο φως το τρόμαξε υπνοβατεί στη στέγη
Λίγο ακόμα θ’ ανεβεί στα σύννεφα
Λίγο ακόμα θα ξηλώσει τ’ άμφια του Θεού.
Ψέματα ψέματα ένα παιδί κοιμάται στο μουσείο
Οι αιώνες κελαρύζουν μέσα του κρύο νερό
Οι αιώνες στα μηνίγγια του βουίζουν μέλισσες
Μυρμήγκια οι αιώνες γύρω από το στρώμα του
Λίγο ακόμα θα ξεσκίσει την κουρτίνα του ύπνου του
Θα σηκωθεί ν’ αγκαλιαστούμε κλαίγοντας.
Αν θέλεις να μάθεις για τι πράγμα σου μιλώ, πήγαινε κάποιο πρωί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο όποιας πολιτείας του κόσμου επιθυμείς. Μην δαπανηθείς σε οτιδήποτε άλλο, μόνο πάρε τους διαδρόμους που βγάζουν σε εκείνο το “παιδί τεσσάρων χιλιάδων ετών” που δεν παίζει και δεν γελά, μονάχα στέκει ακίνητο μες στην ατέλειωτη θαμπάδα του χρόνου σε κάθε μουσείο αυτού του κόσμου. Ίσως νιώσεις πως μες στα μάτια του έχει την πίκρα του ανεκπλήρωτου, ίσως στις άκρες των χειλιών του τραγουδάει τον καιρό ένα “ηλεκτρικό πουλί στα χείλη της αβύσσου”. Κανείς δεν το ξέρει, μόνο σαν καθαρή και στιγμιαία εντύπωση απομένει πια.
Στάσου και κοίταξέ το που ετοιμάζεται να ξεμυτίσει από τ’ανοιχτό παράθυρο, να ανταμώσει τους αιώνες που του στέρησε το υλικό του. Μοιάζει με κάθε άλλο παιδί, μοιάζει με εμάς πριν από χρόνια. Ξέρετε, καμιά φορά αυτό το παιδί και ένα ποίημα κατορθώνουν να μας συγκινήσουν, επειδή μετά από τέσσερις χιλιετίες επιτέλους συναντούμε στην ακινησία τους τον εαυτό μας που μετατοπίζεται αργά, σαν βαρύ και ανυπολόγιστο εκκρεμές προς τη λήθη.
Στάσου και δες, λοιπόν, τι πάει να πει απόλυτη σωματική μαρμαρυγή και πώς ένας ποιητής κατορθώνει να ανοίξει τα χέρια του αρχαίου παιδιού, απελευθερώνοντας μέσα από τις χούφτες του όλους τους ανέμους και όλες μαζί τις πιθανότητες. Στάσου και κλάψε και τσάκισε με αυτούς τους στίχους του Αντώνη Φωστιέρη, το μικρό θαύμα του αδιανόητου που σε προσμένει, τα μάγια λύσε και χάρισε δυο τρεις λέξεις σε εκείνο που περιμένει την αφήγηση. Στους δρόμους έξω, μες στην πολυκύμαντη καρδιά εκεί που η ποίηση διδάσκει τρόπους να προσεγγίζει κανείς το ανέφικτο, θα χαθεί το παιδί για πάντα.
Χρόνια μετά, οι στίχοι του Αντώνη Φωστιέρη, στραφταλίζουν σαν λέπια πελώριων ψαριών. Έχουν με βεβαιότητα κερδίσει ένα μικρό, τόσο δα και για αυτό απέραντο, μερίδιο αθανασίας. Όπως και εκείνο το παιδί των “τεσσάρων χιλιάδων ετών” που επιμένει να με συγκινεί. Μες σε συλλογές και σε μουσεία.
Πρόσωπα
Κυρά της Ρω
Δέσποινα Αχλαδιώτη
1890 -13 Μαΐου 1982
[…στα ηχεία, Βιολέτα Ίκαρη – Ερημοπούλι…]
Τώρα που θα ταξιδέψεις τριγύρω τα νησιά, τώρα που θα βγεις στο πέλαγο, μην λησμονήσεις να κοιτάξεις κατά το νοτιά. Όπου και αν είσαι θα ιδείς να σαλεύει η μεγάλη και ωραία σημαία της Ρω. Ένα τόσο δα νησάκι, μονάχο του πορεύεται μες στο ωραίο πέλαγο. Το χτυπούν οι άνεμοι μα όλα τα υπομένει, επειδή πάνω σε τούτη τη γη έμελε να ζήσει η περίφημη Δέσποινα Αχλαδιώτη, η ξακουστή Κυρά.
Θυμήσου να την χαιρετήσεις με το λευκό σου μαντίλι. Κανέναν και τίποτε δεν προσμένει. Τη ζωή της λέει, την έδωκε θυσία σε μια σημαία. Την είχε ράψει μονάχη της με κλωστή από την καρδιά της. Σήμερα σκεπάζει ολάκερο το Αιγαίο, σαν ίσκιος μιας Ελλάδας ανυποχώρητης που λάμνει μες στα νερά μονάχη της. Κατέχει τη μνήμη των πετρωμάτων, γνωρίζει απ’έξω όλα τα ανεμολόγια και σαν φυσά ο αρχαίος, παλιός καλός άνεμος, στέκει μια στιγμή να χαρεί τούτη τη μυριστική την άβυσσο.
Τι να φτουρήσουμε εμείς εμπρός στην Κυρά; Μικροί πολύ, ήρωες που οι πράξεις τους δεν θα γεννήσουν καμιά συγκίνηση, πώς να συγκριθούμε εμείς με την Δέσποινα; Έζησε σε εκείνο το νησί ολόκληρη τη ζωή της. Μονάχα με το θάνατό της χάθηκε από τ’ακρογιάλι τ’αθάνατο που ευθύς περνάει στα σχήματα της ζωής μας τα υψηλά και τα ανεκπλήρωτα.
Κάθε φορά που τη θυμάμαι, στο νου μου η Κυρά της Ρω μοιάζει με την τρελή ροδιά. Μιλώ για εκείνο το ποίημα που αρχινά λέγοντας, “σε αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς, σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά που σκιρτάει στο φως”.
Είναι η τρελή ροδιά λοιπόν, ποιητή. Είναι η Δέσποινα που σήμερα επανέρχεται μέσα από τα “πέρατα του ύπνου της”, η ίδια είναι που “σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο”.
Ενός λεπτού σιγή για την Κυρά της Ρω και ένα λευκό μαντίλι στο φόντο των νησιών που ξαναγεννιούνται σαν τα ποιήματα αρχές καλοκαιριού.
Τρέισι Έμιν
Το Κρεβάτι
Κάπως έτσι θα μοιάζει το κρεβάτι ενός κοριτσιού στην Αθήνα, το Μιλάνο, την Πράγα, την Νέα Υόρκη, την Θεσσαλονίκη, τον Βόλο ή την Ναντ. Δεν έχει σημασία πού ζει αυτό το κορίτσι. Σημασία έχει πως αργά ή γρήγορα θα πρέπει να αναμετρηθεί και ας μην το ξέρει, με τον εαυτό της. Κάποια νύχτα δίχως γρήγορους έρωτες και βιαστικά αντίο, θα θυμηθεί την παιδική της ηλικία. Για όλα θα ευθύνεται ένα μικρό λούτρινο παιχνίδι, λίγο παράμερα από όλον αυτόν τον εξοπλισμό της καθημερινής ζωής. Η Τρέισι Έμιν αφήνει στην άκρη το τρυφερό αυτό αντικείμενο , κάνοντας το να μοιάζει με την άκρη του νήματος που πια δεν σε πηγαίνει πουθενά.
Πλάι στο κρεβάτι της Έμιν που συνιστά μια ωδή για τα κορίτσια αυτού εδώ του αιώνα, θα βρει κανείς το άδειο μπουκάλι που δεν διαθέτει πια τίποτε ποιητικό. Μόνο έξη σημαίνει και θλίψη, αυτή η ίδια θολή μποτίλια που βρήκε κάποτε στέγη στους στίχους του Ρεμπό. Χαρτιά, κουτιά από φάρμακα, καλσόν, προϊόντα αδυνατίσματος, παλιές εφημερίδες. Αν κανείς παρατηρήσει τις ημερομηνίες θα καταλάβει πόσο γρήγορα περνούν οι μέρες, τα χρόνια, η ζωή μας η ίδια. Είναι απίστευτο με πόσους τρόπους η εποχή μας μετράει το χρόνο που ποτέ δεν επιστρέφει.
Μες στα τσαλακωμένα σκεπάσματα θα βρει κανείς το σχήμα του σώματός της, λίγο από το μακιγιάζ της που στεγνώνει πάνω στις βλεφαρίδες της, χρόνια τώρα. Κάπου ανάμεσα στα πράγματα αυτού του τόσο προσωπικού οικοσυστήματος θα βρει ψηφίδες του εαυτού της, κραυγές από δύσκολες νύχτες, αντίο αποχωρισμών που πόνεσαν περισσότερο. Τα χρόνια της βαλμένα κάτω από τα μαξιλάρια, σημειώσεις από γεγονότα και ανθρώπους που δαπανήθηκαν. Φαγητά που ετοιμάζονται μες σε δυο λεπτά και μια απέραντη πινακοθήκη από τα αντικείμενα με τα οποία προσπαθεί να γεμίσει τη ζωή της.
Πριν από χρόνια, για το θέατρο που τόσο αγάπησε ο Κωστής Γεωργουσόπουλος γράφει πως “το έργο είναι ένα δράμα που παίζεται στο εσωτερικό της γλώσσας”. Στην περίπτωση του ακίνητου θεάτρου της Έμιν, το δράμα παίζεται στο κρεβάτι. Άρρωστη ή ερωτευμένη, κανείς δεν ξέρει, η εποχή μας αναδεικνύει το πιο προσωπικό θέατρο. Η Τρέισι Έμιν μοιάζει να έχει αναμετρηθεί κάποτε με όλα αυτά τα φοβερά. Κανείς δεν ξέρει αν κέρδισε στα σημεία για το δικό της καλό. Μόνο πως θυμάται επαληθεύει αυτή η σκηνή που έρχεται από τα πιο σκοτεινά, τα αιώνια κοριτσίστικα δωμάτια με τις χιλιάδες ρωγμές και την περαστική, ναι πάντα περαστική και για αυτό μοναδική, ομορφιά.
Α.Θ
