Το αίμα του Μάη

© Martin J. Dain

λεπτομέρειες από
την εγκαυστική
των ημερών

 

Εξακόσιες χιλιάδες
1η Μαϊου 1886, Σικάγο, ανταπόκριση μέσα από τις σελίδες της ιστορίας

[…στα ηχεία, Ελένη Βιτάλη – Πρωτομαγιά…]

Στους παγωμένους δρόμους του σημερινού Σικάγο κανείς και τίποτε δεν θυμίζει εκείνη τη μέρα. Ο κόσμος περνούσε στη λεγόμενη πρώτη βιομηχανική επανάσταση. Μια νέα τάξη γεννιόταν μες στους κόλπους των αναπτυσσόμενων κοινωνιών την ίδια στιγμή που ορδές ανειδίκευτων εργατών συρρέουν στα μεγάλα αστικά κέντρα γυρεύοντας καλύτερους όρους ζωής, ευκαιρίες εκπαίδευσης και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης που στις πιο απομακρυσμένες περιοχές κρίνονταν απεχθείς και απάνθρωπες. 

Μα η νέα τάξη πραγμάτων δεν σήμαινε τη βελτίωση των κοινωνικών όρων. Οι εργάτες που στελεχώνουν τις νεοσύστατες βιομηχανίες δεν θα μπορούσαν να φανταστούν όσα τραγικά επρόκειτο να ζήσουν. Ατέλειωτες ώρες εργασίες, χαμηλά ημερομίσθια, ανθυγιεινοί όροι διαβίωσης χωρίς τα στοιχειώδη. Η παιδική θνησιμότητα ανέρχεται σε υψηλά ποσοστά ενώ στην Μεγάλη Βρετανία, κοιτίδα της νέας εποχής, το νομικό πλαίσιο για την ηλικία εισόδου στην αγορά εργασίας παραμένει ανύπαρκτο.

Έφθανε η ώρα για να απαιτηθεί μια καλύτερη ζωή. Ήταν 1η Μαίου του 1886 όταν οι οικογένειες των εργατών συγκεντρώνονται στην πλατεία Heymarket. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά παρελαύνουν άοπλοι με μοναδικό τους σύνθημα μια καλύτερη ζωή. Ο κύβος έχει ριφθεί. Η υπονόμευση της ειρηνικής διαδήλωσης θα συμβεί με την έκρηξη μιας χειροβομβίδας που στοιχίζει τη ζωή σε επτά αστυνομικούς. Οι σκηνές που θα ακολουθήσουν συνιστούν αληθινή σφαγή. Οι παραταγμένες, αστυνομικές δυνάμεις ανοίγουν πυρ με πολυβόλα προς το συγκεντρωμένο πλήθος. Η επίσημη ανακοίνωση των αρχών κάνει λόγο για τέσσερις νεκρούς διαδηλωτές μα η αλήθεια είναι πως εκείνη τη μέρα, στην πλατεία του Σικάγο ο κόσμος έγινε μάρτυρας της φρίκης. Σκοτωμένα παιδιά και γυναίκες, με μοναδικό τους ατόπημα πως στάθηκαν απέναντι στην εποχή τους, ζητώντας το αυτονόητο. Δεν ήταν μερικές δεκάδες αλλά εξακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, αποφασισμένοι να κερδίσουν μια καλύτερη ζωή για αυτούς και τα παιδιά τους.

Η εργατική πρωτομαγιά εορτάζεται σε ολόκληρο τον κόσμο ως μια ανάμνηση των αγώνων που απαιτήθηκαν για να αλλάξει ο κόσμος αλλά και όσων απομένουν ακόμη να γίνουν για να λάμψει η δικαιοσύνη ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους, έξω και πέρα από τις τάξεις, αυτές που η πρόσφατη ιστορία τόσο γλαφυρά απέδειξε πως μπορούν να συντριβούν κάτω από το βάρος αυτού του Λεβιάθαν που ονομάστηκε παγκόσμια οικονομία.

Με ευχές για καλό μήνα, πλέκω ένα στεφάνι από τα πιο άλικα ρόδα στη μνήμη εκείνων των ανθρώπων που από τα βάθη της ιστορίας μας δείχνουν το δρόμο.

Πρόσωπα
Αλέξανδρος Παναγούλης
2 Ιουλίου 1939 – 1 Μαΐου 1976

[…Δημοσθένους Λέξις…]

Κάθε τέτοια μέρα στο καφενείο απέναντι από του Σινόπουλου το σπίτι στον ανθισμένο Περισσό, συγκεντρώνονται οι φίλοι οι καλοί, οι παλιοί των ημερών. Καθένας έρχεται από έναν άλλο δρόμο μονάχος του. Κρατεί από το χέρι την προδοσία και από την άλλη το στεφάνι της δόξας που δεν γερνά. 

Ο Αυξεντίου, παιδί ακόμη, ο Κολοκοτρώνης και ο Διάκος και ο Καραϊσκάκης μαζί με τους άλλους, μαζί με τον Παναγούλη και τον Γεωργάκη, με τον Γλέζο και τον Σάντα και μια τάξη ολάκερη από ανθρώπους που κρατήσαν όρθια το ιδανικό το υψηλότερο. Δεν υπέκυψαν, όλη τους την καρδιά τη δώσανε στο σκοπό τον κοινό. Και όταν τους δώσανε τη χάρη εκείνοι αρνηθήκανε να υπογράψουνε στα κατάστιχα της ιστορίας. 

Κάθονται ως αργά, ο Λαμπράκης λογαριάζει να ταξιδέψει ως το σύνορο του κόσμου και ο Παναγούλης γράφει ποιήματα. Δεν μιλά, μονάχα γράφει κάτι πράγματα απεγνωσμένα. Κάθε που σηκώνει το πρόσωπό του, ο καιρός φωτίζεται απ’άκρη σε άκρη με έναν τρόπο που εμείς μόνο να φανταστούμε μπορούμε.

Έτσι , απελπισμένος από την ανθρωπιά που πυκνώνει εντός της όλο το φως και τις αρχές μας, το βλέμμα του σηκώνει από τα γραπτά της αιωνιότητας. “Εγώ δεν θέλησα έναν άνθρωπο να σκοτώσω, δεν θα το μπορούσα. Έναν τύραννο θέλησα να σκοτώσω”. Κανείς δεν του μιλά για τα βασανιστήρια. Η μόνη φορά που γελά είναι σαν φτάνει ο φανταστικός ποδηλάτης, φορτωμένος με τις ανεπίδοτες επιστολές. Ένα κορίτσι μέσα από τις γειτονιές της Ρώμης του γράφει. Μερικές φορές έτσι κατορθώνουν στο τέλος οι άνθρωποι να αγαπηθούν. Με κάτι περισσότερο από τις λέξεις, μες στη βοή της μοίρας τους που στέκει ψηλότερα από ότι μπόρεσαν ποτέ τους. Και όμως. 

Η βραδιά τελειώνει με εμάς σε πρώτο πλάνο, καθώς κρατάμε το ρυθμό γονατισμένοι όσο η ιστορία χορεύει το δικό της, μακρύ ζεϊμπέκικο. Ξημερώνει πρωτομαγιά με θαύματα καμωμένη. 

Γιάννης Ρίτσος – Φεύγοντας π᾿ τΜονοβασιά

Πανάρχαιες ἐλιές, κούφιοι κορμοὶ συστραμμένοι·
τὸ δύστυχο σταχτί· τὸ καπνισμένοι κίτρινο·
ἴσκιοι τῶν σύννεφων στοὺς ἀπέναντι λόφους.
Ἔρχεται ὑπάκουο τὸ μακρινό, σὲ κοιτάει ἀπ᾿ τὸ πλάι·
ξεχνᾶς ἐκεῖνο πού ῾θελες νὰ τοῦ ζητήσεις· τὸ χέρι σου
ἀφηρημένο περπατᾶ στὴ μαλακιὰ ράχη τοῦ ζώου.
Ἦταν αὐτό; Καὶ τί ἦταν; Ἀντεστραμμένος χρόνος;
Οἱ γριὲς τυλίγουνε τὰ πόδια τους μ᾿ ἐφημερίδες,
τὰ δένουνε μὲ σπάγκους. Προφυλάξεις, προφυλάξεις, –
ὦ, σιωπηλὴ διάρκεια· καθόμαστε χάμου στὸ χῶμα
μ᾿ ἕνα καλάθι φραγκόσυκα, μὲ τό ῾να παπούτσι τοῦ δρομέα, –
κι αὐτὴ ἡ ἐπίμονη γυναίκα, ἡ ἀποστεωμένη, ἡ ἄγρια,
κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο, μέσ᾿ στὴν πεισμωμένη λάμψη,
κρατώντας στὰ δύο χέρια της τὸ ἀπαρηγόρητο βρέφος.
Τότε ἀκριβῶς ἦταν ποὺ μάθαμε πὼς τίποτα δὲν εἶχε χαθεῖ.

Καμιά φορά σαν ανάβεις το κεράκι μες στη σιγαλιά μιας μικρής εκκλησιάς, έχεις προσέξει με τι φως, με τη φαντασμαγορία αληθινή φωτίζονται τα πράγματα; Ένα τόσο δα κεράκι, μια σταλιά να γεννάει τέτοιες φωταψίες, πώς θα ‘ταν ποτέ δυνατό; 

Όχι δεν είναι το κεράκι, δεν είναι το χαμηλό φιτίλι, είναι το λάδι της πίστης που πολλαπλασιάζει την ένταση. Αυτό ήταν πάντα η αρχή του δρόμου που σαν πάρεις, θα βρεθείς, αν έχεις πείσμα και το αισθητήριο του ολοζώντανου κόσμου, ναι, θα βρεθείς εμπρός από το μάγμα των ηφαιστείων. Εσύ μονάχος σου, ένας πέτρινος ποιητής που σπάει τα δεσμά και βάζει μπρος τις τροχαλίες των άστρων. 

Αρκεί να πιστέψεις, να ποτίσεις τον κόσμο με τον έρωτα των πραγμάτων, αρκεί να αφήσεις να ακουστούν όσα κουβαλά ο αγωγός του χρόνου. Να σταθείς στον πέτρινο θρόνο που παραστέκει τα αγριόχορτα αιώνες απέραντους. Να αφεθείς στο ρυθμικό πέρασμα των κυμάτων, από το ακρογιάλι ως μες στην καρδιά σου, εκεί που γράφονται τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου. 

Κατάματα κοιτάζει την αθανασία και την ομορφιά τη σώζει, αυτήν που δεν είναι ιδανική, μόνο πρόσκαιρη, αυτήν την ίδια που με όλη της τη σπανιότητα χρειάζεται όσο τίποτε τον αγώνα στο όνομα του κόπου και της μνήμης, στο όνομα της περηφάνιας. Φυσούν μέσα από τα στάχια οι θόρυβοι των αιώνων, αργυρό το νόμισμα του κόσμου και η “λάμψη πεισμωμένη”, για φαντάσου. 

Να βρίσκεις λέει τις λέξεις που χρειάζεται μια ζωγραφιά, τι παράξενο. Να σμίγεις λέει τις τέχνες με το ένστικτο και το βιωμένο, μέσα από το εφήμερο των μορφών εσύ να βγάζεις τα ανεξάντλητα. Με καρδιά και με τέχνη και με την ευφυία της αθωότητας σου, να μεταμορφώνεις το κίτρινο χρώμα σε ήλιους εκτυφλωτικούς.

Η τέταρτη διάσταση στάθηκε η φιλοδοξία του Ρίτσου. Εντός της πλανήθηκε, σε αυτήν πίστεψε με έρωτα ζωής. Για αυτό περισσεύει η ελπίδα στους στίχους του, ίδια σαν αυτή που διατρέχει τα μάτια των ζωγράφων και το τραγούδι της καρδερίνας. Όλα σινιάλα σε ενδελέχειες μυστικές.

Πολλά γράφτηκαν για τον Γιάννη Ρίτσο και άλλα, καινούρια θα γεννηθούν από τους ερευνητές του μέλλοντος. Ωστόσο, όσα χρειάζονται για να τον πλησιάσουμε, να τον αντικρίσουμε μες στην αλήθεια του την πιο δομική, βρίσκονται στην καστροπολιτεία της Μονεμβασιάς, στο λόφο απάνω από την πόλη, πλάι στις χαλασμένες από τα χρόνια ντάπιες. Εκεί πλανάται σήμερα ο Ρίτσος, σαν ποίημα από την αρχή τραγουδιέται, μικρή βροχή και αχνός που συγκλονίζει τα δειλινά μας. 

Χρονογράφημα

Δέκα άνδρες και μισές γυναίκες μες στις βαρέλες. Άλλες δυο απ’όξω τους σκουπίζουν με το μαντήλι τα πρόσωπα, παρακολουθούν μην τύχει και χάσουν τις αισθήσεις τους, μην τους έρθει καμιά λιγοθυμιά. Οι άνδρες ξεφορτώνουν ασταμάτητα τα κάρα, έπειτα ρίχνουν μια στα καπούλια του γάιδαρου και αργά προχωρεί το ζωντανό στο χωματόδρομο. Από τις δυο μεριές, πράσινα, λαγαρά τα σταφύλια. Οι εργάτες κρυμμένοι ανάμεσα στα κούτσουρα, μπερδεμένες λέξεις μες στις περικοκλάδες, λέξεις από ποιήματα προστατευμένα με το μεγάλο πλατύγυρο ψαθάκι του καλοκαιριού. 

Όλη μέρα κρατούσε η δουλειά. Και το μεροκάματο ήταν χαμηλό. Ένα πιάτο φαί ήταν όλα και όλα η ανταμοιβή του συνεργείου. Κάποιοι έκοβαν τα σταφύλια, οι άλλοι τα φόρτωναν και τα πήγαιναν ως τις βαρέλες. Τα κορίτσια μεθυσμένα ζητούσαν και άλλα, ζητούσαν κόκκινα τα χείλη και τα πόδια τους κόκκινα και τα φουστάνια τους μαζεμένα ως ψηλά πάνω από το γόνατο, εκεί που αρχινάνε όλοι του κόσμου οι χάρτες. Γελούσαν και σε όλο τον κάμπο ακούγονταν ποτήρια που σπάνε.

Κάθε απομεσήμερο έρχονταν αποκαμωμένοι  οι βαστάζοι να ξαποστάσουν. Λίγο νεράκι, κάποιος με την κατατομή ενός νεαρού θεού του ανέμου. Βαρύ το μεσημέρι, άφιλτρο, δεν ήταν για άμαθους ετούτη η δουλειά. 

Μονάχα η Ρηνιώ σαν ερχόταν να καθίσει στον ίσκιο, μονάχα για αυτήν άξιζε ο κόπος, η τσακισμένη περηφάνεια. Πώς να βρεθούν οι λέξεις, πώς να μιλήσει κανείς για το μεσημέρι πίσω της, όλο θάμπος και ερημιά και άνεμο. Πώς να πει κανείς για το πρόσωπό της, για τα χέρια της με τα δαχτυλίδια που της φορούσε η νιότη, πώς; Πώς να περιγράψεις το σχήμα του κορμιού της μες στις πιο αδρές κινήσεις του, τις πιο συνηθισμένες; Είναι αδύνατο, όλα αυτά φαντάζουν πια πράγματα απέραντα. Και έτσι όσοι μπορούν γράφουν ποιήματα, με θέμα τους την αιώνια χαμένη Ατλαντίδα των ερώτων, τα άστρα, την αιωνιότητα, τον τρύγο και το θάνατο. Και τη μοναξιά, κυρίως αυτή, όταν φωτίζεται από του ανθρώπου την σοφή, πονεμένη του φωνή.

Ἄσπρα σπίτια, κάτασπρα,
τὰ βερικοκιὰ τὰ κεραμίδια,
γαλανὰ παραθυρόφυλλα,
τ᾿ ἄλογα τὰ κανελιὰ μὲς στὸν αὐλόγυρο,
τ᾿ ἄσπρα μὲς στὸ πράσινο,
τὰ μπαλκόνια μάλαμα καὶ θάλασσα.

Τὰ μουλάρια στὸν ἀνήφορο τῆς πέτρας,
καὶ τὰ γαϊδουράκια μὲς στ᾿ ἀγκάθια,
ψάθες καὶ μαχαίρια καὶ καλάθια μὲς στ᾿ ἀμπέλια
γέλια.

Δάχτυλα καὶ γόνατα,
στήθια καὶ σαγόνια
μὲς στὸ μοῦστο ματωμένα,
κόκκινες φωτιὲς κι ἱδρώτας,
στὶς κατηφοριὲς
τὸ χρυσὸ κακάρισμα τῆς κότας.

Κι ὅπως γαλανίζει τὸ βραδάκι,
τὸ μαβί, τὸ βιολετί,
νὰ κι ἡ Παναγιὰ στὴ δημοσιά,
πλάι στὰ κάρα, στὰ κουδούνια, στὰ σταμνιὰ
καὶ στὰ κλαδωτὰ μαντίλια,
νά τη ἡ Παναγιὰ
νὰ κρατάει στὴν ἀσημένια της ποδιὰ
πέντε ὀκάδες κόκκινα σταφύλια.

(Τρύγος,  Γιάννης Ρίτσος)

Ζωγραφιές σαν ιστορίες
[…στα ηχεία, “υπάρχεις μόνο εσύ, δυο φίλοι και μουσική”…]

Εντουάρ Μανέ

23/1/1832 – 30/4/1883

Απομένει μερικές φλογερές δεκαετίες για να αρχίσει ο καινούριος, αστραφτερός εικοστός αιώνα. Από το 1850 και έπειτα, μια νέα ζωγραφική γεννιέται. Μια καινούρια τάξη προστίθεται στην κοινωνική διαστρωμάτωση. Η κοινωνική ζωή φωτίζεται, οι συνήθειες καθιερώνονται, τα κρινολίνα και τα ημίψηλα δίνουν και παίρνουν. 

Τώρα όλοι κοιτάζουν τον ζωγράφο που με ευθύτητα μιλάει για μας και για τον εαυτό του. Ο ίσκιος των δέντρων της Τυιλερί καθιστά ακόμη πιο βλοσυρά τα πρόσωπα των παρευρισκόμενων. Μα πώς να ‘ξεραν ότι θα διασωθούν ερήμην από τον εκτυφλωτικό χρόνο; Ή μήπως ξέρουν πως ο κύριος Εδουάρδος Μανέ κουβαλάει τη στόφα των μεγάλων της τέχνης και τους φανερώνει σε μια στιγμή όταν η νεότητα του καινούριου κόσμου τίποτε δεν μας άφηνε για να δούμε; Άγνωστο ποιος κρατά τα κλειδιά στο αίνιγμα.  

Ανάμεσα στα χρώματα και την αμεριμνησία των ανθρώπων, σε πρώτο πλάνο εκείνη του κοριτσιού. Ο ζωγράφος επεμβαίνει στο κόκκινο του ζωναριού της οκταετούς, ακριβώς όπως άμεσα η ζωή επεμβαίνει στα σχέδια μας τα πιο μεθοδευμένα. 

Είναι η ιστορία πάντα
Οι 200 της Καισαριανής

1/5/1944

[…στα ηχεία Chloé Antoniotti, Sakura…]

Οι 200 της Καισαριανής έχουν πια από ένα πρόσωπο. Μας υπενθύμισαν με την πρόσφατη υπόθεση των φωτογραφιών πως οι μελλοθάνατοι εκείνου του καιρού είχαν μια μορφή, μια ζωή, μερικά όνειρα, ένα μικρό, σκαρφαλωμένο στο βουνό χωριό για πατρίδα. 

Στις φωτογραφίες που μας έκοψαν την ανάσα από συγκίνηση και δέος, μερικοί χαμογελούν, κάποιοι κοιτάζουν το φακό ανέκφραστα, δίχως να νοιάζονται για πού τραβούν. Αργότερα περιφρονούν την ιστορία που τους καταδικάζει, υψώνουν τη γροθιά τους και απαντούν με ένα σινιάλο αιώνων σε εκείνους που αναρωτιούνται με τι πρόσωπο, με τι ήθος οφείλει κανείς να κοιτάξει τη στιγμή. 

Στον σύνδεσμο που ακολουθεί περιλαμβάνονται τα ονόματα των εκτελεσμένων. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι είχαν ένα όνομα, υπήρξαν οδοντοτεχνίτες, κουρείς, αγρότες, κτηνοτρόφοι, έρχονταν από κάθε γωνιά της ζωής. Το κοινό τους σημείο στάθηκε το γεγονός πως ήταν Έλληνες μες σε δύσκολους και αβέβαιους καιρούς. 

Αυτά τα πρόσωπα θα τα διασώσει για πάντα η μνήμη εκείνων που  θα ‘ρθούν, κάθε φορά από την αρχή θα λένε την ιστορία, θα κοιτούν τις φωτογραφίες, τα χρόνια θα κυλούν και αυτοί το πρώτο πρωινό του Μάη του 1944 θυσία στη χρυσή τομή της συνείδησής μας θα γίνονται.

https://www.flash.gr/kaisariani-200-ektelesi-dia-toufekismou-protomagia-1944-onomata-774810

Πρόσωπα

Άιρτον Σένα

[…Lap of Life, μικρό αφιέρωμα στον Βραζιλιάνο οδηγό. “Διαρκώς προσπαθώ και προχωρώ και αναζητώ κάτι καινούριο για τα όρια και τους περιορισμούς ανθρώπων και μηχανών…]

Γράφω από μια παιδική ηλικία. Απόγευμα Κυριακής ανάμεσα σε ανθρώπους που κατοικούν πια μονάχα σε φωτογραφίες. Αν πάρει λίγο φως η ζωή μου, ίσως χαθούν και έτσι τους κρατάω στα πιο τρυφερά μου σκοτάδια. 

Ο τηλεοπτικός δέκτης προβάλλει τον αγώνα που θα κρίνει το πρωτάθλημα της Φόρμουλα 1. Ανάμεσα σε όλα τα αγωνιστικά, ένα όχημα ξεχωρίζει. Είναι η ΜακΛάρεν του αλησμόνητου Άιρτον Σένα. Ο Βραζιλιάνος μετά από λίγο οδηγεί στο γύρο του θριάμβου. Άλλη μια θρυλική χρονιά για το παιδί θαύμα του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Εκεί που οι άλλοι διστάζουν ο Άιρτον μπαίνει σε μια απότομη στροφή οδηγώντας στο ακρότατο όριο, δοκιμάζοντας όσο κανείς την ανθρώπινη δύναμη και την αντοχή της μηχανής. Εκεί που η μηχανική αδυνατεί να καταλήξει σε συμπεράσματα εκείνος επιστρατεύει αναρίθμητες στροφές στροφάλων, επιταχύνοντας, περνώντας εκτυφλωτικά τη γραμμή του τερματισμού. 

Εκείνη την πρωτομαγιά, ένας ήρωας της παιδικής μου ηλικίας θα άφηνε για πάντα το σημάδι του. Τα επιπλέον χιλιόμετρα με τα οποία εισήλθε στη στροφή της πίστας στην Ίμολα του στοίχισαν κάθε περιθώριο αντίδρασης. Το τσιμεντένιο τοιχίο σε πρώτο πλάνο αναλαμβάνει να γράψει τους τίτλους τέλους για τον Βραζιλιάνο πιλότο. Τον γοητευτικό και ανθρώπινο Άιρτον , με το πλήθος των ευεργεσιών όπου υπήρχε ανάγκη στον κόσμο. Ταύτισε τη διαδρομή του στην Φόρμουλα 1 με την Μακλάρεν και έγραψε μερικές χρυσές σελίδες. Το νήμα της ζωής του έμελε να κοπεί τόσο βίαια και απρόσμενα σε έναν αγώνα που ήδη είχε χαρακτηριστεί καταραμένος μετά το θάνατο του οδηγού Ράτσενμπέργκερ κατά τη διάρκεια των χρονομετρημένων δοκιμών.

Το τέλος του ήρθε σε έναν ακόμη επικίνδυνο γύρο. Αστοχία του μονοθέσιου, δικό του λάθος, όπως και αν γράφτηκε η τρομερή εκείνη στιγμή, παραμένει χαραγμένη στη μνήμη μου. Επειδή ένας αληθινός ήρωας των παιδικών μου χρόνων με μάθαινε πώς γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη οι άνθρωποι μύθοι. Κάθε φορά η ίδια σκηνή, των φροντιστών καθώς σπεύδουν στο διαλυμένο όχημα, συνειδητοποιώντας καθώς πλησιάζουν τη σοβαρότητα του ατυχήματος. 

Μέσα από την καρδιά της παιδικής μου ηλικίας, ένας ακόμη αποχαιρετισμός στον θρυλικό Άιρτον Σένα.

Α.Θ