
Ευθυμία Γιώσα, Όταν πέφτουμε από το τρένο,
εκδόσεις Κίχλη, 2026, σελ. 40, ISBN: 978-618-5976-05-7
Γράφει ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς
Σε τροχιά αυτογνωσίας
Στη νέα ποιητική συλλογή της Ευθυμίας Γιώσα, Όταν πέφτουμε από το τρένο (Κίχλη, 2026), το ποιητικό υποκείμενο ακολουθεί μια όχι και τόσο πτωτική πορεία με συχνές στάσεις. Πρώτη στάση οι μεταστατικοί έρωτες που σκοτώνουν και οι ήττες που περιθάλπονται με αγάπη· αμφότερα απομακρύνουν από τη γαλήνη την ποιητική φωνή που χαρακτηρίζεται για την οξυδερκή και ενδελεχή παρατηρητικότητα του μικρόκοσμού της με σημείο αναφοράς το μπαλκόνι ως τόπο και ως σύμβολο που αναπαριστά τη σωματική και πνευματική κατάστασή της. Το μπαλκόνι λειτουργεί ως τόπος δράσης, όπου η συνείδηση ατσαλώνεται, η ανοχή και ο εγκλωβισμός επιχειρούν να βρουν διέξοδο, η μοναξιά – έστω και μονομερώς – μοιράζεται, μαζί με την απελπισία και τη θλίψη. Είναι το σημείο, όπου κανένα προσωπείο δεν μοιάζει εφικτό, είναι το σημείο που δοκιμάζει την αντοχή, εντελώς απογυμνωμένα. Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός ότι η ποιήτρια χρησιμοποιεί το μπαλκόνι ως φορέα τόσο πολιτικού όσο και συναισθηματικού βάρους, σε μια προσπάθεια να ξεδιαλύνει την ήρα απ’ το στάρι, όσα αξίζουν και μένουν και από την άλλη όσα απουσιάζουν, με τη θέλησή της ή μη. Έτσι, η πολιτική και ο έρωτας ή οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση, αν επιχειρήσουμε να βρούμε έναν κοινό τόπο συγκλίνουν σε ό,τι σχετίζεται με την προδοσία, την πληγή και το τραύμα. Το ποιητικό υποκείμενο βάζει στο ζύγι τις διαδοχικές στάσεις σε πρόσωπα, συναισθήματα, μνήμες, γεγονότα προβαίνοντας σε έναν απολογισμό ατομικό όσο και συλλογικό. Και εδώ, ενδεχομένως, η πτωτική πορεία είναι περισσότερο εμφανής τόσο στις διαπροσωπικές σχέσεις όσο και στις πολιτικές πράξεις. Ωστόσο, εξαιτίας αυτής της διαδρομής επιτελείται η ανάβαση του ποιητικού υποκειμένου προς τη γνώση, που πριν από αυτές τις στάσεις, δεν κατείχε. Άρα, αυτοί οι σταθμοί μπορεί να θεωρηθούν ως αναγκαίο κακό και συνταιριάζουν με την υφολογική επιλογή της ποιήτριας για μια ποίηση κουβεντιαστή, για μια ποίηση που μάς κάνει να διερωτόμαστε για την πειστικότητά της. Η ποιήτρια προσπαθεί να μας πείσει και συγχρόνως μας κάνει να αμφιβάλλουμε για τους όρους με τους οποίους συνδιαλεγόμαστε με το ποίημα. Όσον αφορά στο σημείο που η ίδια συνειδητά στέκεται, είναι κοινό με κάποιον που πνίγεται, όσο οι άλλοι κοιτούν και αντιδρούν υποκριτικά. Συντάσσεται με εκείνον που θυσιάζεται για την αλήθεια, τις αξίες, τα ιδανικά που ενστερνίζεται. Δεν εφησυχάζει και δεν παραιτείται. […] Τα μάτια μου δεν βολεύονται. Με ρωτάνε πού να στραφούν, τους λέω: “Όπου υποψιάζεστε ότι θα ʼχει λιγότερο φόβο”. Ποντάρουν σ’ όσα επίκεινται, παρότι μαζί μου μάθανε ν’ αλληθωρίζουν στα τετελεσμένα./ Το φως είναι ψάθινο και τα μάτια μου δυο πεύκα που αναφλέγονται με την πρώτη, τυχαία πλάνη. («Οικολογικό», σ. 25). Εντούτοις, δεν χάνει την αισιοδοξία της, γιατί δεν παύει να προσμένει σε μέρες πιο απλές, πιο αθώες, πιο άδολες. Και ο στόχος της δεν είναι άλλος από μια ποίηση που ν’ αντέχει, να σώζει, να υπερασπίζεται, να παρηγορεί, να συγχωρεί, να επιμένει, να φροντίζει και να ανασαίνει ελεύθερα. Η Ευθυμία Γιώσα καταφεύγει επιτυχώς σε μια γραφή υποβλητική, ανεπιτήδευτη και άμεση, που κάνει τον αναγνώστη να αισθανθεί οικεία θέτοντάς τον παράλληλα προ των ευθυνών του, τσιγκλώντας τη συνείδησή του.
Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι ποιητής, φιλόλογος και επιμελητής κειμένων. Γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα, όπου και ζει μέχρι σήμερα και εργάζεται. Είναι αριστούχος απόφοιτος της κλασικής φιλολογίας, του μεταπτυχιακού προγράμματος «Ρητορική, Επιστήμες του Ανθρώπου και Εκπαίδευση» και του επιμορφωτικού σεμιναρίου «Επιμέλεια και Διόρθωση Κειμένου» του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ποιήματα, κριτικά κείμενα και δοκίμιά του για τη λογοτεχνία έχουν φιλοξενηθεί σε έντυπα (λ.χ. ο Σίσυφος, Νόημα, Απόπλους, Νέα Ευθύνη, (δε)κατα, Καρυοθραύστις, Εμβόλιμον, Μετρονόμος, κ.ά.) και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά (λ.χ. Book Press, Fractal, Frear, Περί ου, Στίγμα Λόγου, Μονόκλ, Literature, κ.ά.) και σε συλλογικά έργα. Έχει δημοσιεύσει έξι ποιητικές συλλογές, με πιο πρόσφατη τη συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδόσεις Μετρονόμος, 2025).
