
Πάντα μου ασκούσαν μια περίεργη γοητεία
τα σάπια φύλλα.
Άλλοτε πεσμένα στο χώμα
και άλλοτε στις άκρες των μίσχων
να μετεωρίζονται στον άνεμο.
Μ’ αρέσουν περισσότερο την ώρα
της πτώσης τους
παρά, όταν μεγαλουργούν πράσινα και ανθηρά
πάνω στα κλαδιά τους.
Όταν χλομά στρώνονται
στα μονοπάτια των ανθρώπων
να ματώνουν κάτω απ’ την απόγνωση
και τη γύμνια τους.
Μου αρέσει η μυρωδιά που αναδύεται
μέσα απ’ το κοκκινόσταχτο,
σαν παλιοκαιρισμένο κρασί, φύλλωμά τους.
Με εκπλήσσει πάντα η γήινη απόσταξη
που συντελείται αργά και μεθοδικά στο χώμα.
Σαν ιεροτελεστία πρωινή
με όλα τα ζούδια στη θυσία.
Είναι εκείνο το αντάμωμα της ζωής με τον θάνατο
στον τελευταίο ανασασμό της.
Το έσχατο προσκύνημα
στην ομορφιά της ύπαρξης,
που αντιλαμβάνεσαι έστω την ύστατη στιγμή
το θαύμα της ζωής.
Γιατί, να το ξέρετε, ο θάνατος είναι πάντα
πιο κοντά στη ζωή,
γιατί είναι αυτός που μέσα από το αναπόφευκτο,
της προσδίδει τη χαμένη της αξία και αίγλη.
Από την ποιητική συλλογή "Εκεί που στάζει η ζωή”, εκδόσεις Μετρονόμος, 2025
