Απόστολος Θηβαίος | Βροχή Δωματίου*

© Josef Sudek

Δυο παράταιρες
δοκιμές

 

Χρώματος ποιητικού
Αργύρης Χιόνης

Μα τι σου ‘ναι η ζωή; Όλο εκπλήξεις και αναλαμπές του απρόσμενου. Βρίσκουν, θέλω να πω τον τρόπο τα πράγματα να συνυπάρχουν και όλα μαζί συσχετισμένα να αγγίζουν την αλήθεια. Οι άλλοι δεν την βλέπουν, μόνον οι ποιητές πού και πού την υποψιάζονται. Αυτοί βεβαίως κάνουν λάθος από καπρίτσιο και άκρατο λυρισμό, βάφουν τον κόσμο με το χρώμα του τρόμου του Νικάνορ Πάρα και ξοφλάνε. Είναι από πεποίθηση που πέφτουν να πεθάνουν μες στην άβυσσο τ’Απρίλη.

Κάπως έτσι ο κύριος Αρίστος, φορτωμένος με ενενήντα χρόνους μετατρέπεται σε υπενθύμιση ενός άλλου αγαπημένου. Κάποιου που πέφτει εδώ και χρόνια όπως “βροχή δωματίου” κάνοντας λίμπα τ’ωραίο μωσαϊκό της πρωτοπορίας. Για χρόνια όταν ήθελα να του μιλήσω, κοιτούσα κατά το βορά. Πάνω από τα χωριά της Βόχας στα ανοιχτά της Κορίνθου γνώριζα πως ζούσε , μια φορά και έναν καιρό το σπανιότερο από τα πλάσματα που βρήκαν καταφύγιο μες στις συλλογές του. 

Ο συμπαθής ηλικιωμένος πριν από όλα, εξήλθε της οικίας του καλοντυμένος. Είχε στο πέτο του μαντίλι υπόλευκο, φορούσε τα γυαλιά του ηλίου και μου θύμισε πολύ τις φιγούρες των στρατηγών μισό αιώνα πίσω, όταν γίνανε όλα. Υπήρξε πλήρης ημερών μα καθόλου δεν λογάριαζε για ποιο λόγο τάχα να ζούσε έτσι πολύ,  δίχως αναστάτωση καμιά ή τίποτε περιπετειούλες. Οι φίλοι του ήσαν όλοι κάδρα στους μπουφέδες. Οι ερωμένες του, διαλυμένες από το χρόνο, έμοιαζαν σαν φιγούρες τόσο μακρινές από εκείνη τη ζωή. Ο κύριος Αρίστος συμβίωνε με την αδερφή του, καμιά δεκαετία μικρότερη. Επιφορτισμένη με τη φροντίδα του ηλικιωμένου, είχε θέσει στη ζωή της ιδανικό υψηλό, τ’ατσαλάκωτο πουκάμισο, την ζυγισμένη φόδρα, την επιμέλεια στο σχήμα του μαντιλιού, τη φροντίδα του παλτού. Και τα κατάφερνε μια χαρά, αφού ο κύριος Αρίστος εξερχόταν ανέκαθεν της οικίας του ενδεδυμένος στην πένα, καθώς λένε. 

Η κυρία Στέλλα πετάχτηκε έντρομη στο μπαλκονάκι με τις σκοτωμένες φρέζιες και διέκοψε το ειδύλλιο της στιγμής. “Αρίστο, ε, Αρίστο, μα πού το ‘χεις το μυαλό σου; Χριστιανέ μου, βγήκες μετά των εμβάδων. Οι παντόφλες Αρίστο, φορείς τις παντόφλες σου. Μα τι θα κάνω μαζί σου, πες μου, τι;”, φώναξε δίχως ανάσα. Ήταν ο ρόλος της και τον γνώριζε τόσο καλά. Ο κύριος Αρίστος επέστρεψε και διόρθωσε την αβλεψία. 

Μα οι εμβάδες, – για να συνεχίσω το συλλογισμό της αφετηρίας – αυτές φταίνε που ήρθε στο  νου μου ο Αργύρης Χιόνης, χρόνια πια χαμένος. Λησμονήθηκα μες στην ιστορία και άφησα τα πράγματα μισοειπωμένα, αυτά τα πράγματα που κάνουν τις ιστορίες να μας μοιάζουν. Γράφημα του χρόνου ή χαμένος μας φίλος, στάθηκε περισσότερο από τα άλλα ένας αυθεντικός δημιουργός, ακλόνητα πιστό στη φαντασία του, ακριβώς όπως το ‘πε ο Μπόρχες, τυφλός από αγάπη. Για όλα έφταιγε το μικρό, ευφάνταστο δοκίμιο της οκνηρίας που αφιερώθηκε στον Κωστή Παπαγιώργη. Τώρα συγγραφέας και αφιέρωση συναντιούνται κάπου στην αιωνιότητα των αθηναϊκών καφενείων, συζητώντας παθιασμένα για τη γιορτή αυτού εδώ του κόσμου. Στα πακέτα των τσιγάρων σημειώνουν ότι θυμούνται από τα νεκρά ποιήματά τους και έτσι λιγάκι πώς ζεσταίνεται η πλάση. 

Δεν τον κατηγορώ τον κύριο Αρίστο που εξήλθε μετά των εμβάδων του λοιπόν. Η αιτία αποδίδεται στην άνεση που προσφέρουν αυτά τα τόσο ολιγαρκή δημιουργήματα. Μήτε ρίχνω άδικο στον Χιόνη που τις έκανε αντικείμενο ποιητικής συλλήψεως, με την ευφυία του να ανανεώνει συθέμελα την παλιά συνήθεια. Διότι, αν τάχα ο κόσμος σταματήσει τη φασαρία του και επικεντρωθείς στα σπίτια, θα ακούσεις ολοζώντανες τις εμβάδες του καθενός να σέρνονται στο πάτωμα. Γράφουν χιλιόμετρα δίχως σταματημό, αυτά τα τόσο παράξενα πλάσματα που δεν συνιστούν αμοιβάδες παρά μόνον ένδειξη αυτού που ονομάζουμε ζωή μας δεύτερη. Πάνω τους γερνούμε και έτσι μαζί και εμείς οι άμοιροι, κάτι συλλαμβάνουμε από την υπόθεση της αιωνιότητας, ενός πράγματος συνώνυμου με χαρά παντοτινή και με σημασία αυθεντική. Κάτι σαν καρδιά τους αποδίδει ο Χιόνης, τη σοφή συνείδηση εκείνου που γνωρίζει πώς τάχα να γυρέψει την ποίηση. Πλάσματα είναι και αυτά, μεγαλώνουν μαζί μας, ντύνουν την ντροπή μας, ζεσταίνουν τα βήματα προς τ’αβέβαιο, βήματα εδώ και εκεί ως την “αχανή στέπα της ανθρώπινης ψυχής” που ‘γραψε και ο συγγραφέας. 

Μια ιστορία πρέπει να γράφεται για την τελευταία λέξη, την τελευταία της φράση, είπαν για την τέχνη του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Εγώ λέω, κυρ Αρίστο μου πως σημασία έχει μια και μόνο λέξη. Μόνο μια είναι που φτάνει για να ανάψει όλα τα φώτα μιας ιστορίας που μέχρι τότε παρέμενε μυστική, ένα είδος δικής της, μυστικής ζωής έρχεται στο φως κυρ Αρίστο μου. Και έτσι που πας να φύγεις μετά των εμβάδων σου, ωραίος ως Έλλην, κινδυνεύεις να γλιστρήσεις πουθενά. Διότι αγαπητέ μου άλλο το ξύλο, γεμάτο τρυφερότητα και σημάδια τέσσερις ορόφους ψηλότερα και άλλο ετούτοι οι δρόμοι και η τέχνη που συμβαίνει, όπως η νύχτα και η μέρα και το αύριο ή τ’αντίο. Και είναι και το άλλο κυρ Αρίστο μου. Οι εμβάδες αποτελούν ζωντανά πλάσματα, δεν έχουμε ιδέα πόσο πολύ ζωντανά είναι, έτσι αποσπασματικά που τα κατοικούμε. Καμιά φορά, σαν τρομάξουν τρυπώνουν χάμω από το κρεβάτι, παλεύουν κατά μόνας και πέφτουν ηρωικά, εκπληρώνοντας για ώρες ατέλειωτες το κόλπο της αφάνειας. Καλύτερα να φορέσεις τα καλά σου τα παπούτσια, εκείνα τα μαύρα με το λεπτό κορδόνι, καλύτερα να γίνεις και εσύ μια φιγούρα όπως οι άλλοι εκεί έξω. Καλύτερα να επιστρέψεις κυρ Αρίστο μου τις εμβάδες σου, καλύτερα να επιδείξεις μια στάλα σεβασμό. Η ταπεινότης των εμβάδων, να ξέρεις αγαπητέ μου, δεν αποτελεί ένδειξη απαξίας. Κάθε άλλο, πράγματα όπως οι εμβάδες, μετατρέπονται πολλάκις σε σχήματα μεταφοράς πρωτόγνωρα. Και πάνε και βρίσκουν λέει και φωναχτά διαβάζουν τον παλιό, καλό κανόνα. Και όλο κυμαίνονται ανάμεσα στο ευωδιάζειν και το ίπτασθαι, προχωρώντας τα πράγματα προς το απροσδόκητο. Η τέχνη κυρ Αρίστο μου δίνει όψη σε ότι αρνείται η φύση. Σε ότι δεν χρειάζεται να συζητούμε επειδή νιώθεται. Πράγματα όπως τα χρώματα, ο θάνατος, οι εμβάδες. Ο ποιητής Αργύρης Χιόνης, χρόνια τώρα στα ξερονήσια του χρόνου δίχως διέξοδο.

Φυσικά τίποτε δεν ειπώθηκε. Η ιστορία φτερούγισε και πάει. Μια πιστολιά ήταν που ακούστηκε και η ψυχή μας πέταξε. Μα πρέπει κανείς όταν θέλει να μιλήσει για κάτι, να φωτίσει πρώτα τις γωνιές του ίσαμε να γίνουν πελώριες, καταστρώνοντας ένα σχέδιο αντικειμενικό που γίνεται κομμάτια. Ο κυρ Αρίστος υπήρξε θύμα εκμεταλλεύσεως, σαν να λέμε από τούτη την ιστορία με τους τρόπους του τυχοδιώκτη. 

Ωστόσο με τη βεβαιότητα που έχει κανείς πως ένα ψαλίδι έχει για μοίρα του να κόβει πράγματα, έτσι καθένας διαφέρει αναμφίβολα μες στην πίστη του που τον πάει ένα επίπεδο πέραν του πραγματικού. Και ίσως τότε, αν σταθεί τυχερός   παρατηρήσει πράγματα μες στη ζωντάνια τους, πράγματα τόσο συνηθισμένα, όπως οι εμβάδες ή μια κίτρινη στέγη από το έργο του Προυστ κάπου μες στην καρδιά του ζωγραφισμένου Νταρφτ που κανείς δεν υποψιάζεται για την αθανασία της. Ίσως τότε να αντικρίσει  κατάματα την ποίηση, μπαίνοντας σαν κάποιος δίχως φόβο μες στη μαγεμένη κάμαρη του Χιόνη.

*τίτλος αφηγήματος, “Βροχή Δωματίου”/ ‘Όντα και μη Όντα”, εκδ. Κίχλη

Παραγγελιά στην άλλη πλευρά
Κυριάκος Σφέτσας

Ανάμεσα στα ορχηστρικά του, η μουσική για την “Παραγγελιά”. Μια ταινία ορόσημο για τον κινηματογράφο μας. Ανάμεσα σε πρόσωπα σαν την Γώγου που έχουν περάσει πια μες στο συλλογικό υποσυνείδητο, τον αξέχαστο Γιώργο Κοτανίδη και την Βίκυ Βανίτα ο Αντώνης Αντωνίου ενσαρκώνει έναν από τους πιο πολυσυζητημένους ρόλους. Η εγχώρια πραγματικότητα κρύβει πολύ πόνο και άλλο τόσο παρελθόν. Από παντού φυσάει πάνω στις πληγές ένας ανυπόφορος νοτιάς. Το φιλμ, μια υπενθύμιση πως η μνήμη καμιά φορά διαπερνά καθέτως τη ζωή ασκώντας μια συντριπτική δύναμη πάνω στη βιωμένη μας εμπειρία.

Λέω συντριπτικό και πέφτουν οι νότες από τη μουσική του Κυριάκου Σφέτσα. “Μοναξιά”, θα σας πει τι σημαίνει η Κατερίνα, δεν με χρειάζεστε εμένα. Κάθε φορά που αντηχεί μέσα από την ανυπαρξία, με πιάνει κάτι σαν κόμπος στο λαιμό. Της χαρίζω την καρδιά μου για να παίξει, της την χαρίζω, δεν την θέλω πίσω, έτσι σπαραγμένη που μοιάζει σε ρυθμούς νεοελληνικούς. Και άλλοι έτυχε να μετρηθούν μαζί της και έκαναν πίσω με καλύτερες λέξεις.

Κάποιος ρίχνει το παραβάν. Από πάνω προβάλλονται αμέτρητες προσωπογραφίες, σκηνές από γλέντια, εξορίες και ξενιτιές, επάνοδοι και αποκλεισμοί. Στις γωνιές του φόντου οι χαφιέδες που παρακολουθούν με κόκκινα μάτια από την αγρύπνια και το μίσος. Άστους αυτούς, δεν γλιτώνει κανείς από δαύτους και το βλέμμα τους. 

Εσύ κοίτα να βάλεις χαμηλά , να ακούς λέει τη μουσική του Σφέτσα που ξορκίζει τα τσακάλια. Και άμα νιώσεις μελαγχολία, κάτι σαν κόμπο στο λαιμό, μια σοβαρότητα που κόβει σαν το μαχαίρι, δεν είναι από τη μουσική. Μήτε που φταίνε οι φωτισμοί, πάντα σκληροί και αφιλόξενοι. Ο κόσμος τις νύχτες χορεύει στα σκυλάδικα για να ξορκίσει το κακό. Κάθε νύχτα αυτοί οι χορευτές συγκρατούν όλο τον κόσμο στους αγκώνες τους, η νύχτα άφιλτρη και η Λιοσίων σκέτο μυθιστόρημα που σβήνει στο ύψος των Χαυτείων. Δεν έχει να κάνει με αυτούς.

Η μουσική, μια υπόθεση δίχως βάρος μας παίρνει μαζί της. Με αυτό είχε πάντα να κάνει. 

Αντίο Κυριάκο. Θα έχεις για πάντα μια θέση στην αναμνηστική λήψη των πραγμάτων που κρύβονται επιμελώς από τα μάτια μας, μα υπήρξαν και αυτά μια φορά και έναν καιρό. 

Με κάτι από εμβατήριο στο υπόβαθρο περνούν από δίπλα μας τα φιλμ. Κοιμάσαι σαν μωρό, στο όνειρό σου ανατρέφεις τη μεγάλη αγάπη. Έξω μια ξαφνική βροχή τα καθιστά όλα ύποπτα, κάτι υπαινικτικό πλανάται στην ατμόσφαιρα. Ξενύχτηδες και αθώοι και παθητικοί καπνιστές, παιδιά γεμάτα ταλέντο αντηχούν σαν παρακείμενοι του μέλλοντος. Μεθούν και χορεύουν “μες στις αίθουσες των συναυλιών”. Στο όνειρό σου πάντα. Με τη μουσική του Σφέτσα.

Απόστολος Θηβαίος