Ανδρέας Κότσιφας | Οι σκιές της Χιροσίμα

© Édouard Boubat

  Το όνομά της σημαίνει λευκό γιασεμί, Άιρι. Ήταν που από μικρή την έλουζε η μάνα της με πλάκες χειροποίητου σαπουνιού με άρωμα γιασεμιού. Κατάμαυρα μαλλιά, μακριά, λαμπερά, καθώς έπεφταν σαν αυλαία στους ώμους της, στο μέτωπο οδοντωτές αφέλειες. Μοσχοβολούσε ο τόπος στο διάβα της Άιρι, άστραφταν τα μαλλιά της σαν βροχή. Κι όταν, αργότερα πολύ, η μάνα της πέθανε και σώθηκε το ευωδιαστό σαπούνι, απέμεινε το όνομά της, σαν ξεχασμένο πνεύμα πάνω από αρχικό φωνήεν, να θυμίζει τα χρόνια εκείνα.

  Ο Χισάο ήταν κι αυτός πανέμορφος. Στην ηλικία της Άιρι κι ο ίδιος, του είχαν δώσει το όνομα του παππού του, του τελευταίου σαμουράι της Ιαπωνίας, που είχε ζήσει ένδοξα για εκατόν δέκα χρόνια και, σαν πέθανε, τον έθαψαν μαζί με την πανοπλία του. Γι’ αυτό κι όταν ο Χισάο γεννήθηκε – ασθενικός, με ίκτερο, κόντεψε να τους μείνει στη γέννα-, αποφάσισαν να τον βαφτίσουν με το ίδιο όνομα: Χισάο, ο ‘μακροημερεύων’, στη γλώσσα του όμορφου Έντο με τις συμμετρικές παγόδες. Έτσι, για να ξορκίσουν την ασθένεια.

  Τα παιδιά, κόντευαν δέκα οκτώ πια, συνήθιζαν να συναντώνται στα κλεφτά στην πίσω αυλή του Δημοτικού Μεγάρου της Χιροσίμα κάθε πρωί στις οκτώ. Καθισμένοι στα σκαλιά της πίσω πόρτας, διασταύρωναν τα βλέμματα, ζευγάρωναν τα χέρια, έπλεκαν τα δάχτυλα, αντάλλασσαν φιλιά. Καλά κρυμμένα τα δυο τους κάτω από τις φυλλωσιές των πανύψηλων κερασιών, στις πλάτες τους το βουητό των υπηρεσιών του Δημαρχείου χάλαγε τον κόσμο. Όλοι ήταν απορροφημένοι στις υποθέσεις τους, και τα παιδιά στη δική τους. Η μέρα ξεκινούσε γεμάτη υποθέσεις…

  Καθισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, τα γόνατά τους έσμιγαν μεταξύ τους καθώς τσάκιζαν στα στενά σκαλιά. Τα χέρια του ενός γλιστρούσαν στους ώμους και στις πλάτες του άλλου, κολλούσαν τα χείλια τους δίχως σταματημό. Κι έτσι αξεδιάλυτα, γίνονταν τα ίδια ένα σύμπλεγμα του Ροντέν, δίχως να μπορεί κανείς να διακρίνει την αρχή και το τέλος του. Δίχως να μπορεί κανείς να πει πού καταλήγει το ντελικάτο  περίγραμμα της κοπέλας και πού αρχινά η απαραβίαστη περίμετρος του κορμιού του αγοριού. Το πάθος των φιλιών τους έμοιαζε με σφουγγάρι που έσβηνε τις γραμμές μεταξύ τους με τέχνη.

  Δεν πέρασε μήτε μια μέρα όλα αυτά τα χρόνια, που να λείψει η Άιρι από τούτα τα κρυφά ραντεβού τους. Όσος καιρός κι αν περνούσε, η Άιρι ήταν πάντα εκεί, στην πίσω αυλή του Δημοτικού Μεγάρου της Χιροσίμα, ακριβώς στις οκτώ. Με βροχή και καταιγίδες, η Άιρι θα βρισκόταν πάντα εκεί, μουσκεμένη μέχρι το κόκκαλο κάτω απ’ το μεταξένιο φόρεμά της. Σίμωνε στη γνωστή τους θέση, τη συμφωνημένη ώρα. 

  Μα κι ο Χισάο δεν την πρόδωσε ποτέ. Αμετακίνητος, καμωμένος από πέτρα, σαν αυτή που είχαν χτίσει το Δημαρχείο, σκυμμένος, έτοιμος να την σκεπάσει με την αγκαλιά του. Να στεγνώσει τις μπόρες των καιρών απ’ το κορμάκι της.

  Κι όταν βρίσκονταν, κάθε, μα κάθε φορά που βρίσκονταν, τα δυο παιδιά ψιθύριζαν ερωτόλογα το ένα στο άλλο. Κι ήταν οι ψίθυροί τους σαΐτες τρυφερές, που σημάδευαν τις αγνές καρδιές τους. Ύστερα, σιωπηλά σαν το θρόισμα του φθινοπωρινού ανέμου στα κλαδιά των ανθισμένων κερασιών, αναλάμβαναν τα χέρια και τα φιλιά, να σβήσουν υπομονετικά τα περιγράμματα που διέκριναν το ένα κορμί από το άλλο. Εκείνα τα δολερά περιγράμματα που ξεχωρίζουν τους ανθρώπους στους δρόμους, αφήνοντάς τους παγερά μόνους, να περιφέρουν το άτομό τους από ύλη στο στερέωμα, δίχως έρεισμα, απρόθετα. Όχι, η Άιρι κι ο Χισάο δεν ήταν πλασμένοι από τα υλικά τούτου εδώ του κόσμου.

  Κάποια φορά, απ’ τις πολλές που τα παιδιά συναντιόντουσαν κρυφά στο πίσω προαύλιο (ασπρισμένες, πια οι αφέλειες ξεμυτούσαν κάτω από την λευκή μπολίδα της), ένα δεκάχρονο αγόρι που περνούσε από κει τους πήρε γραμμή και πλησίασε δειλά. Σαν έφτασε σε απόσταση αναπνοής από το σύμπλεγμα των ερωτευμένων, σήκωσε το δεξί του χέρι με απορία, δείχνοντας ευθεία πάνω στην Άιρι. Μα αυτή δεν φάνηκε να σαστίζει, συνεχίζοντας απρόσκοπτα να αγκαλιάζει τον Χισάο. Και τότε το παιδί, έκπληκτο, τη ρώτησε:

  «Κυρία, γιατί αγκαλιάζετε τον τοίχο; Δεν είναι κανείς εκεί…»

  Μα η Άιρι συνέχισε ατάραχη να αγκαλιάζει τον Χισάο, φιλώντας το πρόσωπό του με μανία. Συνέχισε να χαϊδεύει το πέτρινο κορμί του, το καμωμένο από την πέτρα του μεγάρου. Συνέχισε να φιλά το πρόσωπό του, παγωμένο καθώς ήταν απ’ το ίδιο υλικό. Γιατί η Άιρι ήταν τόση ώρα, ήδη από τις οκτώ, αγκαλιασμένη με τη σκιά του Χισάο. Τη σκιά που άφησε το κορμί του, σαν αρνητικό φωτογραφίας, πάνω στον τοίχο, καθώς το φώτισε το εκτυφλωτικό φως της βόμβας εκείνο το πρωινό της έκτηςΑυγούστου, το τελευταίο έτος του πολέμου. Εκείνο το μοναδικό πρωινό που η Άιρι αποφάσισε να μην πάει στο ραντεβού τους, γιατί του είχε μηνύσει από την προηγούμενη ότι ήθελε να χωρίσουν για πάντα. Αλλά ο Χισάο ήταν εκεί, από νωρίς, από τις οκτώ, και πιο νωρίς. Ήταν εκεί, στημένος στον τοίχο τους, καθισμένος στα σκαλιά τους, να την περιμένει στην ίδια θέση των χθεσινών φιλιών τους. Κι ύστερα, ήρθε το φως, έγινε φως ο ίδιος! Και πίσω, η σκιά του στον τοίχο, σαν ξέθωρη φωτοτυπία από γραφίτη…

  Μέχρι το θάνατό της, η Άιρι δεν άφησε μια μέρα που να μην κατέβει στο Δημοτικό Μέγαρο της Χιροσίμα για να συναντήσει τον πετρωμένο της έρωτα. Δεν άφησε μια μέρα που να μην φιλήσει το σκιώδες πρόσωπο του Χισάο, να μην αγκαλιάσει με θέρμη τον ίσκιο που έριξε το κορμί του για πάντα πάνω στους πέτρινους τοίχους του Μεγάρου. Συνεχίζοντας απαρέγκλιτα την παράδοση που είχαν στήσει μεταξύ τους, να εξαϋλώνουν τα κορμιά επ’ αφορμή του έρωτά τους…

  Μέχρι που έσβησαν τα μάτια της οριστικά και χάθηκε η ανάσα της απ’ τον κόσμο σαν λάλημα πουλιού. Κι οι κερασιές θροΐζουν τώρα μόνες τους στο σούρουπο, λοξώς απέναντι από την παντοτινή σκιά του Χισάο, που χάσκει κι αυτή ολομόναχη στον τοίχο πια…

 


Ο Ανδρέας Κότσιφας σπούδασε νομικά στην Αθήνα και κατοικεί στην Πάτρα, όπου και δικηγορεί. Αρθρογραφεί τακτικά σε εφημερίδες, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη μουσική, έχοντας συμμετάσχει, ως πιανίστας, σε πολιτιστικά δρώμενα και συναυλίες φιλανθρωπικού σκοπού. Ο ίδιος έχει παρακολουθήσει Σεμινάρια Επιμέλειας και Διόρθωσης Κειμένου στο Ε.Κ.Π.Α. και στη Σχολή Πατάκη, καθώς επίσης και Σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής στο Ε.Κ.Π.Α. Έχει κυκλοφορήσει μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο Η ΥΣΤΑΤΗ ΥΛΗ από τις εκδόσεις Άπαρσις το 2021, καθώς επίσης και δύο μυθιστορήματα με τίτλους Ο ΚΗΠΟΣ (εκδόσεις Ρώμη, 2022) και ΑΜΝΗΣΙΑ (εκδόσεις Γκοβόστη, 2024).