
αφήγημα
[… στα ηχεία, Νένα Βενετσάνου – Αμαρτωλό…]
Συμβουλεύτηκε το χάρτη του. Παρακολούθησε με προσοχή τη διαδρομή. Θα διαβεί δύσκολα περάσματα, κακοτράχαλο γίνεται το μονοπάτι στο ύψος που πλαταίνει περισσότερο η όχθη του ποταμού. Πρέπει να δώσει προσοχή στα βράχια που κρέμονται πάνω από το κεφάλι του. Καμιά φορά οι βράχοι αποκολλούνται, μικρές κατολισθήσεις λαμβάνουν χώρα και φράζουν το μονοπάτι. Πρέπει να προσέξει, το νερό κατηφορίζει από το Σκορτσινό είκοσι αιώνες και βάλε. Αν φουσκώσει το ποτάμι πάει χαμένος, η κοίτη του θα ‘ναι ο τάφος του. Έπειτα αποκοιμιέται πλάι στη φωτιά. Θα ξεκινήσει, λέει, το πρώτο χάραμα.
Τώρα διαβαίνει μέσα από το πυκνά φυλλώματα. Τόπους τόπους οι πέτρες έχουν λειανθεί, δεν θέλει πολύ να κυλήσει κανείς ως κάτω. Γύρω του ένας κόσμος ολόκληρος τον παρακολουθεί. Λουλούδια και πλάσματα αυτού εδώ του κόσμου τον παίρνουν στο κατόπι. Τ’ακούει που θροίζουν τριγύρω του, κουράγιο του δίνουν, κουράγιο. Είναι νύχτα ακόμη και ας λένε πως κάπου στον κόσμο ξημερώνει. Τ’άστρο της φέγγει εκεί απάνω και βάφει ασημένια τα νερά του Ευρώτα. Να, ίσα που φάνηκε το οροπέδιο, όλο θαμνότοποι, δελφίνια να παίζουν στα βαθιά, νησίδες και αγριοπούλια.
Άκουσε πίσω του τα τσακάλια, ρωτούσαν για εκείνον, βιάστηκε. Φύσηξε ένας παγωμένος άνεμος και σαν κάποιος να φανέρωσε κάτι περισσότερο από τη μέρα. Κοίταξε γύρω του, τα νερά του μιλούσαν. Και τα δέντρα διαβάζανε προσευχές αρχαίες, μόνο για εκείνον. Ένιωσε δεμένος με τούτο τον κόσμο τον άγνωστο. Τα δέντρα είναι οι φίλοι του, το βουνό η μάνα του, ναι, το βουνό η μάνα του.
Έκανε να κινήσει, μα σαν να φάνηκε μια αστραπή. Μαύρισε ο τόπος, χαθήκανε οι σύντροφοί του σε φωλιές και σε λαγούμια. Μύρισε παντού βροχή. Είδε στην κορφή το παρεκκλήσι, ένα από εκείνα που γερνούν με τους αιώνες και με τη μοναχικότητα τους. Εκεί θα πάει, να φυλαχτεί ίσαμε να περάσει το κακό.
Μυρίζει τ’αγιοκέρι παντού. Στους τοίχους κάτι σκόρπιες μορφές, σπαράγματα μιας τέχνης που χάθηκε για πάντα. Είχαν αφήσει καρφωμένο μονάχα το σταυρό απάνω από τ’Άγιο Βήμα. Το τέμπλο το’χαν πάρει και σωζόταν μόνο ένα κομμάτι με κρίνα πελεκημένα, λεπτά, σαν δάχτυλα χεριού ερωτικού. Ένας Χριστός με έντονο βλέμμα τον κοιτούσε μέσα από την καπνισμένη εικόνα. Αυτήν κανείς δεν την θυμήθηκε και τώρα παλιώνει εδώ μονάχη της. Είναι πολλά εκείνα που αφήνουν πίσω τους οι άνθρωποι. Ποτέ δεν τα ζητούν και αν καμιά φορά κάτι σχετικό νοσταλγούν, γρήγορα συνέρχονται από τις επίκαιρες ομορφιές και τα αποκτήματά τους τα πιο αγαπημένα. Πάνω ψηλά, στο δοκάρι είχε μια φωλιά χελιδονιών. Κάθε τόσο ερχόταν ένα, κάτι έλεγε μυστικά στα άλλα, πετούσαν νευρικά τριγύρω και ύστερα τον παρακολουθούσαν με κάτι πελώρια μάτια πίσω από τα κλαράκια. Μονάχα τους τις φτιάχνουνε και πάντα σε αυτές επιστρέφουν. Εδώ σαν να λέμε είναι η πατρίδα τους. Ξεχώρισε στον τοίχο, μες στη σκιά το πρόσωπο ενός μάρτυρα. Στα πόδια της μορφής έγραφε Παρασκευή. Πάνω από το πρόσωπό της είχε μια σιδερένια βάση. Εκεί θα βάζανε την καντήλα σαν έρχονταν οι μέρες του Ιούλη.
Έξω η βροχή χαλούσε τον κόσμο. Σαν όνειρο έμοιαζαν όλα, τα δέντρα, οι γραμμές των βουνών. Μεγάλα, πουπουλένια σύννεφα περνούσαν βιαστικά και χάνονταν προς τ’ανατολικά. Κοπαδιαστά περνούσε και η βροχή. Κάθε τόσο άναβε στον ορίζοντα ξαφνική μαρμαρυγή. Κοιτάζοντας το θαύμα ένιωθε πως μπορούσε να πιστέψει περισσότερο στον Θεό.
Τον διέκοψε η πόρτα. Τινάχτηκε, εκείνος σάστισε, έκανε πίσω και κρύφτηκε μες στο παλιό ιερό. Ένα κορίτσι, όχι πάνω από είκοσι χρονών μπήκε μες στο παλιό ξωκλήσι. Στον κόρφο της είχε μια αγκαλιά κούτσουρα. Τα άφησε χάμω, από τα μαλλιά της έσταζε ο ίδιος ο Ευρώτας. Σε λίγο σιγόκαιγε η φωτιά και σαν καλύτερος να ‘γινε ο κόσμος με την απλή, τη γεμάτη από σημασία πράξη του κοριτσιού. Την κοιτούσε πίσω από τα μαρμάρινα κρινολούλουδα που ‘χε φτιάξει κάποιος τεχνίτης με αυταπάρνηση χρόνια πίσω. Η Άννα η Κομνηνή θα του το ‘χε ζητήσει και αυτός δίχως αντάλλαγμα αφοσιώθηκε στο μεγάλο έργο.
Την είδε που έγειρε, Είχε γαληνέψει το πρόσωπό της. Θύμιζε την κατατομή των αγαλμάτων, πάει να πει μπορούσες να την συναντήσεις ξανά και ξανά, μια Καρυάτιδα του σύγχρονου κόσμου. Φαίνονταν οι ώμοι της, λευκοί, ρόδιζαν πλάι στη φωτιά. Δεινός ο έρωτας συλλογίστηκε και είπε να απομακρυνθεί δίχως να την ξυπνήσει. Είχε κυριευθεί από τη μορφή της και δεν άκουσε, δεν ξεχώρισε τα βήματα που φτάσανε κοντά τους.
Έκανε όσο θόρυβο μπορούσε για να ξυπνήσει. Το κορίτσι τινάχτηκε, σκέπασε τη φωτιά με τις στάχτες της, γέμισε καπνιά ο τόπος. Έπειτα ζύγισε ως απέναντι το βλέμμα της και χάθηκε. Προτού ξεμακρύνει και γίνουν όλα αδύνατα, στράφηκε προς το μέρος του.
“Σε ευχαριστώ. Ελένη”, είπε και έτσι, τόσα χρόνια μετά, έχει κάθε λόγο να υποστηρίζει πως αυτός, μονάχα αυτός σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, κατόρθωσε να ιδεί με τα μάτια τους τους ολόλευκους ώμους της ωραίας Ελένης. Σαν το κρινάκι του αγρού μες στα μαλλιά της μπλέχτηκε το στάχυ. Στο βάθος εκείνης της σκηνής, θυμάται πως υπήρχε παντού ο έρωτας, αγάπη κάθε λογής. Όλος ο κόσμος θαύμαζε να βλέπει την Ελένη που κοιμάται πλάι στη φωτιά, όλος ο κόσμος μάτωνε από την ξενιτιά της.
Ίσως να ‘ταν όνειρο, ίσως και ζωή. Τώρα, χρόνια μετά μια μυθολογία θυμάται μονάχα, κάπως θολή Μια Ελένη θυμάται, να διαβαίνει στοχαστικά από τη ζωή του, μορφή και μουσική μαζί και αξεδιάλυτη της ομορφιάς φόρμα. Σπανίως μιλά πια για αυτήν την ιστορία. Η ευγένεια των ξένων πολλές φορές τον βγάζει από τη δύσκολη θέση. Τίποτε δικό της δεν θέλει να το μοιράζεται.
Πρόσωπα
Κώστας Φέρρης
[…στα ηχεία “Καίγομαι, καίγομαι”…]
Ρεμπέτικο. 1983. Ο Φέρρης και η Σωτηρία Λεονάρδου καταθέτουν το επικό φιλμ. Πολλαπλές διακρίσεις με κορυφαία τον Αργυρό Λέοντα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, εγκωμιαστικές κριτικές. Και την ίδια ώρα μια σπουδή ολοκληρωμένη, με εκείνη τη δεύτερη όραση των δημιουργών που συλλαμβάνει την πολυπόθητη ουσία, πάνω στην λαϊκή ιστορία αυτού εδώ του τόπου. Μορφές τελετουργικές, καρφωμένες στο πάλκο όπως οι άγιοι στα τέμπλα των εξοχικών παρεκκλησίων, τα πρόσωπα του Ρεμπέτικου κυμαίνονται σε όλη την έκταση της πιο φοβερής εποχής για την Ελλάδα. Μεσοπόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, οι σταθμοί της εθνικής μας τραγωδίας και στο φόντο η μουσική με τις αντιστοιχίες της τις βιωματικές, συνείδηση και παρηγοριά μες στη βασανισμένη ζωή της προσφυγιάς, αυτής που έθρεψε την Ελλάδα και την μπόλιασε με νέες δυνάμεις, τόσο κοντινές στη ρίζα της την πρωτεϊκή. Το ρεμπέτικο, δεσπόζει μες στο φιλμ. Και όλα τρέμουν, καρδιές, χρόνια, ένας άνεμος πικρός σαρώνει το βίο μας το συλλογικό. Τους ανθρώπους τους σημαδεύουν τα χρόνια, κανείς δεν θα ξεφύγει.
Η ζωή της Μαρίκας Νίνου, τραγική, σύντομη, γεμάτη από ανείπωτες ευτυχίες και δυστυχίες που την τσάκισαν, στάθηκε η αφορμή για τη δημιουργία του Ρεμπέτικου. Η Σωτηρία Λεονάρδου τραγουδάει “καίγομαι, καίγομαι” σαν λέξεις μες σε προσευχή απεγνωσμένου στη μνήμη της. Εικονοστάσι η φωνή της πάνω από τα όργανα. Τότε είναι που λέω, πως ανήκουμε για πάντα στα τραγούδια.
Τα μέτρα
μια απέραντα μικρή ιστορία
“Από εδώ ίσαμε εκεί” και έπειτα μετρώντας με προσοχή το μανίκι, μια ανάσα από το πρόσωπο του Άλκη. “Και εδώ, ναι, εδώ είναι καλά, να μην σκεπάζει τον καρπό”, λέει ο κύριος Χάνσελ και αγγίζει τρυφερά το σφυγμό του νέου. Κάτι που λιγοψυχά αποκαλύπτεται στο πρόσωπο του ράφτη, κάτι που τον κλονίζει βρίσκεται εκεί, σαν να παίρνει μπρος ένα μυστικό πάθος και ανομολόγητο. Παράξενες αισθήσεις που ξυπνούν, δειλές αναμνήσεις, σαν σβησμένες, χείλη στεγνά.
Αυτά τα πάθη που κρύβουμε μες στην ψυχή μας, αυτά είναι που ξεχειλίζουν από ποτήρι μας. Ο κύριος Χάνσελ χαμηλώνει το βλέμμα, γρήγορα βρίσκει την αυτοκυριαρχία του, τρέμει και φοβάται και όλα τα χάνει σε ένα μυστικό ποντάρισμα. Δεν υπάρχει διέξοδος εκείνη τη στιγμή, μόνο μια κάμαρη γεμάτη τόπια, γεμάτη χρώματα. Και λίγος πυρετός.
Α.Θ
