Απόστολος Θηβαίος | Τρεις κρυπτικές εκδοχές

© Gianni Berengo Gardin

Τρεις κρυπτικές εκδοχές

Ε. Χ. Γονατάς

[… ο ποιητής δεν συγκινείται πάντα με τα άστρα
και με τα λουλούδια. Αναγκάζεται να ανακατωθεί
με στοιχείο υλικότερα…]
Κ. Παλαμάς

Ι.

“μια μέλισσα πιασμένη απ’ το ποδάρι σβουρίζει, ένα λουλούδι μου γνέφει απ’ την κλειδαριά∙ ξεχνιέμαι και του μιλάω ώρες”.

Έγραψε μες στη μοναξιά του. Έβαλε αντίκρυ του τον κόσμο και τον άφησε εκεί, να τον χαζεύει, ένα χρυσόψαρο μες στη σιωπή του. Διατήρησε μια απόσταση φαινομενική μόνο, καθώς αργά ή γρήγορα μες στο έργο του τον συναντά κανείς να καταλύει τα πάντα, ποτίζοντας το σύμπαν με την πληθωρική χροιά της φωνής του. 

Το θαυμαστό που κρύβεται πλάι μας, εκείνο που γυρεύει από εμάς άπειρη υπομονή και μεθοδικότητα προτού πλησιάσει την φλέβα της ψυχής. Αυτό είναι το πεδίο που ασκήθηκε ο Ε. Χ. Γονατάς. Και έφερε εις πέρας τούτη την αφοσίωση με την ταπείνωση και την πίστη ενός “Καρδινάλιου”, φιλόξενου, ενός συγγραφέα που δεν στάθηκε κάτι το εξαιρετικό. Μα θέλησε να σταθεί πρωτοπόρος, θιασώτης του ασύλληπτου και μες στην εξαίρεση του χειρισμού, κάθε τι παλιό να ανανεώσει, διακόπτοντας τη στείρα επανάληψη.

Φανταστείτε, πως διέκρινε μες στη φαντασμαγορία των χρωμάτων ένα τόσο δα λουλούδι “να του γνέφει μέσα από την κλειδαριά”, κάποιας “κρύπτης”. Σε εκείνο, θα μπορούσε να πει τα πάντα. Και το έκανε.

ΙΙ. 

“Φυλακισμένος μες στο γυαλί, δεν έβλεπα παρά τα παχουλά χέρια της μητέρας μου, που ξαναβούλωνε σφιχτά το καπάκι. Ύστερα κόλλησε μια ετικέτα στο μπουκάλι, και μ’ απόθεσε ψηλά, σ’ ένα ράφι της κουζίνας ανάμεσα στα άλλα βάζα με τις μαρμελάδες της”.

Το σπίτι ήταν παλιό. Και τα ράφια, και τα ράφια ετοιμόρροπα. Στον παλιό καλόγερο κρεμασμένες οι λέξεις που δεν είπαμε, τα ρούχα που δεν φορέσαμε ποτέ ξανά, η ρόμπα της μητέρας, η ζακέτα του πατέρα, όλα με το σχήμα των σωμάτων. Με τη μυρωδιά τους, ξεχειλωμένες στα σημεία της μέγιστης τριβής με το χρόνο. 

Τα δωμάτια ήταν κλειστά. Και τα κρεβάτια, και τα κρεβάτια ξέστρωτα, σαν ξέσκεποι νεκροί. Και εκεί επάνω, μας περίμεναν οι κυριακάτικες φορεσιές μας. Όλα καλά σιδερωμένα και όλα καλά σκονισμένα. 

Περπάτησα πολύ μέχρι να βρω εκείνο που γύρευα. Είχα πια μεγαλώσει και ήξερα καλά πως η μεγαλύτερη ευθύνη βρίσκεται μες στο όνειρο. Μόνο που είχα πια ολότελα μπερδευτεί και δεν γνώριζα, όχι δεν θα γνώριζα ποτέ μου, τι δεν είναι όνειρο, τι δεν είναι όνειρο.

Τότε με είδα πάνω στο ράφι, πίσω από το κυλινδρικό γυαλί. Μια μαγική σφαίρα και εγώ μέσα εκεί, παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ, μια αθωότητα τόσο ανεπανόρθωτη που ίσως κλάψω, ίσως κλάψω με την ψυχή μου βρεγμένη ως το κόκαλο ίσως κάτι καταφέρω. Πάντα σε ένα σπίτι κλειστό , μια φυλαγμένη στους αιώνες ομορφιά. 

Πήρα το βάζο, με κοίταξα καλά, τίποτε δεν είχε αλλάξει. Πάνω στο γυαλί διέκρινα τις δαχτυλιές της μάνας μου, τους στίχους του ποιητή, όλα όσα προσπαθούσε να μου πει , ο άνεμος ακούστηκε, ο άνεμος φορτωμένος με το τραγούδι του, χάδι μεγάλου σε παιδικό μέτωπο, λίγα λεπτά μετά τον εφιάλτη. 

Είχαν περάσει μέρες από τότε. Το περιστατικό είχε λησμονηθεί όταν έπεσα πάνω σε εκείνους τους στίχους. Κατάλαβα πως το παιχνίδι ήταν από πριν χαμένο. Και αυτό επειδή, μεγαλώνω Κλαίρη, μεγαλώνω μαζί με ποιήματα, μαζί με ποιήματα μετρώ την ηλικία μου. Και αυτό επειδή, τώρα πια δεν υπάρχει κανείς όταν φωνάζω απεγνωσμένα μέσα από το γυαλί, τώρα δεν υπάρχει κανείς μητέρα για να ανοίξει το πλαστικό καπάκι, μητέρα. 

ΙΙΙ.

“Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους. Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα, ξέρουν όμως σε ποιά μεριά του κορμιού τους άνθισαν”.

Ο πωλητής των ξηρών καρπών φθάνει πάντα όταν έχει ξεκινήσει το παιχνίδι. Τριγυρίζει τις κερκίδες και λέει “σεείδαΜαρία”, με έναν τρόπο που να μοιάζει  όλα με μια μόνο λέξη. Του λείπει το ένα του χέρι, μα αυτό δεν τον εμποδίζει να φέρνει εις πέρας κάθε μια παραγγελία. Το κάνει με περίσσια χάρη και όλοι στην κερκίδα χειροκροτούν που ο πωλητής στέκει ακόμη όρθιος και που μπορεί να κάνει ακόμη τα περίφημα κόλπα του. 

Δεν σταματά ούτε λεπτό, τριγυρίζει τις κερκίδες μες στη βροχή και το λιοπύρι, φωνάζει “σεείδαΜαρία”, με έναν τρόπο που κάνει τα πάντα να μοιάζουν με μια μόνο λέξη. 

Αργά τη νύχτα τον ακούμε που περνά έξω από τις γειτονιές μας με το παλιό του τρίκυκλο. Ο ήχος του χάνεται μες στην καρδιά του δάσους που στέκει έξω από τον οικισμό. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί να πηγαίνει ως εκεί. 

Μόνο σαν χάθηκε από κάποια αιτία παθολογική, μόνο όταν καταλάβαμε όλοι σε εκείνο το γήπεδο πως χάσαμε μια σταθερά μας, μόνο τότε πήρα το δρόμο το πρώτο βράδυ που δεν πέρασε. 

Είδα παρκαρισμένο το τρίκυκλο, κάποιος είχε κλέψει τα λάστιχα και ήταν ένας σκελετός πάνω σε τσιμεντόλιθους. Δεν θα ‘χα περάσει τις πρώτες συστάδες των δέντρων, όταν συνάντησα ένα μικρό ξέφωτο. Έμοιαζε περίκλειστο, τριγυρισμένο από πολύχρωμες πρασιές. Σκέφτηκα, πως είναι η φύση, οι ζωγράφοι και οι ποιητές που μας διδάσκουν ασταμάτητα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για να αντέξουμε. 

Μια μικρή ξύλινη κατασκευή, γεμάτη με πανιά και βάμμα ιωδίου. Ώστε λοιπόν, εδώ πήγαινε ο πωλητής των ξηρών καρπών. Εδώ που ανάμεσα στην ποταμίσια μυρωδιά του κέδρου, ο χαμένος μας φίλος, έβγαζε το πανωφόρι του. Μια πεταλούδα ίσως να ‘νιωθε το αβάσταχτο γήρας που προξενεί το τέλος μιας αγάπης. Και ίσως καθόταν στο πληγωμένο του χέρι, σβήνοντας κάθε τι τραγικό σε ολόκληρη τη σκηνή. Ο πωλητής φρόντιζε το τραύμα του, το αγαπούσε πολύ είναι η αλήθεια. Και τώρα που αποκαλύπτονται όλα, εμείς οι φίλοι του από την κερκίδα μιας λογοτεχνίας που διαθέτει ξέφρενη νοημοσύνη, όλοι εμείς, το χέρι του νιώθουμε, το χαμένο του χέρι πάνω στις καρδιές μας. 

Πλάι στην κατασκευή, μια επιγραφή κακογραμμένη έλεγε. “Για το τραύμα σου”. Λησμόνησα μόνο να σας πω ότι εκείνη η κατασκευή διέθετε μια φάσα από εξωφρενικό χρυσό βελούδο που του χάριζε κάτι από τη ζωγραφική του Ακριθάκη με την εκφραστικότητα της, με την από επιλογή , τρυφερότητα της, μια προοπτική συγκαλυμμένη που φανερώνεται μέσα από στοιχεία υλικά.

Απόστολος Θηβαίος