
Αφήγημα
Ο κύριος Μπουοντελμόντι ναύλωσε ένα καράβι με όλες τις ανέσεις. Φρόντισε δε να το εξοπλίσει με μια διμοιρία για την προστασία του εαυτού του αλλά και των υψηλών προσώπων που επρόκειτο να ταξιδέψουν. Πλήρωσε καλά και έτσι εφοδιάστηκε με τους καλύτερους. Στάθηκαν εμπρός του παραταγμένοι και εκείνος του επιθεώρησε για να τους βρει έκτακτους και πολύ καθώς πρέπει. Οι τεχνίτες φρόντισαν να στήσουν ένα σκίαστρο επάνω στην κουβέρτα. Για τις κυρίες που θα ακολουθούσαν σε τούτη την περιπέτεια, πάντα για αυτές.
Θα έφευγαν από την Βενετία στο τέλος του μήνα. Και έπειτα πλέοντας διά μέσου των Ιονίων νήσων θα διέρχονταν από το τρομερό Ταίναρο και έπειτα καρφί για το περικλεές νησί. Θα έπρεπε φυσικά να κρατήσουν αυστηρά μυστική την πορεία τους αν ήθελαν να φτάσουν όλοι σώοι στον προορισμό τους. Πάει να πει, θα έπρεπε να κρατηθεί η διέλευση μακριά από τις ακτές, εκεί που βρίσκουν ορμητήριο οι πειρατές. Τον τόπο ρημάζουν του λόγου τους. Αν κατόρθωνε λοιπόν η παρέα, να ξεπεράσει όλα αυτά τα εμπόδια και αν ο Θεός τους παραστεκόταν, τότε με σιγουριά μες σε ένα μήνα θα πιάνανε στην Δήλο.
Το βράδυ πριν την αναχώρηση οι κυρίες και οι κύριοι διά του προσωπικού τους, φόρτωσαν τα μπαγκάζια τους στο ωραίο ιστιοφόρο, ένα μεγάλο πλεούμενο, οπλισμένο με τέσσερα κανόνια, δυο εμπρός και άλλα στην πρύμνη του. Η παρέα αισθανόταν τη γνώριμη εκείνη ανυπομονησία που αισθάνεται κανείς όταν ετοιμάζεται για κάτι μεγάλο και σπουδαίο. Τώρα όμως, είναι ώρα για συστάσεις.
Ο κύριος Μπερνάρντο, ερασιτέχνης ιστορικός και άριστος μελετητής όλων εκείνων των κατάστιχων που διασώζονται ως τις μέρες μας. Υπήρξε λάτρης του Ομήρου και έτσι καθώς κανείς τον άκουγε, αδυνατούσε να ξεχωρίσει πού προβαίνει σε ψευδολογίες ο κύριος αυτός, τόσο τον γοήτευε. Η αλήθεια είναι πως ο Μπερνάρντο διέθετε την αναγκαία πειθώ για να καταστήσει ανυπόστατη κάθε υποψία. Πάνω από όλα είχε το πάθος του ανθρώπου που ‘χει βρει κάτι για να αγαπάει. Για τον κύριο Μπερνάρντο αυτή η αγάπη είχε το όνομα “ταξιδιωτικαί περιηγήσεις”. Ήταν γνωστό πως στα νιάτα του επισκέφτηκε κάθε γωνιά του τότε γνωστού κόσμου. Κατέγραψε τις εντυπώσεις του εις λεύκωμα, πολύ καλαίσθητον το οποίο όπως και κάθε τι άλλο, το σκέπασε η σκόνη του χρόνου, το σκέπασε.
Δεν θα υπήρχε λοιπόν πρόσωπο καταλληλότερο από του λόγου του να πει δυο λόγια στην παρέα για την ωραία και μακρινή Δήλο. Η περιγραφή του υπήρξε πομπώδης, τόσο ώστε κατά το τέλος της παρουσίασης του, έβαλε τα κλάματα εμπρός σε όλους μας. Κανά δυο σηκώθηκαν και τον παρηγορήσανε, μα δεν ήταν ανάγκη. Η φαντασία του αρκούσε για να ερεθίσει το ενδιαφέρον των κυριών που συζητούσαν μεταξύ των για πράγματα τυχαία και τόσο πεζά, όπως για τις φήμες που θέλουν εραστές τον γιο των Καπεντέτι με μια φτωχή και πανέμορφη δεσποινίδα, όχι πάνω από δεκαέξι χρονών. Έπειτα πιάνονταν με άλλα ονόματα μα κάθε τόσο, ως ένδειξη ενδιαφέροντος, αφοσιώνονταν στην αφήγηση του Μπερνάρντο , αυτή που ‘χει να κάνει με τόσους προορισμούς και μέρη τόσο μακρινά, όσο και τ’άστρο του αποσπερίτη. Στο τέλος η Δήλος τις απορρόφησε.
Τ’άλλο πρωί στην προβλήτα είχε συγκεντρωθεί μέγα πλήθος. Χονδρέμποροι, τυχοδιώκτες, κλεπταποδόχοι και χαμίνια και αδέσποτα, όλοι τους με μια ταραχή στο βλέμμα. Κάπου εκεί βρίσκεται για πάντα το “κορίτσι με τα μαύρα” που κατοικεί όλα ανεξαιρέτως τα λιμάνια του κόσμου. Οι βαστάζοι σπρώχναν βαρέλια και αλλού εφρόντιζαν για την επιβίβαση ενός κοπαδιού προβάτων. Άμα ξεμάκρυναν, όλο εκείνο το πλήθος σαν να εξαφανίστηκε μεμιάς από τη σκηνή. Οι περισσότεροι τρύπωσαν στην κοντινή ταβέρνα του Θεμιστοκλή και όλα στο κανονικό επέστρεψαν.
Στο μεταξύ πάνε δέκα μέρες που το “Αμαρυλλίς” ταξιδεύει νότια της Πελοποννήσου. Οι κυρίες που πειράχθηκαν από τη θαλασσοταραχή, βρήκαν και πάλι την αυτοκυριαρχία τους μόλις ανακοινώθηκε από τον ωραίο, νεαρό πλοίαρχο πως η νήσος που αχνοφαινόταν στο βάθος της θαλάσσης, ήταν η περίφημη πατρίδα του θεού Απόλλωνα. Κυρίες και κύριοι η Δήλος, αναφώνησε ο θαλαμηπόλος που ‘χε γεννηθεί στη Μονεμβάσια. Έδειξε πως την κατεύθυνση της νήσου που ερχόταν κάθε τόσο στο προσκήνιο εκείνου του τοπίου. Θα το θέλησε ο Θεός, αλλιώς δεν ερμηνεύεται το γεγονός πως μόλις η Δήλος εθεάθη ο δυνατός ο άνεμος ξεθύμανε. Και σηκώθηκε τώρα μια αύρα δειλή και πήρε το καραβάκι στην Δήλο να το πάει.
Το πλοίο έχει αγκυροβολήσει στα ανοιχτά. Ένα κοπάδι προβάτων, μασουλάει το χαμηλό τριφύλλι. Ένας τράγος βρίσκεται σκαρφαλωμένος απάνω στ’απομεινάρι κάποιου κίονα. Λίγο πιο πέρα, βωμοί, ναοί, ένας Θεός με δική του πολιτεία, με ένα σύμπαν δικό του.
Ο κύριος Μπουαλντεμόντι έδειξε κάτι στον φίλο του. Δεν διακρινόταν μα ο καθένας θα μπορούσε να εννοήσει, ολοένα και περισσότερο πως επρόκειτο για άγαλμα. Ένα θηριώδες άγαλμα του θεού που αποκοιμιέται μες στη μυσταγωγία του καλοκαιριού. Προτού το πλήρωμα επιτρέψει την έξοδο των επιβατών, ο κύριος Μπουαντελμόντι, ικανότατος επιχειρηματίας, κάλεσε στην κάμαρή του τους ευυπόληπτους συνταξιδιώτες του. Τους εξήγησε πώς έχουν τα πράγματα, τους εξέθεσε το περιθώριο του ξέφρενου κέρδους, τους υπέδειξε ένα σορό εργαλεία, σχοινιά, τροχαλίες, άροτρα, ότι βάζει ο νους τ’ανθρώπου δηλαδή. Και φυσικά τους τόνισε την ικανοποίηση των αρχόντων εμπρός σε τούτη την προοπτική. Συμφώνησαν όλοι και αποφάσισαν πως η ευκαιρία ήταν χρυσή. Αναλογίστηκαν δε τα οφέλη από το θαυμασμό του βασιλιά. Δεν είχε τίποτε για να λογαριάσει, τίποτε.
Ολάκερο το πρωινό, όσοι οι κυρίες τριγύριζαν στο ιερό νησί με τα ομπρελίνα και την διάθεσή τους την τόσο εξοχική, οι άνδρες τεμάχιζαν το πρόσωπο εκείνου του αγάλματος. Για την ακρίβεια, Γάλλοι, Ιταλοί, Άγγλοι, με πρώτο τον κύριο Μπουαντελμόνι, εκτέλεσαν τον ένα και βασικό όρο της συμφωνίας. Οπλισμένοι με πριόνια, πήραν να τσακίζουν το λυπημένο πρόσωπο του αγάλματος.
Με τι λύσσα όρμησαν πάνω του. Θα ‘λεγε κανείς πως τον μισούσαν πια οι άνθρωποι τον Θεό και πως μήτε η θέση του η μειονεκτική μπορούσε να συνεφέρει το πλήθος που σχεδόν βακχεύει εκείνη τη μορφή. Κάθε τόσο οι λοστρόμοι και οι βοηθοί σπεύδουν κάτω, φορτώνονται ένα δέμα και χάνονται. Και έτσι, με έναν τρόπο αφοπλιστικό που σε αφήνει αμήχανο, χάθηκε η μορφή εκείνου του αγάλματος.
Και οι ταξιδιώτες, και αυτοί χάθηκαν, στις Αχερουσίες πάνε τώρα, στ’άλλου κόσμου την υδρόγειο. Μόνο το ταξίδι έμεινε, μόνον η Δήλος δίχως αγάλματα πια, με ένα γέρικο λιοντάρι στο φόντο. Εκείνο το πλήρωμα πνίγηκε μες στη θάλασσα του καιρού, εκείνοι οι άνθρωποι πέθαναν, χάθηκαν, μόνον οι φορεσιές τους, στα μουσεία του κόσμου βεβαιώνουν πως κάποτε υπήρξαν. Μόνον η Δήλος παραμένει ακέραια, με όλα τα σημάδια των αιώνων, σπαρμένη όλα εκείνα που γυρεύουν μια κάποια αθανασία.
Κανείς δεν έμαθε τι να ‘γινε με τον κύριο Μπουοντελμόντι και αν επέστρεψε κάποτε στην Δήλο. Μόνον το τέμπλο της ζωής απέμεινε, ξεδοντιασμένο και σαθρό. Φυσικά μπορεί κανείς να φανταστεί πόσα πράγματα δικά μας υποκαθιστά αυτή η ιστορία και ο τεμαχισμός της μορφής του θεού βασιλιά.
Χρόνια μετά ετούτη η ιστορία επιβεβαιώθηκε με την εύρεση σε μια άκρη, ενός γυναικείου περιδέραιου. Στραφτάλιζε μες στο μαρτιάτικο πρωινό, αιώνες τώρα στόλιζε τις ανεμώνες και τα στάχια. Έκτοτε όλα διαβήκανε την πύλη της αιωνιότητας, της μουσικής, των άστρων. Η Δήλος μόνο απέμεινε ανυποψίαστη και ιερή, η Δήλος δακρυσμένη νύχτες ολόκληρες κάτω από τα δικά της στάχια. Και ο τρόπος ο υποβλητικός του κυρίου Μπουοντελμόντι που ξέρει να διηγείται την ιστορία με μεθόδους υποβολής και μια μίξη του αδυνάτου με την πιο στέρεη αλήθεια.
Βουβή χορωδία
Δόμνα Σαμίου
Σε ένα από εκείνα τα παλιά τα σπίτια μαζεύονται τέτοιο καιρό. Βουβοί οργανοπαίχτες, μουγκές χορωδίες, χρόνια κωφάλαλα, περαστικά θα ‘στε όπως εκείνα που ‘ρθαν και όσα μέλλονται. Τους βλέπουν αργά τη νύχτα, ο ένας μετά τον άλλον, σκύβουν φιλούν το χώμα και μπαίνουν στο σπίτι. Πρώτα όσοι παίζουν τη λύρα, παιδιά λαϊκά που χάθηκαν το ‘47, τη χρονιά που γεννήθηκε ο πατέρας μου. Χρόνης, Αναστάσης, Κώστας, τίποτε δεν σημαίνουν αυτές οι λέξεις και όμως στο Πωγώνι τους μνημονεύουνε, πράγμα παράξενο τις ώρες της μεγαλύτερης χαράς.
Ύστερα οι νταουλιέρηδες με τα μεγάλα όργανά τους που τα περνούν ξυστά από το κατώφλι. Αυτοί έχουν χαρακωμένο το πρόσωπο και είναι οι μόνοι που ακούν τα πουλιά. Τόσα χρόνια μετά. Τελευταία μπαίνει η ερμηνεύτρια, ιερατική, αποφασισμένη. Δεν έχει φωνή, μόνο επλησιάζει μια κατάσταση που προσομοιάζει με του Παπαδιαμάντη το έργο. Γράφει ο Σκιαθίτης: “κάτι να αγροικήσει, κάτι να απολαύσει, αλλά δεν ησθάνετο πλέον, βαθιά μόνο που εθαύμαζε να βλέπει”. Βαθιά, ως μες στον εαυτό του, στα παραγώνια μας, ξανοίγοντας του νου τα παράθυρα.
Αν με ρωτούσαν απόψε τι σημαίνει το όνομα Δόμνα Σαμίου, θα έλεγα, μια αγιογράφος της μουσικής μας παράδοσης, ερχόμενη από έναν άλλο δρόμο για να απαντήσει την κεντρική μας την αρτηρία.
Εις μνήμην
Γιώργος Πανουσόπουλος
1942- 2026
[…Δολιχός χρόνος οίδεν αμείβειν ούνομα και μορφήν και φύσιν ηδέ τύχην…]
Μονάχα στα φιλμ δεν μπορεί να κάνει τίποτε, στα φιλμ της ζωής μας που απόψε παίζουν σε λούπα. Παντού μια μελαγχολία σε στυλ Βακαλόπουλου, διάσπαρτη από την εντέλεια του έρωτα και τον καταιγισμό του.
Ο Γιώργος Πανουσόπουλος “Απέναντι” πια. Τον αποχαιρετούμε.
Απόστολος Θηβαίος
