
Δεν μου μιλάει. Ακόμα μου κρατάει μούτρα που δεν πήρα μαζί το αγαπημένο του ελεφαντάκι. «Ο ελεφαντάνθρωπος», έτσι τον λέει ο Πέτρος. Αρνείται να κοιμηθεί χωρίς αυτόν, κι ας έχει κλείσει τα εννιά.
Για όλα φταίνε πάντα οι μαμάδες, έτσι δεν είναι; Και πόσα να κάνουν κι αυτές; Όταν πετάς πράγματα σε ένα σακίδιο την ώρα που οι σειρήνες του πολέμου στριγκλίζουν για εκκένωση, πού να βρεις μυαλό να σκεφτείς τον ελεφαντάνθρωπο;
Εδώ και μια βδομάδα, από τότε που ήρθαμε και «εγκατασταθήκαμε» εδώ, ζωγραφίζει χωρίς σταματημό. Πρώτα ζωγραφίζει και μετά αναπνέει. Αφήνει κάτω το μολύβι μόνο για να φάει τα κορν φλέικς του μέσα στο κεσεδάκι από γιαούρτι που του έδωσε ένας κύριος από δίπλα.
«Πέτρο, σε φωνάζουν για να παίξετε…» λέω. Δεν με ακούει. Δεν παίζει κρυφτό σαν τους άλλους, μόνο τους βλέπει με την άκρη του ματιού του να κρύβονται και μετά να τρέχουν. Αυτός μόνο σκιτσάρει. Κοιτάω μια το σχέδιό του και μια γύρω μου. Κάνω συγκρίσεις ανάμεσα στο σκίτσο και στην κινούμενη εικόνα. Παρατηρώ: οι άνθρωποι και οι βαλίτσες τους έχουν καταλάβει τον χώρο. Είναι στοιβαγμένοι παντού. Στα παγκάκια, στα βαγόνια του μετρό, στις πλατφόρμες, στις σκάλες. Χαζεύω τα ρούχα που έχουν απλωθεί στις σκάλες, μέχρι τον κάτω όροφο εκτείνονται, στην κουπαστή των ακινητοποιημένων βαγονιών. Άνθρωποι-σαλιγκάρια, με το σπίτι τους φορτωμένο σε σακίδια. Σαν να βρήκε ο καθένας μια γωνίτσα, από ανάγκη την αποκαλεί «σπίτι». Τρέμει μη σηκωθεί για κατούρημα και γυρνώντας τη χάσει κι αυτή.
Σπίτι. Δεν αναρωτιέμαι καν αν θα το ξαναδώ. Δεν θέλω να σκέφτομαι τίποτα, η μνήμη είναι μια συσκευή στο κεφάλι μου που αυτή τη στιγμή μόνο μπλοκάρει τα πάντα. Θέλω να πέσει ένα σεντόνι και να μη σκέφτομαι. Κι όμως, εκεί που ξαπλώνω με το κεφάλι πάνω στο σακίδιό μου, σκάνε οι εικόνες. Τα φυτά στο μπαλκόνι που δεν πρόλαβα να ποτίσω. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο στην αποθήκη. Τα χειροποίητα στολίδια στα κασόνια. Την πολυθρόνα μου. Το κρεβάτι μου. Το κρεβάτι μου πιο πολύ απ’ όλα. Κι αυτή τη ραπτομηχανή της γιαγιάς.
«Μα γιατί δεν με καταλαβαίνεις; Εγώ δεν μπορώ να κοιμηθώ εδώ πέρα. Βρωμάει… ποδαρίλα», λέει η Ελένα και ξινίζει τα μούτρα της.
Η Ελένα είναι όρθια, εδώ και ώρες. Κοιτάζει προς την έξοδο του σταθμού και είναι τόσο, τόσο εκτός πραγματικότητας που θέλω να σηκωθώ και να την ταρακουνήσω από τους ώμους. Βήμα δεν κάνω. Είναι χαμένη υπόθεση, τα μυαλά έχουν μετακομίσει από το κεφάλι της εδώ και χρόνια. Κι έπειτα, τα μωρά θηλάζουν χωμένα στην αγκαλιά μου, το καθένα στον δικό του ρυθμό, στο δικό του βυζί, χωρίς την παραμικρή ιδέα ότι ο κόσμος γκρεμίζεται. Φαντάζομαι το βιογραφικό τους μετά από χρόνια: γεννήθηκαν στο Χάρκοβο, ο Φίλιππος δύο μήνες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, και η Βαλεντίνα έναν μήνα.
«Φτάνει, δεν θέλει να φάει άλλο, θα σκάσει. Θα του βγει το γάλα από τα αυτιά», λέει η Ελένα και κοιτάει πάλι κάπου αλλού.
«Θα τον κρατήσεις τουλάχιστον μέχρι να ρευτεί;» ρωτάω και της δείχνω τον γιο της, που τεντώνεται πάνω μου.
«Εγώ;» με κοιτάει τόσο περίεργα, απορεί, απορεί πραγματικά. «Εσύ δεν είπαμε ότι θα το αναλάβεις; Αφού έχεις τόσο γάλα. Εγώ, δεν… δεν είχα. Αφού εκεί ήσουν, το είπε και ο γιατρός. Κι έπειτα, εγώ πρέπει να φροντίσω το πώς θα φύγουμε από δω μέσα. Εγώ ξέρω Αγγλικά» κι εσύ δεν ξέρεις, σαν να λέει. Εσύ δεν ξέρεις τίποτα.
Δεν μιλάω. Κρατάω τον γιο της για λίγο όρθιο, ενώ η δική μου θηλάζει ακόμα.
Εγώ και η Ελένα. Δίδυμες αδερφές τόσο διαφορετικές, που ευχαρίστως θα μας μελετούσαν οι επιστήμονες. Καμιά φορά σκέφτομαι πως τα κοινά μας περιορίζονται στα εξής: ίδιο αίμα, ίδιοι γονείς, ίδιο πατρικό σπίτι που από ό,τι φαίνεται δεν θα ξαναδούμε, α… και γεννήσαμε την ίδια περίοδο. Εγώ το δεύτερο παιδί, αυτή το πρώτο. Όλα τα άλλα διαφέρουν. Ακόμα και το γάλα στο στήθος. Η φύση προνόησε να έχω εγώ και για τις δυο μας.
«Πάω να ρωτήσω τον… Μήπως έμαθε τίποτα για τη βοήθεια» λέει η Ελένα.
Τη βλέπω να κατευθύνεται προς τον Αλεξάντερ, που «μένει» δέκα μέτρα πιο κάτω, δίπλα από το χτυπητήριο για τα εισιτήρια. Είναι κορμάρα η αδερφή μου, ούτε πως γέννησε πριν από δύο μήνες. Κάτι της λέει ο Αλεξάντερ κι αυτή γελάει τόσο δυνατά, που όλοι την κοιτάζουν. Κάποιοι θυμώνουν και κάποιοι ταράζονται, έχουν καιρό να ακούσουν κάποιον να γελάει.
Φλερτάρει με τον Αλεξάντερ. Όχι ότι δεν το περίμενα. Πάντα φλερτάρει όταν δεν ξέρει τι να κάνει, είναι ένα είδος αντανακλαστικού αυθορμητισμού. Όταν είναι απεγνωσμένη, φλερτάρει καλύτερα.
Κοιτάζω τα πόδια μου, την κοιλιά μου. Το λίπος ξεχειλίζει, το μαλλί λαδωμένο, αυτό είναι το θέμα μας; Εκνευρίζομαι.
Πεινάω, συνέχεια πεινάω. Η στάθμη στο σακίδιο με τα τρόφιμα κατεβαίνει επικίνδυνα, και ποιος ξέρει πότε θα έρθει η βοήθεια. Η Ελένα, κάθε φορά που μασουλάω, με κοιτάζει με απαξίωση και κουνάει το κεφάλι χωρίς να σχολιάζει. Ο Πέτρος, πάλι, τρώει συνέχεια κορν φλέικς χωρίς γάλα. Ίσως αυτό είναι το δικό του κόλπο. Όλοι εδώ μέσα βρίσκουν ένα κόλπο για να τη βγάλουν καθαρή, να μην τους σαλέψει.
Ο Πέτρος βολεύεται δίπλα μου και σπρώχνει τα μωρά στην αγκαλιά μου, δήθεν κατά λάθος. Αυτά ξεβολεύονται, κλαίνε σε απόλυτο συγχρονισμό. Διακρίνω μια κρυφή χαρά στα μάτια του, που τους αναστάτωσε. Ζηλεύει. Μέσα σ’ όλα τα δράματα εδώ μέσα, ο καθένας έχει και το προσωπικό του, σαν κουτάκι μέσα στο κουτάκι.
Η Ελένα γυρνάει, κάτι προσπαθεί να μου πει αλλά δεν την ακούω. Οι βόμβες πρέπει να πέφτουν κάπου σχετικά κοντά, κουνιόμαστε όλοι για λίγο, σαν σεισμός επιφανειακός. Μετά ησυχάζουμε και περιμένουμε το επόμενο κύμα.
Η Ελένα παίρνει το κινητό και γράφει. Κάτι θα σκέφτηκε πάλι και παίρνει σημειώσεις. Εδώ και χρόνια γράφει ένα πολύπαθο μυθιστόρημα. Όταν τη ρωτάνε, παίρνει αυτό το ύφος μεταξύ περηφάνειας και κούρασης του ανθρώπου με πολλά κιλά ταλέντο. Λέει ότι το τελειώνει και όλο κάτι διορθώνει. Ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε ότι θα γίνει συγγραφέας. Από τότε μιλάει με ύφος σαν να έχει πάρει ήδη το βραβείο Booker και λυπάται όλους τους άλλους που έχουν ποταπά ενδιαφέροντα, όπως το τι θα φάμε, ποιος θα καθαρίσει.
Σχεδόν ντρέπεται να λέει ότι η αδερφή της δουλεύει στο σουπερμάρκετ. «Ταμίας;» με ρώτησαν μια φορά. Η Ελένα καθόταν δίπλα μου και έτρεμε ότι θα την εκθέσω. «Όχι, όχι», θύμωσε. «Κάτι, με μάρκετινγκ, νομίζω;» τα μάσησε. «Ταμίας», είπα εγώ περήφανα. Έτσι, για να τη δω να ταράζεται.
Αφήνω τα μωρά σε ένα αυτοσχέδιο κρεβατάκι από χαρτόκουτα και μαξιλάρια. Σηκώνομαι για να ξεμουδιάσω. Έχουν στηθεί έξω από την τουαλέτα, ουρές παντού, για όλα.
Γυρνάω μετά από λίγο και κάθομαι δίπλα απ’ την Ελένα. Ο Πέτρος ζωγραφίζει μαζί με ένα κορίτσι που δεν μιλάει καθόλου.
«Είναι φρικτά εδώ μέσα», γκρινιάζει η Ελένα. Κάνω πως δεν ακούω. «Τραγικά», κλαψουρίζει. «Εσένα δεν σε ενοχλεί;» θυμώνει που δεν συμπάσχω.
Κουνάω το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά γνέφοντας «όχι». Τι να με ενοχλεί; Ποιο απ’ όλα; Που δεν ξέρω αν θα βγάλουμε τη μέρα ή τη νύχτα; Που δεν ξέρω πού στο καλό θα πάμε όταν βγούμε από δω μέσα; Που έχω κουραστεί να βλέπω αυτό το πολύχρωμο χαλί από ανθρώπους μες την απελπισία; Δεν θα της κάνω τη χάρη να το παραδεχτώ.
Κοιτάζω κάποιον που κρατάει τη γάτα του τόσο σφιχτά, που είναι έτοιμη να εκραγεί. Η γάτα τον γρατζουνάει για να την αφήσει. Μόνο τότε συνέρχεται. Ένα περιστέρι έχει σφηνώσει στο υπόγειο του μετρό. Χτυπιέται στους τοίχους. Μπαίνει μες στα βαγόνια και δεν βρίσκει ούτε αυτό τρόπους και δρόμους για καθαρό αέρα.
«Τι σκέφτεσαι;» με ρωτάει τελικά. Αναγκάζεται να μου μιλάει, δεν έχει κανέναν άλλον από τότε που χώρισε.
«Σκέφτομαι… Διάφορα. Πώς θα είναι η ζωή μας όταν φύγουμε από δω μέσα» λέω.
«Πολύ αμφιβάλλω αν θα φύγουμε ποτέ. Εδώ, σ’ αυτό τον σταθμό θα πεθάνουμε όλοι. Σαν αυτοκίνητα κολλημένα στη λάσπη. Τρένα σε αναγκαστική απεργία. Πώωω, φοβερό αυτό που σκέφτηκα. Για κάτσε να το γράψω», πληκτρολογεί στο κινητό.
Το μωρό της κλαίει σπαρακτικά, ασταμάτητα. Αυτή κάνει ότι δεν ακούει. Προσπαθώ να το ηρεμήσω. Του χαϊδεύω την κοιλίτσα, πρέπει να έχει κολικούς.
«Μπορείς να του πεις να σταματήσει;» εκνευρίζεται. «Έλεος! Κάποιος πρέπει να γράψει εδώ πέρα!» Σταμάτησε το μυθιστόρημα και παίρνει σημειώσεις για το τι συμβαίνει στον σταθμό. Φέρεται λες και βλέπει ταινία και θα της ζητηθεί να κάνει κριτική αργότερα. Τρέμει μην της φύγει καμιά λεπτομέρεια.
Δεν έχει φυσικό φως εδώ μέσα. Μόνο το τεράστιο ρολόι σε ειδοποιεί αν είναι μέρα ή νύχτα. Το βράδυ, μετά τις εννιά, τα μωρά κοιμούνται. Κι εγώ σχολάω. Κλείνει το γαλατάδικο. Είναι σαν σταθμός ανεφοδιασμού, ή εναλλακτικό βενζινάδικο.
Ο πόλεμος… Ο πόλεμος αλλάζει μορφή στον ύπνο μου –όταν τα καταφέρνω και κοιμάμαι, δηλαδή. Φοράει μπότες από σίδερο και με πατάει στον λαιμό. Άλλες φορές με κάνει να ξεχνάω πράγματα κι άλλες φορές θυμάμαι την κάθε λεπτομέρεια του σπιτιού, λες και θα μου ζητήσουν την κάτοψη. Ο πόλεμος πότε είναι η εικόνα ενός παιδιού που κουβαλάει έναν βρώμικο λούτρινο ελέφαντα, πότε η μυρωδιά από μπαρούτι και πότε τσούζει τόσο πολύ τα μάτια και τη μύτη, που νομίζεις πως κάποιος ξερνάει μέσα σου μπαρούτι που περνάει τον οισοφάγο και φτάνει μέχρι τις πατούσες.
«Μαμά, κρυώνω» λέει ο Πέτρος. Τον τυλίγω με κουβέρτες, αγκαλιά θέλει. Κοιμάται με τις ζωγραφιές αγκαλιά.
Το ρολόι δείχνει έντεκα. Η Ελένα πήγε για να πει κάτι στον Αλεξάντερ, η γυναίκα του από δίπλα τούς στραβοκοιτάει. Όταν τα μωρά κοιμούνται και το γαλατάδικο κλείνει, νιώθω κάτι να μου φράσσει τον λαιμό. Προσπαθώ να σκεφτώ κάτι άλλο, άλλους ανθρώπους που έζησαν όλο αυτό. Φόρτωσαν πέντε πράγματα και μηδένισαν. Βάζω στο google τη λέξη προσφυγιά και μου βγάζει μια πόλη που τη λένε Σμύρνη. 1922. Βλέπω φωτιές στην προκυμαία. Μια γυναίκα κουβαλάει τις κατσαρόλες της. Προσπαθεί να τις χωρέσει σε μια βάρκα. Δεν την αφήνουν. Μετά, η μηχανή αναζήτησης μού βγάζει γυναίκες με τσεμπέρια, που κραδαίνουν φωτογραφίες δικών τους ανθρώπων. Κύπρος, 1974. Τσαντίρια. Αγνοούμενοι, να μια νέα λέξη. Σερφάρω. Συρία, άνθρωποι στη Μυτιλήνη. Προχωράω πιο κάτω, βλέπω στις εικόνες διάφορες πόλεις που βομβαρδίζονται. Όλες οι πόλεις, όταν φεύγεις, όταν σε διώχνουν, έχουν το ίδιο όνομα. Χάρκοβο, Μαριούπολη, Σαλέπι, Σμύρνη, Αμμόχωστος…
Οι μέρες ή οι νύχτες είναι πιο δύσκολες; Δεν ξέρω ποιον ή τι περιμένω. Τις νύχτες φεύγω. Κάποιος από δίπλα μού άφησε δύο κούτες και μια κουβερτούλα. Τη μοιράζονται τα μωρά. Εδώ τα μοιράζονται όλα. Εκτός από την Ελένα. Τη φαντάζομαι εκεί, τότε που συγκατοικούσαμε στην κοιλιά της μαμάς, να τεντώνεται, να κλωτσοκοπάει, να με στριμώχνει στη γωνία. Πάντα να καταλαμβάνει περισσότερο χώρο.
Τι έλεγα; Α, ναι. Αφήνω τα μωρά στα κουτιά και χάνομαι. Πετάω… πετάω πάνω από την πόλη, σαν τον Σαγκάλ, τον ζωγράφο, με την… Πώς την έλεγαν; Την Μπέλλα του. Ιπτάμενοι εραστές. Τις νύχτες πετάω. Γλιστράω απαλά, υπερίπταμαι πάνω από τα σώματα, βγαίνω έξω από το μετρό. Και στις νυχτερινές μου πτήσεις, όλα είναι όμορφα. Η γέφυρα είναι κανονική, ο φούρνος είναι ανοικτός, τα σπίτια, όλα.
Τα βράδια γίνονται περίεργα πράγματα. Τα παγκάκια λιώνουν, τα ποτάμια παγώνουν και εμείς πατινάρουμε πάνω τους, γελώντας. Τα σπίτια χορεύουν, η πόλη παίρνει ένα γιγάντιο σβηστήρι και σβήνει με δύναμη, χωρίς σταματημό. Σβήνει τις βόμβες, γυρνάει τον χρόνο πίσω, όλα τα διορθώνει.
Το πρωί είναι το πρόβλημα. Μόλις χαράξει το πρώτο φως, κλείνω τα μάτια, να μη δω τα χαλάσματα, τη σκόνη, την παρακμή. Γυρνάω πίσω στον σταθμό του μετρό. Οι «κάτοικοι» του σταθμού ξυπνούν, σε περίπτωση που έχουν κοιμηθεί. Ξανανοίγει το γαλατάδικο, τα μωρά ρουφάνε λαίμαργα και η μέρα κάνει πως βγαίνει, κι ας μη θυμίζει τίποτα την κανονική ζωή.
Είναι μέρες που είμαι βέβαιη ότι ο μόνος λόγος που αντέχω είναι οι νυχτερινές πτήσεις. Αυτές είναι η σωτηρία μου. Τις νύχτες που πετάω, ο αέρας είναι ανοιξιάτικος. Περνάω από το μπαλκόνι μου, ποτίζω τα φυτά… Ένα περίεργο πράγμα! Όλα έχουν γκρεμιστεί, κι όμως τα φυτά παραμένουν εκεί, άθικτα, απτόητα. Έχουν αποστολή κρυφή μάλλον.
Τις νύχτες κάποιος αλλάζει τους διακόπτες του κόσμου. Υπάρχει φως, άνθρωποι περπατάνε, γελάνε και δεν ξέρω αν είμαι εγώ το φάντασμα ή αυτοί ή και όλοι μαζί. Και δεν ξέρω ποια είναι η πραγματική ζωή και πόση πραγματικότητα μπορεί να αντέξει κανείς, όταν ακούει τόσες πολλές σειρήνες μες τη μέρα, που έχει ξεχάσει πως κάποτε άκουγε μουσική.
Ω, ωδή στις νυχτερινές πτήσεις πάνω από την πόλη! Τα κιλά μου εξανεμίζονται, γίνομαι πάλι δεκαέξι και σκαρφαλώνουμε με τον Ιβάν, τον πρώτο μου έρωτα, έναν παλιό τοίχο για να κρυφτούμε στο πέτρινο σπίτι της γωνίας. «Δεν είναι στοιχειωμένο!», λέγαμε στους άλλους. «Τα φιλιά διώχνουν τα φαντάσματα», μου έλεγε και έκρυβε τη γλώσσα μες το στόμα μου. Με γαργαλούσε και όλα ήταν σαν ζουμερό κεράσι, κι εγώ ζαλιζόμουν, και ήξερα πως όλη η αλήθεια του κόσμου είναι ο Ιβάν και τα φιλιά. Απλά πράγματα, μαγικά.
«Βοήθεια! Με κλέψανε! Το κινητό μου!» ουρλιάζει η Ελένα δίπλα μου. Πετάγομαι, το ρολόι δείχνει πέντε το πρωί.
Οι φωνές της αναστατώνουν όλο τον κόσμο.
Δεν προσπαθώ καν να την καλμάρω. Είναι σε κρίση. Ουρλιάζει, ανοίγει το σακίδιο, πετάει έξω τα φαγητά, τα λεφτά, ψάχνει.
«Εδώ το είχα. Κάποιος μου το πήρε. Και είχα όλο το έργο μου μέσα! Θα τρελαθώ!» χτυπιέται. Οι κραυγές της ξυπνάνε τα μωρά.
«Ελένααααααααα! Γίνεται πόλεμος. Πόλεμος. Ποιος χέστηκε για το έργο σου; Καιγόμαστε, πέφτουν βόμβες κι εσύ στην κοσμάρα σου! Θα πεθάνουμε, εδώ θα μας θάψουν, το καταλαβαίνειιιιιιιιιις;» Ουρλιάζω.
Έχουμε ξυπνήσει όλο τον κόσμο. Με κοιτάει και είναι σαν να μη με γνωρίζει. Βρίσκεται σε σοκ. Λέξη δεν λέει. Μαζεύεται στη γωνία της και όλο και μικραίνει, κρύβεται κάτω από την κουβέρτα της γιαγιάς. Μοιάζει με έκπτωτη πριγκίπισσα που ψάχνει το βασίλειο, τους αυλικούς, την τιάρα. Όλα χαμένα.
Μια βόμβα σκάει, ω Θεέ μου! Ποτέ δεν έχει σκάσει τόσο κοντά. Αναρωτιέμαι αν είναι μέσα στο μετρό ή δίπλα, απ’ έξω. Αναπνέω με δυσκολία. Ίσα που προλαβαίνω να κλείσω τα αυτιά του δικού μου μωρού. Έχω μόνο δύο χέρια. Το αρπάζω. Η Ελένα με κοιτάει. Μοιάζει να συνέρχεται, έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι σε όνειρο. Θέλω να πω κάτι για να δω αν ακούγομαι και δεν έχω κουφαθεί από το ωστικό κύμα. Θέλω να ουρλιάξω κι ανάσα δεν βγαίνει. Θέλω να τρέξω και δεν έχω πόδια. Οι γύρω κοιτιούνται, μουδιάζουν, παγώνουν… Δεν ξέρουν τίποτα, κενό. Η αδερφή μου αρπάζει το μωρό της και τρέχει. Δεν προλαβαίνει να κοιτάξει πίσω της. Έχει δουλειές. Γίνεται μαμά τώρα.
Η Ευαγγελία Χαραλάμπους γεννήθηκε στην Πάφο. Σπουδές: Ελληνική φιλολογία (EKΠΑ), Θέατρο («Νέο Ελληνικό Θέατρο»). Μεταπτυχιακό και Διδακτορικό δίπλωμα στην Ηθική φιλοσοφία (ΕΚΠΑ). Διηγήματα, παραμύθια και άρθρα της διακρίθηκαν και βραβεύτηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς (Ελλάδα, Κύπρο). Συμμετοχή σε ανθολογίες: Ιστορίες για την Ελλάδα (Εκδόσεις Fortezza), Ο Άνθρωπος χωρίς προσωπείο (Εκδόσεις Καλλιτεχνείον), Ποιητική Ανθολογία για την Καρπασία (Εκδόσεις Εν Τύποις), Εκατό και Είκοσι Φωνές (Εκδόσεις Καστανιώτη). Δημοσιεύσεις: διηγήματα, παραμύθια και άρθρα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες σε Ελλάδα και Κύπρο. Θεατρικά της έργα διακρίθηκαν σε διαγωνισμούς του ΡΙΚ (2024, 2025, θέατρο για το Ραδιόφωνο). Το πρώτο της μυθιστόρημα «Κατακαλόκαιρο» (Μωβ Σκίουρος, Αθήνα) ήταν στη Bραχεία Λίστα για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος Κύπρου 2021. Μόλις κυκλοφόρησε το δεύτερο της μυθιστόρημα, τα «Μικροσκοσμικά», από τις Εκδόσεις Μωβ Σκίουρος, Αθήνα, 2026,. Υπό έκδοση το πρώτο της βιβλίο για παιδιά: «Τζόκο, το τουκάν και το τρένο με τις ιστορίες» από τις εκδόσεις Τελεία.
