
Βρίσκονται πάντα εκεί .
Κάτω απ’ τις φυλλωσιές των δένδρων
στις άκρες της πλατείας.
Δεν ταξιδεύουν τα παγκάκια.
Μόνο οι ιστορίες τους
και αυτές φθαρμένες.
Χαραγμένες με ένα αιχμηρό λεπίδι
βαθιά στην ξύλινη σάρκα.
Με λιτότητα στην έκφραση.
Αρχικά ονομάτων,
καρδούλες και ημερομηνίες.
Πολλές ημερομηνίες,
συνοδευόμενες με λέξεις της στιγμής
και της ανάγκης.
Δεν ταξιδεύουν τα παγκάκια.
Ταξιδεύουν όμως οι σιωπές τους.
Εκείνες οι μακρόσυρτες ανάμεσα σε αγκαλιές
και παθιασμένα φιλιά.
Ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων.
Στις σβησμένες γόπες των τσιγάρων
και τα χαρτομάντιλα.
Υγρά ακόμη από τα δάκρυα
μιας ανεκπλήρωτης επιθυμίας.
Ανάμεσα στους ίσκιους του μεσημεριού
και της απόγνωσης της νύχτας.
Δεν ταξιδεύουν τα παγκάκια
Ταξιδεύουν όμως οι λέξεις .
Αυτές που ειπώθηκαν κάποτε
με ήλιο ή φεγγάρι.
Μα περισσότερο ταξιδεύουν εκείνες
που έμειναν ανείπωτες
ανάμεσα στα δόντια και τα δάκτυλα.
Μετέωρες στο βάθος του λαιμού
να πάλλονται.
Και ύστερα να χάνονται στο βάθος του κελιού
πένητες και φυγάδες.
Από την ποιητική συλλογή “Εκεί που στάζει η ζωή”, εκδόσεις Μετρονόμος, 2025
