
Η ιστορία της πατρίδας μου
Σωπάστε, πάψτε τους θορύβους να περάσουν οι μελλοθάνατοι. Είπαν πως είναι ψεύτικες οι φωτογραφίες, οι μεγάλοι σκηνοθέτες του τρόμου βάλανε κάτω τα ντοκουμέντα. Έπειτα τρέξανε να τ’αγοράσουν, επειδή δεν έχουν το θάρρος να τα απαιτήσουν και για δεύτερη φορά σκοτώνουν αυτούς τους ανθρώπους, βάζοντας στο ζύγι την σημασία τους. Αυτές οι φωτογραφίες Φαίδρε ανήκουν μόνο σε εκείνους που ποζάρουν άθελά τους μες στην πιο μεγάλη στιγμή της ιστορίας. Αυτή η τελευταία κάτι τους χρωστά και σήμερα ήρθε η ώρα της ανταμοιβής. Τόσα χρόνια στο βροχερό Βέλγιο οι φωτογραφίες παλιώνουν, τόσα χρόνια η βρετανική ελίτ γευματίζει με φόντο τα αετώματα της ύπαρξής μας. Απόψε όμως, σωπάστε, επειδή μια δύναμη ανυπολόγιστη κομματιάζει κάθε προπαγάνδα.
Φαίνεται πως ένας δεσμός δάφνινος στέκει ανάμεσα σε εκείνους που κανείς και ποτέ δεν εκτέλεσε και τους δικούς τους, αυτούς που σήμερα βρίσκουν ανταμώνουν την Αριάδνη της ζωής τους και εκπληρώνουν ένα χρέος.
Τα ρόδα επιμένουν στη μάντρα της Καισαριανής, στα Καλάβρυτα και το Δίστομο, στην Κοκκινιά. Όλα τα άλλα τα πήρε ο χρόνος, μαζί και εκείνον με την κουκούλα που τριγυρίζει ανάμεσά μας και όλο πιάνει τις φοβέρες. Μα ήρθε το πλήρωμα και γύρισε ο καιρός και έφθασαν όλα εκείνα που ‘χαν μακρύνει, να μας πούνε, εδώ είμαστε, δεν πεθάναμε άδικα. Η ξεφτίλα θα καταδιώξει αυτούς που τους κατέδωσαν, εκείνους που προδίδοντας έναν άνθρωπο βοήθησαν ανυποψίαστοι, να ανθίσει φως και μουσική μες στο πιο σκληρό σκοτάδι.
Θα ‘θελα να ξέρω όλα τους τα ονόματα. Να μην γράψω τίποτε άλλο, μόνο τα ονόματά τους. Να τα μάθω απέξω, όλα, ένα προς ένα, να τα ψιθυρίσω σε όποιο παιδί συναντήσω στο δρόμο μου, όχι για να ‘ναι αύριο στην πρώτη γραμμή του αγώνα του δικού του του προσωπικού. Μα για να σταθεί πίσω, ανάμεσα στους πολλούς που συναντιούνται στο όνομα ενός άλλου σκοπού μεγαλύτερου. Θα ‘θελα να ξέρω τις φωνές τους, να ακούσω τα τελευταία τους λόγια, να τα γράψω σε ένα κιτρινισμένο χαρτί, να τ’ακουμπήσω στο εικονοστάσι, στα πόδια του Αγίου. Μετά από χρόνια κάποιος να το ‘βρει και να ξαναπεί τα ίδια λόγια. Έτσι που σαν ρυθμός να διδάσκεται αυτός ο λόγος, ρυθμός εσωτερικός, ψιθυριστός, αντάμα με το βουητό της ζωής. Ο ήχος μιας επανάληψης που ‘ρχεται από δρόμους απόψε αθέατους. Επειδή το να επαναλαμβάνεσαι σημαίνει να πηγαίνεις κόντρα στην ασχήμια της εποχής, σημαίνει να την αποδοκιμάζεις και από την αρχή να την εφευρίσκεις.
Θα ‘θελα να μην τους ξεχνούσα σαρωμένος και εγώ από τον καταιγισμό της φτήνιας που λυσσομανάει εκεί έξω, μετά από μέρες θα ‘θελα να τους συναντήσω, να τους φιλήσω, με εκείνο το σεβασμό που ‘χει το φιλί της αγάπης. Θα ‘θελα να μπορούσα και εγώ να τους νιώσω επί της ουσίας, δίχως μεσολαβήσεις και πλακάτ. Τα λιανοτράγουδα των μπαλκονιών άλλωστε, παρ’ότι μασκαρεύτηκαν πίσω από το γυαλί που κόντρα στις ίντσες του παραμένει μικρό και ποδηγετημένο, γρήγορα τ’αναγνωρίσαμε, βάλαμε τα γέλια και εκείνα προδόθηκαν.
Τίποτε δεν σημαίνουν όλα αυτά, μόνο κάποιος που θα ‘θελε να μπορούσε να τους νιώσει, να αισθανθεί πόσο πολύ αγαπήσανε τη ζωή εκείνες τις στιγμές. Δίχως έρωτα πώς θα μπορούσαν να σταθούν έτσι δέντρινοι κατά μήκος της μάντρας, μοναχικοί, αμέριμνοι, με τη μυστική συνείδηση πως αυτό είναι το τίμημα , πως τούτο καταβάλλει κανείς προτού περάσει στην τάξη των ηρώων.
Τους φέρανε το πρωί, έμοιαζαν άυπνοι, μερικοί κρυφογελούσαν και εβάδιζαν αποφασιστικά. Εμπρός, εν δυο, πάνε να πεθάνουν. Οι φρουροί κάτι φοβούνται και τους ξεφορτώνουν μυστικά μες από τα καμιόνια. Μα είναι δειλοί έτσι που κρατούν τα πολυβόλα τους. Δίχως αυτά δεν θα σήμαιναν τίποτε και αυτό ταπεινώνει κάθε τους επιχείρημα. Αυτοί οι άνθρωποι που πάνε κοπαδιαστά προς το θάνατο, μόνον αυτοί έχουν σημασία, που κάνανε λιγότερο πρόστυχη τη ζωή μας, που μεμιάς μας βγάλανε στο ξέφωτο του παρελθόντος μας. Ίσως να μην φοβούνται επειδή είναι τόσο πολύ ειλικρινείς με τον κόσμο ετούτες τις λιγοστές, τις ύστατες στιγμές. Τους έψαξαν πριν τους βάλουν στα φορτηγά. Και τους άρπαξαν ότι μπορούσαν, μα δεν βρήκαν ποτέ μες στις τσέπες τους ένα σπασμένο κομμάτι αλήθεια. Κατάφεραν και τη φυγάδευσαν την αλήθεια τους τη μικρή, την μεγάλη, στη άλλη πλευρά την πήγανε.
Πάει καιρός που ‘χαμε να δούμε εμπρός μας ανθρώπους, έτσι που μας κατακλύσανε πια οι φιγούρες. Και ήρθαν αυτοί, μια στιγμή πρώιμης άνοιξης, έμμετροι με ένα μεγάλο ποίημα κρεμασμένο από τα χείλη τους, ήρθαν αυτοί με το ουρλιαχτό τους να φωτίσουν την άμετρη επιθυμία μας για το μεγάλο και το ωραίο. Και το αληθινό. Αυτό που παζαρεύουμε την κάθε μέρα. Και ίσως εμάς να μην μας αναλογεί μια μεγάλη στιγμή, μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας. Μα σε αυτούς που τη ζήσανε και πίσω δεν κάνανε, ακριβοδίκαιοι οφείλουμε να σταθούμε. Με στοχασμό, σκύβοντας το κεφάλι, κοιτάζοντας κατάματα το μεγάλο επιχείρημα της ανθρωπότητας, αυτό τον πόνο που παίρνει μορφές αλλιώτικες και θάνατος γίνεται, μύθος και ευγνωμοσύνη.
Απόστολος Θηβαίος
