
Η προτομή
Στην είσοδο του θεάτρου Τέχνης μας υποδέχεται η προτομή του. Μπρούτζινη, ένα πορτραίτο ανάγλυφο και μες στο χρόνο παγωμένο. Θα ‘ λεγε κανείς πως μοιάζει το πιο λυπημένο, το στοχαστικότερο μες στην πολιτεία.
Κάθε νύχτα, μες στην άδεια Πεσμαζόγλου, τριγύρω από την προτομή, καταφτάνουν όλες ανεξαιρέτως οι μεγάλες ηρωίδες και οι καβαλιέροι που γράψανε τη δική του ιστορία απάνω στο σανίδι. Και αφήνουν ένα λουλούδι και ένα πακέτο τσιγάρα και φιλούν τόσο γλυκά την ακίνητη μορφή, τόσο που σου ‘ρχεται να πεθάνεις.
Έπειτα έτσι όπως είναι όλοι μαζεμένοι, πιάνουν τις μεγάλες τους σκηνές. Όλες οι γυναίκες που αγάπησε παίζουν για εκείνον. Η Μαγκνταλένα και η Πόνθια και η Αμέλια και η Γέρμα, η Λώρα, η Αμάντα, όλες ανεξαιρέτως διαλέγουν κάποια σκηνή και όλα τριγύρω συγκινούνται.
Το πρωί οι διαβάτες προσπερνούν την προτομή. Η Πεσματζόγλου βγαίνει από τ’όνειρο και προχωρεί μες στα χρόνια. Στα υπόγεια φυλάει τη μεγάλη της την τέχνη, των κοριτσιών τα βήματα που κάποιος αριστοτεχνικά καθοδηγεί.
Τώρα που χάσαμε την ψυχή μας, δεν κάνουμε για κανέναν λόγο θέατρο και μήτε που εκτιμούμε όλη ετούτη τη μέσα μας τη φαντασμαγορία.
Αυτά συλλογιέται η Γέρμα, μια στείρα εποχή, στα πόδια εκείνης της προτομής στο υπόγειο του θεάτρου Τέχνης.
Να’μουν λέει ο Τζέιμς Κουκ
[…”τρέχω, πετάω, κάθε πέτρα που πατάω ανοίγει σαν καρδιά, Μάνο…]
Τι άδοξο τέλος για τον μεγάλο θαλασσοπόρο. Τη ζωή του πήρε το μαχαίρι κάποιου ιθαγενούς, τόσο μα τόσο απρόσμενα. Και έτσι ο εταίρος της Βασιλικής Εταιρίας που μεγέθυνε τον κόσμο μια φορά και έναν καιρό, πέρασε στις τάξεις της αθανασίας. Το σώμα του ρίχτηκε μες στη θάλασσα, όπως προέβλεπε ο αγγλικός, ναυτικός νόμος. Και έτσι ο Τζέιμς Κουκ γίνηκε παρελθόν, αφήνοντας τις σημειώσεις του για τα μέρη που επισκέφτηκε.
Μες στο όνειρο μου θέλω και εγώ να ‘μαι θαλασσοπόρος. Να σαλπάρω από το γκρίζο Λίβερπουλ με μια βρετανική αρμάδα, δίχως καμιά βεβαιότητα άλλη έξω από την μαρτυρία του κόσμου που ‘ναι πάντα νέος. Στέκω στην πλώρη και αντικρίζω τον επιβλητικό ωκεανό, συμβουλεύομαι χάρτες και όργανα ναυσιπλοίας που υπολογίζουν μοίρες και τα ρέστα. Μα θα ‘ναι τις νύχτες που θα βρίσκω το δρόμο μου, κοιτάζοντας τ’άστρο του βορά και τη θέση του χλομού του φεγγαριού.
Μα τι λύπη είναι εκείνη που με κυριεύει σαν συλλογίζομαι πως ποτέ δεν θα γίνω και εγώ θαλασσοπόρος. Το πράγμα γίνεται χειρότερο σαν σκέφτομαι εκείνο που ‘γραψε ο Κακίσης, το πολύ ανθρώπινο και το τρυφερό. Δικό μου το κάνω τότε και “ζητώ από κάποιον να μην αφήσει το χρόνο να περάσει από το χαράκωμά μας, να βάλει τα στήθη του ασπίδα και να με σώσει από τα βέλη των ηλικιών”. Και μες στ’όνειρό μου να με αφήσει να ‘μαι ο Τζέιμς Κουκ, ο τρανός ο θαλασσοπόρος, λίγο ακόμη, μόνο λίγο.
Νυχτερινό αφήγημα
Ψυχοσάββατο
[…στα ηχεία, άνεμος και μνήμη…]
“Εν σκηναίς δικαίων τάξαι εν κόλποις Αβραάμ, αναπαύσαι και μετά Αγίων συναριθμήσαι”. Έπειτα, έχοντας πει ετούτα τα τρομερά και τα πανάρχαια λόγια, ο ιερέας απομακρύνθηκε. Τον είδε μια στιγμή που πρόβαλε κατά την πλευρά του καινούριου κοιμητηρίου. Έμοιαζε με πουλί που γυροφέρνει τούτο εδώ το μέρος, σαν να λέμε ένα είδος ενδημικό.
Ύστερα όλα ησυχάσανε. Σε κάποια απόσταση ένα ζευγάρι ηλικιωμένων θρηνούσε απάνω από μια πλάκα. Πλησίασε, σε κάποια απόσταση πάντοτε, η φωτογραφία ενός νέου επιβεβαίωσε τις υποψίες του.
Θα ‘ταν το σύννεφο, πάντως ο ουρανός ξαφνικά σκοτείνιασε. Το ζευγάρι απομακρύνθηκε βιαστικά, άφησαν πίσω τους τα δάκρυα και ένα παιδί χαμένο τριάντα χρόνια τώρα, σκοτωμένο απάνω στη φουρκέτα της νιότης της φλεγόμενης.
Αισθάνθηκε κάποια παρουσία και κοίταξε προς την πλευρά των παλαιών μνημάτων. Και είδε μερικούς που κάθονταν στην άκρη στην πέτρα και εγελούσαν. Τα κορίτσια ίσιωναν τα φορέματά τους, η Ραλλού, η Ριανού και η Βελισσού που ‘χαν φύγει το ‘42 από την τρομερή πείνα, υπήρξαν οι πιο χαμογελαστές. Όλοι τους ήσαν άγνωστοι και προσπαθούσε να καταλάβει από πού τάχα να ‘χαν έρθει έτσι ξαφνικοί, σαν ειδήσεις. Όσα γνώριζε για τα κορίτσια εκείνα, όπως τα ονόματά των, τα είχε ξεκρίνει γραμμένα στην πλάκα, σβησμένα από χρόνια και χρόνια.
Ένας με κοστούμι άλλων εποχών τον πλησίασε. Μύριζε λιβάνι, τα μαλλιά του μες στο χιόνι. Είναι ώρα να πηγαίνετε, του είπε. “Εδώ πιο κάτω έχει την πιάτσα των ταξί. Εμάς δεν μας χρειάζονται, έχουμε το θάνατο για αγοραίο, μας πάει και μας φέρνει μες στο νου εκείνων που μένουν πίσω”.
Δίκιο είχε. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Κατηφόρισε προς την βαριά αυλόπορτα του κοιμητηρίου. Ήταν η ώρα που έπεφτε ο ήλιος και η λεωφόρος ζωντάνευε.
Παγκόσμια Ημέρα Ραδιοφώνου
13/2
“Το ραδιόφωνο είναι ένα θερμό μέσο”, ικανό να διαμορφώνει συνειδήσεις, να διεγείρει τη φαντασία, έξω και πέρα από όσα κατορθώσει η τηλεόραση.
Πάει να πει, φανταστείτε πως βρίσκεται κανείς ακινητοποιημένος κάπου μες στης ζωής του το μποτιλιάρισμα. Μελαγχολεί μες στην μοναχική καμπίνα του αυτοκινήτου, μα είναι τότε που πέφτει το σήμα του σταθμού και ύστερα το πιο όμορφο τραγούδι και η ζωή του η άχαρη παίρνει εκείνο το παραληρηματικό χρυσό χρώμα κόντρα στο δυνατό πράσινο ενός παγωνιού που στολίζει τον ορίζοντα στην Κηφισίας και αλλού.
Βάλτε λοιπόν χαμηλά να παίζει το ραδιοφωνάκι σας. Εκεί μέσα βρίσκεται ξέρετε, η ποίηση, η λεγόμενη θερμότης αν θυμάστε. Και μην λησμονήσετε να παρατηρήσετε στο βάθος των οριζόντων, εκεί που δεν υπάρχουν μόνον κακότροπες εξωτικές καταιγίδες μα η ύπαρξή μας η ονειροπαρμένη που θέλει μόνον λίγη μουσική και μια στάλα μποτιλιάρισμα για να ανθίσει.
Τι ντύθηκε η Άννα
αφήγημα
[…στα ηχεία “τα πιο ωραία παραμύθια” που ίσως κιόλας να τα ξέχασες έτσι όπως παλιώνουν με τις ξεχαρβαλωμένες τιράντες τους, μες στην καρδιά του καρναβαλιού…]
Βιαζόταν για άλλη μια φορά. Αφού κανείς δεν ξεφεύγει από τον εαυτό του και κάθε τόσο πέφτει θύμα του, ήταν αδύνατο για εκείνο να τα καταφέρει.
Βιτρίνες κλειστές και καρναβαλιστές, παρέες παρέες , άλλοι ντυμένοι στρατηγοί, έτοιμοι να παίξουν τα επικίνδυνα παιχνίδια τους, κάτι άλλοι, ιατροί, φρούτα, μέχρι και κάποιους ντυμένους περίπτερα συνάντησε. Ένας από αυτούς προσπαθούσε να περπατήσει και κάθε τόσο κάποιος από την παρέα του έδινε κουράγιο όσο οι άλλοι κάνανε χάζι στα κρεμασμένα πρωτοσέλιδα.
Στάθηκε στο παράγγελμα του φωτεινού σηματοδότη. Βρήκε την ευκαιρία να ισιώσει το γιλέκο του και να στρώσει τα σιρίτια στους ώμους του. Στερέωσε το πηλήκιο στο κεφάλι του και επιθεώρησε το λευκό του παντελόνι. Οι μπότες του τον τρέλαναν με τη γυαλάδα τους. Ήταν ένας Βιενέζος στρατιώτης πρώτης τάξεως, βγαλμένος ίσως από τους τσίγκους του Ένσορ.
Συλλογίστηκε την Άννα. Θα ντυνόταν λέει, φάντασμα. Της ταίριαζε μια και έπειτα από κάθε τους συνάντηση, μόλις τον έπαιρνε ο ύπνος, εκείνη ξεγλιστρούσε αφήνοντας ένα σημείωμα στον πάγκο της κουζίνας και κρατώντας για μέρες την αινιγματική της απουσία.
Θα συναντιόντουσαν στο ξακουστό Ντε Λουάρ που έχει αφήσει εποχή με τα αποκριάτικα πάρτι του. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά σαν έμπαινε μες σε εκείνο το απολύτως τρελό σκηνικό με τις κολομπίνες και τους πρωτόγονους, ντυμένους την περισκελίδα και το απολύτως αναγκαίο ρόπαλο. Κοίταξε στα μπαλκόνια για την Άννα, ρώτησε μερικούς αν είχαν δει κάποιο φάντασμα και όλοι μαζί γελάσανε με την καρδιά τους. Όταν τελικά τη συνάντησε αντάλλασε φιλιά με έναν Άραβα πετρελαιοπαραγωγό, πολύ πειστικό είναι η αλήθεια έτσι που την έκανε δική του, με μια πλαστική γενειάδα απολύτως αληθοφανή.
Η ζωή του γκρεμίστηκε. Όλα του τα όνειρα γίνηκαν κομμάτια. Βεβαίως, συλλογίστηκε η Άννα είχε τόσο δίκιο. Ένα κορίτσι πρέπει να σκέφτεται σοβαρά το μέλλον του. Και εκείνο στο πλάι ενός Άραβα ιδιοκτήτη κοιτασμάτων μαύρου χρυσού θα ήταν γεμάτο χαρίσματα και πολυτέλειες ανυπολόγιστες.
Αυτά σκεφτόταν σαν έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής, ίσως λιγάκι μεθυσμένος για να αντέξει αυτήν την προσωπική καταστροφή. Όταν έφτασε στην πλατεία ένιωσε την ανάγκη να ξαποστάσει μια στάλα. Οι οδοκαθαριστές συγύριζαν τριγύρω, κάποιος κατέβρεχε με τη μάνικα το πλακόστρωτο. Δεν του δώσανε σημασία, η αυτοκρατορία των Αψβούργων άνηκε πια στο παρελθόν και ένας στρατιώτης, περισσότερο ανθρώπινος παρά μολυβένιος φάνταζε απομεινάρι ενός κόσμου ξεχασμένου. Και άλλωστε εκείνον δεν τον ένοιαζε πια αν η στολή του υπήρξε φροντισμένη. Και αυτό διότι η Άννα τώρα ταξιδεύει για μια εξωτική πολιτεία και τίποτε δεν θυμάται από την αγάπη τους. Από τώρα και στο εξής, το πήρε απόφαση, όσα μαζεύει με τόσο κόπο θα τα κρατήσει για ένα ταξίδι. Όχι βενζινοκίνητα, ντίζελ και τα ρέστα, για να τρέφει, λέει αυτός την ευτυχία της. Ως εδώ.
Εμπρός του περνούσαν οι τελευταίες παρέες, κάτι μεθυσμένοι με σαραβαλιασμένες στολές και μια ανείπωτη ξεγνοιασιά στο φέρσιμο. Κάποτε οι φωνές σώθηκαν, μόνο το νερό που έπεφτε με πίεση στην πλατεία ακουγόταν όταν η μητέρα με το παιδάκι της φάνηκαν μέσα από το ορθάνοιχτο στόμα του σταθμού. Το αγόρι άφησε το χέρι της γυναίκας και ξεχύθηκε στην πλατεία. Έπειτα ήρθε και στάθηκε εμπρός του. Δεν τον αντιλήφθηκε αμέσως. Χρειάστηκε να του πατήσει μια εκείνος ο μικρός για να ολοκληρωθεί και τυπικά η ιστορία και να ντυθεί ο πρωταγωνιστής το ρόλο του με έναν τρόπο σχεδόν σωματικό.
Α.Θ
