Απόστολος Θηβαίος | Πετρωμένη δεν θα με ακούει η καρδιά σου*

© Giuseppe Cavalli

[…από τα πριν ηττημένη καθώς απ’τα πριν, είτε στον Αισχύλο, είτε στον Σοφοκλή και στον Ευριπίδη πηγαίνε στην τιμωρία του ο παραβάτης. Μα, γλώσσα ζωντανή, έξω από το χρόνο…]

Με τι τρόπο παράξενο, τα διαβάσματα μας που λογαριάζαμε ξεχασμένα, βρίσκουν τον τρόπο να ‘ρχονται στις επιφάνειες. Λες και η σκουριά αλαφρώνει το σίδερο του βυθισμένου πλοίου για να ανέβει το τελευταίο στην επιφάνεια. Σαν να ανταμώνουμε χρόνια μετά εκείνα τα ανεπανάληπτα τα “πιάνα βυθού”. 

 Να συμβεί δηλαδή αυτό που θα ‘λεγε ο Καρούζος για λογαριασμό του Σολωμού. Πως δηλαδή “ο Σολωμός”, και τα λοιπά και τα λοιπά, “εξακοντίζει”, λέει, “μια ισοσθένεια δυναμικής αυτό που θα ονομάσω, την ώρα τούτη, λαϊκή ουσία δημιουργικής φανερώσεως”. Ετούτο το ύστερο ήθελε να μας φανερώσει, για αυτό πήρε από τη γλώσσα ό,τι χρειαζόταν και ευθύς άναψε το μοναχικό δευτερόλεπτο του τιτάνιου χρόνου. 

Μα για αλλού κινήσαμε και μεμιάς λοξοδρομήσαμε. Είτε μιλούμε για τη ζωή, είτε για τη γραφή, μοιάζει παράξενο και ωραίο, μα ίσως επικίνδυνο, έτσι που αυθαιρετεί η μνήμη μας και πέφτουμε θύματα της νοσταλγίας. Μια στιγμή μόνο συλλαμβάνουμε κάτι από την ανόθευτη ομορφιά και μελαγχολούμε. 

Στο επίκεντρο λοιπόν, μια από τις “Παλιές Ιστορίες” του Σωτήρη Κακίση. “Θεάματα που περπατάνε δίπλα μας”, τιτλοφορούσε το μικρό, σύντομο αφήγημα του ο Αθηναίος δημιουργός, ένα από τα πολλά που συνθέτουν τις μαγικές αφηγήσεις από τις εκδόσεις Αιγαίο. Μια πολαρόιντ από εκείνες που βγαίνανε με ένα πάτημα του κουμπιού πριν από δεκαετίες, έτσι μοιάζουν αυτές οι διηγήσεις του Κακίση. 

Ετούτη που σας λέω, η συγκεκριμένη μιλούσε για κάποιον διαβάτη. Που ‘νιωσε πως πλάι του κάποιος ακολουθούσε τα βήματά του. “Γύρισα και είδα μια κοντή γριά με μαύρα”, έγραφε ο Κακίσης στην έκδοση του 2019 με το έργο του Γιώργου Σταθόπουλο, όλο δειλινά χρώματα και τόνους του ονείρου στο εξώφυλλο. 

Συλλογίστηκα πως ετούτη η “γριά” που ένας Θεός ξέρει από τι δρόμο φάνηκε απόψε, θα μπορούσε να είναι η γλώσσα που μου δόθηκε. Πάνω της στέκουν χαραγμένα τα σημάδια του χρόνου, στα χέρια της, τριγύρω από τα μάτια, η φθορά του σώματος ανάγλυφη. Βγαλμένη μέσα από τα στρώματα της ζωής μας μου φάνηκε, λες και είχε βρει τον τρόπο να υπάρξει έξω και πέρα από τα αετώματα , παίρνοντας μια θέση ανάμεσα στα αρχαία γύψινα του τόπου μας. 

Θα μπορούσε να σέρνει την παράξενη πραμάτεια της, οι ντουρσαμάδες τίποτε λιγότερο από τους αιώνες, πάνω της η σκόνη του καιρού και του δρόμου. Ιδρωμένη, με το βάρος του κόσμου στους ώμους της, προχωρεί στο πλάι μου. Κάθε τόσο αγκομαχά, βρίσκει και χάνει το βάδισμά της, πέφτει χάμω, γίνεται λιανοτράγουδο και πεθαίνει μες στο κρύο και ολομόναχο δειλινό. Οι άνθρωποι θα πουν τότε πως δεν υπάρχει τίποτε λυρικό στην ιστορία της, μα δεν θα περάσει λίγος καιρός και ευθύς απαρηγόρητοι θα συλλογιστούν το λάθος τους, ακούγοντας τη φωνή του ανέμου. Κάτι σαν “μη στυγνόν Ωρίωνα, αλλ’αμπέλους γλοώσσας” που σημαίνει πως τριγύρω απομένει η ζωή που νιώθεται. Για τις στερνές της τις στιγμές θα πουν, για τον ίλιγγο των αιώνων που ‘κρυψε μες στο στόμα της, για τον έρωτα που προσέθεσε παντού στα πράγματα και για το βάθος. Πίσω θα πάρουν την απαξίωση, η γριά θα πουν πως στάθηκε όρθια οπλισμένη με μια πειθαρχία αιώνων που συνιστά τη βάση ενός αξιώματος αριστοκρατικού. Το δίδαξε κάποτε ο Τσαρούχης, μα ο χρόνος σαν το κύμα σβήνει τις γραφές. 

Δεν σας είπα πως ίσως εκείνη η γυναίκα – έτσι θα την έκανε ο ζωγράφος, καμωμένη με την καμάρα της και με το θόλο της, ίσως πάλι να την λέγανε Βασιλική και να ‘χε τον τρούλο της σαν τις εκκλησιές του Βυζαντίου – διέθετε την πατίνα ενός προσώπου ωραίου, ιδανικού και λαϊκού. Διότι προσάρμοζε στη μορφή της, όλες τις τεχνοτροπίες, τους νεωτερισμούς και τις συντηρήσεις μας τις πιο σθεναρές. Θα την είχα ξαναδεί χιλιάδες φορές διαβαίνοντας μέσα από τα χωριά που βγάζουν ίσια ευθεία στην καρδιά της Αρκαδίας, φορτωμένη ξύλα. Ή πάλι στου Κουτσαφτή την Ελευσίνα, να ανάβει τα εικονοστάσια. Ανάμεσα στις πέτρες που μάζευε εκείνη η απόκοσμη φιγούρα από το ντοκιμαντέρ του κινηματογραφιστή ποιητή, θα την είχα ξεχωρίσει. Οι βαθιές ρυτίδες του προσώπου της, θα σχημάτιζαν μυριάδες χαμένου χαρακτήρες, το Χ, το Σ και το Κ. Και όμως θα παρέμενε με τον τρόπο της ιδανική, αφού όλα ετούτα τα ζύγιαζε σοφά με έναν τρόπο πειστικό και επίκαιρο και αρμονικό. 

Ήσαν όλα φαντασίες, σπαράγματα του ονείρου. Ίσως πάλι, “πάνυ χαλεπώς έχω υπό του χθες πότου και δέομαι αναψυχής τινός” που λέει και ο Κωστής Παπαγιώργης στα “Περί Μέθης” του. Καλύτερα να αφήσω εκείνη τη γυναίκα μες στην ιστορία της. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν μπορεί να αυθαιρετεί όσο θέλει με τις υποθέσεις των άλλων, μα τούτο το σημείωμα πρέπει να βρει τη θέση του και τόσα να μην ζητάει. Καλύτερα να αφήσω ετούτα τα ιδεώδη, να αφεθώ στην ανώδυνη, την πληκτική τέχνη των ημερών μου. Σε τούτο το σάβανο που ως “χιών” έπεσε πάνω στις ζωές μας, σε τούτο καλύτερα να αφεθώ. Τα άλλα κινδυνεύουν να μου κοστίσουν, ίσως να “ξετρειχιλιστώ” και τότε περίγελος να γίνω στους αναγνώστες. Και τότε πάει στράφι του Παπαδιαμάντη το δάνειο, και τότε Θεέ μου, πώς θα κινδύνευε η “βαρκούλα” μου η φτωχή.

Μα όσο περνούν οι ώρες, όλο και τη συλλογιέμαι, μου είναι αδύνατο να τη λησμονήσω και όλο σε εκείνη προσφεύγω. Και όλο τη φαντάζομαι κάτω από τα ξένα στάχια της να κλαίει και να σωπαίνει. Μόνο μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή χαμογελά και παίρνει λέει κουράγιο και βαδίζει το δρόμο που της έφτιαξε ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης. Είναι τότε που κάποιος νεαρός Σύριος, από εκείνους που μας χαμογελούν στο στοπ του σηματοδότη, κάποια Κυριακή, στο παλιό Μουσείο, εκεί στην οδό Πατησίων, σύνορο μιας άλλης τάξεως αστικής, ψηλαφίζει τα γράμματα, θαρρείς και επιστρέφει μέσα από το ομοίωμα του κίονα. Είναι τότε εκείνη η γυναίκα θυμάται πως κάποτε υπήρξε μια υπόθεση οικουμενική του λόγου της, είναι τότε που βρίσκει τον εαυτό της μες στην ποίηση. 

Εσύ λοιπόν που λογαριάζεις πως μια τέτοια γυναίκα κανείς δεν την καταδέχεται, δες την καλά στο πλάι σου, κρεμασμένη από τα χείλη σου, τότε και τώρα, με ψυχή από μουσική και λουλούδια και πολυφωνικά, απλή, καμωμένη με έρωτα σολωμικό για τη ζωή. Τίποτε δεν περισσεύει για εκείνη, σκυφτή προχωρεί και παίρνει τις λέξεις της από χάμω. Μια μέρα δεν θα απομείνει τίποτε από δαύτη,  μόνον η ιστορία της, λένε. Νερό σε αρχαία βρύση, να ρίχνεται μες στο πηγάδι της αιωνιότητας εκείνη γελά και προχωρεί, Ελευσίνα, Ιωνία, Αθήνα, Σούσα, Λέτσε.

Μένει να φανεί αν η ταυτότητα μας η μελλοντική θα θυμηθεί ετούτη τη γυναίκα, αν θα διατηρήσει μια κάποια τρυφερότητα για του λόγου της ή πάλι όλα θα ντυθούν την καβαφική “τη λύπη των Γραικών” , την ιδιότροπη ετούτη λήθη που όλα τα σαρώνει. Μένει να φανεί αν θα κρατήσει εκείνη την γοητευτική ατημελησία της που στέκει πέρα από το προμελετημένο, αυτήν που της χαρίζει δυο χιλιάδες χρόνια τώρα, φως και ζωή αληθινή. Μένει όλα ετούτα να υπερασπιστούμε για χάρη της, κρατώντας όρθια την τρισδιάστατη την ακοή μας. Το ‘πε ο Νίκος Δήμου στην ανθολογία του μισού του αιώνα πως μια τέτοια γυναίκα πουθενά δεν χωρεί. Μες στο νόημα πλανιέται, στους αγέρηδες και τη σύσταση της την φθογγολογική. 

*Παλατινή Ανθολογία, Ρούφινος/ V103, μτφρ. Ανδρέας Λεντάκης

Απόστολος Θηβαίος