Η κόλαση μέσα από έναν παραμορφωτικό φακό

Γράφει ο Γιώργος Πισσάνης

 

Για το βιβλίο του Γιώργου Δήμου «Επτά μέρες στην κόλαση», εκδ. Ιωλκός

 

Δεν είναι λίγες οι φορές που επιλέγουμε να διαβάσουμε ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του. Στην κοινωνία της εικόνας, άλλωστε, το περιτύλιγμα συχνά προηγείται της ουσίας. Σίγουρα, εάν ο Γιώργος Δήμος δεν ήταν ένας από τους πολύ αγαπημένους και αδελφικούς μου φίλους και έβρισκα το βιβλίο αυτό στον πάγκο ενός βιβλιοπωλείου, αμέσως θα μου κέντριζε το ενδιαφέρον. Ξεκινώ, λοιπόν, από το περιτύλιγμα για να φτάσω στην ουσία και παρατηρώ πως το εξώφυλλο της συλλογής διηγημάτων Επτά μέρες στην κόλαση κοσμεί ίσως το πιο ταιριαστό σχέδιο που θα μπορούσε να υπάρξει γι’ αυτό το βιβλίο. Το έργο του πατέρα του δημιουργού και καταξιωμένου ζωγράφου Τάσου Δήμου αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή στο σύμπαν που δημιουργεί ο Γιώργος μέσα από τις απόκοσμες ιστορίες του.

Οφείλω εξαρχής να ξεκαθαρίσω ότι το κείμενο που ακολουθεί, παρά την προσπάθειά μου να διατηρήσω την αναγκαία κριτική απόσταση, ενέχει αναπόφευκτα έναν βαθμό υποκειμενικότητας. Η εξαιρετική συνεργασία μου με τις εκδόσεις Ιωλκός, αλλά και η βαθιά φιλία μου με τον Γιώργο Δήμο, συνέτειναν ώστε, τρόπον τινά, να είμαι εγώ εκείνος που έκανε το λογοτεχνικό «προξενιό» ανάμεσα στον συγγραφέα και τις εκδόσεις, από το οποίο προέκυψε αυτή η πολύ ενδιαφέρουσα έκδοση.

Ο Γιώργος Δήμος είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου αλλά και καλλιτέχνη. Πολυταξιδεμένος, έχοντας ζήσει μεγάλο διάστημα στην Αμερική και διαθέτοντας μια δική του, πολλές φορές στρεβλή, ματιά για τον κόσμο γύρω του, μεταφέρει στο χαρτί τις εμπειρίες και τους προβληματισμούς του όχι αυτούσιους, αλλά μέσα από έναν δικό του, εντελώς προσωπικό παραμορφωτικό φακό. Κοινός παρονομαστής των διηγημάτων της συλλογής είναι η φρίκη, η δυστοπία και ο τρόμος. Όλα αυτά, όμως, αποδίδονται με έναν τρόπο παράδοξα γλυκό και ανέμελο, σαν να περιγράφονται τα πιο φυσικά πράγματα του κόσμου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα συναντάμε στο διήγημα «Επανάσταση». Ο ήρωας μιλά για τους γονείς του, οι οποίοι αυτοκτόνησαν πέφτοντας στον ποταμό Χάντσον όταν εκείνος ήταν μόλις τεσσάρων ετών. Μια φρικιαστική εικόνα, την οποία διαδέχεται σχεδόν αμέσως η φράση: «Όπως και να ’χει, μια τρέλα της στιγμής — δηλαδή η αυτοκτονία — με πέταξε σε αυτό το Ορφανοτροφείο». Δεν στέκεται στη φρίκη. Την περνά ως κανονικότητα. Και ίσως ακριβώς σε αυτή την αντίφαση, ανάμεσα στο τρομακτικό γεγονός και στην αποστασιοποιημένη αφήγησή του, να βρίσκεται μία από τις βασικές αρετές της συλλογής.

Οι ήρωες των διηγημάτων είναι άνθρωποι του περιθωρίου, ένα ιδιότυπο λούμπεν προλεταριάτο, στους οποίους συμβαίνουν τα πιο παράδοξα και τρομακτικά πράγματα. Κάποιοι από αυτούς — ενδεικτικά, οι ήρωες των διηγημάτων «Το ξύρισμα» και «Αναισθησία» — μου φέρνουν στον νου την αγαπημένη μου ταινία Διαλύοντας τον Χάρι του Γούντι Άλεν. Εκεί, σε μία από τις ιστορίες του βιβλίου του πρωταγωνιστή – συγγραφέα Χάρι Μπλοκ, ένας ηθοποιός, τον οποίο ενσαρκώνει ο αείμνηστος Ρόμπιν Γουίλιαμς, εμφανίζεται κυριολεκτικά εκτός εστίασης: ξαφνικά θολώνει και παραμένει έτσι, σαν η ίδια η πραγματικότητα να έχει χάσει τη δυνατότητα να τον αποδώσει καθαρά. Κάτι ανάλογο συμβαίνει συχνά και με τους ήρωες του Δήμου: υπάρχουν μέσα στον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα μοιάζουν ελαφρώς μετατοπισμένοι από αυτόν. 

Οι αναφορές στον κινηματογράφο δεν είναι τυχαίες και θα επανέλθουν στη συνέχεια. Τόσο ο γράφων όσο και ο συγγραφέας είμαστε λάτρεις του κινηματογράφου, ο οποίος αποτελεί κεντρικό θέμα των συζητήσεών μας. Και δεν μπορώ εδώ να αντισταθώ στον πειρασμό να καυχηθώ πως πρόσφατα φωτογραφηθήκαμε μαζί με τον θρυλικό Χάρβεϊ Καϊτέλ. Κυρίως, όμως, τις αναφορές αυτές τις υπαγορεύει το ίδιο το βιβλίο, που συχνά γεννά την αίσθηση μιας κινηματογραφικής αφήγησης.

Η γραφή του Γιώργου ξεπερνά τα σύνορα και τοποθετείται παντού και πουθενά. Θα τολμούσα να πω πως πρόκειται για μια διεθνιστική γραφή. Καταλυτικό ρόλο, βέβαια, στο συγγραφικό τοπίο του έχει διαδραματίσει η Νέα Υόρκη, η οποία συχνά αποτελεί είτε τον τόπο δράσης των ηρώων είτε ένα φόντο που απλώς εννοείται χωρίς να δηλώνεται. Η επίδραση αυτής της πόλης, αλλά και των συγγραφέων που συνδέθηκαν μαζί της, θεωρώ πως προσδίδει στο βιβλίο μια ιδιαίτερη ταυτότητα. Θα σταθώ μόνο σε έναν συγγραφέα, ο οποίος θεωρώ πως έχει επηρεάσει βαθιά τον Γιώργο και με τον οποίο εντόπισα στα διηγήματα αρκετές εκλεκτικές συγγένειες: τον «κούκλο τζέντλεμαν» της αμερικανικής λογοτεχνίας, με το κοφτερό βλέμμα, Πολ Όστερ. Προτείνω, μάλιστα, στους αναγνώστες να ανατρέξουν στο κείμενο του Γιώργου στην Athens Voice, με αφορμή τον θάνατο του Όστερ, όπου γράφει για τη σύνδεση που είχε με τον ίδιο και το περιβάλλον του, την εποχή που σύχναζε στο Μπρούκλιν.

Διαβάζοντας το βιβλίο, διαπιστώνει κανείς ότι ο Γιώργος Δήμος είναι ένας τεχνίτης του λόγου, ένας εργάτης που σμιλεύει τον λίθο του, ο οποίος δεν είναι άλλος από την ίδια τη γραφή, είτε αυτή παίρνει τη δημοσιογραφική είτε τη λογοτεχνική της μορφή. Δεν μπορώ ακόμη να ξεπεράσω τη φράση από το διήγημα «Περί παιδείας»: «Γύρω μου υπάρχουν καλώδια. Εκατοντάδες καλώδια, μικρά και μεγάλα, τυλιγμένα σαν φίδια που ερωτοτροπούν το ένα γύρω από το άλλο». Μια εντελώς δυστοπική εικόνα του ανθρώπου — με ερωτηματικό — σε πλήρη μηχανική υποστήριξη και έλεγχο, γραμμένη ωστόσο με μια σχεδόν τρυφερή αφέλεια.

Σε ορισμένα σημεία, βέβαια, διακρίνεται η ορμή της πρώτης λογοτεχνικής απόπειρας: μια κάποια διάθεση επίδειξης και, κυρίως, η ανάγκη να ειπωθούν όλα με την πρώτη. Είναι αδυναμίες που μια μεγαλύτερη οικονομία και εμπιστοσύνη στο ανείπωτο μπορούν εύκολα να μετατρέψουν σε αρετές.

Δεν μπορώ να αποφύγω την επίκληση στον κινηματογράφο για ακόμη μία φορά. Διαβάζοντας τις ιστορίες του βιβλίου, είχα συχνά την αίσθηση πως θα μπορούσαν να αποτελέσουν σενάρια για ταινίες του μεγάλου Ντέιβιντ Λιντς, του οποίου γνωρίζω πως ο Γιώργος είναι θαυμαστής. Στο ίδιο ποιητικό και ζοφερό σύμπαν ακροβατεί η συλλογή Επτά μέρες στην κόλαση, όπου οι ήρωες είναι δέσμιοι οραμάτων, εμμονών και σουρεαλιστικών καταστάσεων. Ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο, το βιβλίο κινείται διαρκώς κάπου στη μέση, σε εκείνη την περιοχή όπου το οικείο γίνεται ξαφνικά ανοίκειο και το παράλογο αποκτά τη φυσικότητα της καθημερινής ζωής.

Φτάνοντας στο τέλος αυτής της σύντομης προσέγγισης, θέλω να επιστρέψω σε όσα ανέφερα στην αρχή. Η προσωπική σχέση μου με τον Γιώργο, που μετρά ήδη αρκετά χρόνια, ασφαλώς καθιστά αδύνατη την επίκληση μιας απόλυτης αντικειμενικότητας. Δεν αναιρεί, όμως, την κριτική μου κρίση για το βιβλίο. Το Επτά μέρες στην κόλαση έχει τα προτερήματα αλλά και τις αδυναμίες που συνοδεύουν συχνά μια πρώτη λογοτεχνική κατάθεση. Το ζήτημα είναι, στο τελικό ζύγι, τα πρώτα να βαραίνουν περισσότερο από τις δεύτερες. Και εδώ θεωρώ πως αυτό επιτυγχάνεται. Από εκεί και πέρα, η συνέχεια βρίσκεται στα χέρια του ίδιου του συγγραφέα. Να επιμείνει, να εξελίξει αυτό το ιδιότυπο βλέμμα και να αποφύγει να γίνει, όπως πολύ εύγλωττα λέει ο αγαπητός μας φίλος Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης, «πρωτοεξαφανιζόμενος».

Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται και το μεγαλύτερο στοίχημα του Γιώργου Δήμου. Να συνεχίσει να κοιτάζει τον κόσμο μέσα από αυτόν τον δικό του, ελαφρώς παραμορφωτικό φακό, χωρίς να επιχειρήσει να τον διορθώσει ή να τον κάνει περισσότερο εύληπτο. Γιατί οι Επτά μέρες στην κόλαση δεν είναι ένα βιβλίο που επιδιώκει να εξηγήσει τον κόσμο αλλά να το παραμορφώσει. Κι όταν ολοκληρώσεις την ανάγνωση, κάτι από αυτή την παραμόρφωση μένει μαζί σου. Ίσως αυτή να είναι, άλλωστε, μία από τις ουσιαστικότερες λειτουργίες της λογοτεχνίας: να επιστρέφουμε στην ίδια πραγματικότητα και, για λίγο τουλάχιστον, να μην μπορούμε πια να τη δούμε με τον ίδιο τρόπο.