“εν ξάκρισμα προσφόρου
διά τον καφέ”
Η 11η Σεπτεμβρίου
[…στα ηχεία, A horse with No Name…]
Ήταν μεσημέρι όταν το τηλεοπτικό πρόγραμμα διακόπηκε ξαφνικά. “Κάποιος θα πέθανε”, είπε η μάνα μου. Τότε ζούσε ακόμη και δεν υποψιαζόταν κανείς το φριχτό τέλος, τον ξαφνικό αποχαιρετισμό λίγα χρόνια μετά. Στην οθόνη οι δίδυμοι πύργοι του Διεθνούς Εμπορίου στην Νέα Υόρκη. Ξαφνικά κάνει την εμφάνισή του ένα επιβατηγό αεροπλάνο. Κινείται χαμηλά και κατευθύνεται προς τον ένα από τους δύο πύργους. Θυμάμαι πως ήμουν βέβαιος ότι στο τέλος κάτι θα γίνει και θα αλλάξει πορεία.
Μα εκείνο το μεσημέρι του Σεπτέμβρη, πριν από 25 χρόνια πια, διαψεύστηκα πανηγυρικά. Και ευθύς κατάλαβα πως μπαίναμε στην εποχή όπου όλα θα γίνονταν δυνατά. Από το μεγαλύτερο καλό ως την πιο φριχτή όψη του ανθρώπου, όλα ξυπνούσαν με τον καινούριο αιώνα. Ένα άσχημο όνειρο εκτυλισσόταν με όρους πραγματικότητας και λίγο λίγο επιβαλλόταν στις ζωές μας. Λίγο αργότερα ένα δεύτερο αεροσκάφος θα συντριβεί στον δεύτερο πύργο. Θα ακολουθήσει μια τρομακτική φωτιά και έπειτα μες σε ένα εξωπραγματικό σύννεφο σκόνης, οι πύργοι θα συντριβούν. Έχουν πάρει μαζί τους μια ολόκληρη εποχή. Στα συντρίμμια τους η αθωότητα ενός κόσμου που μέχρι τότε κυνηγούσε ξέφρενα την πιο ανείπωτη ευτυχία.
Έκτοτε η σκηνή έπαιξε χιλιάδες φορές. Οι πλανόδιοι έμποροι του πολέμου βρήκαν την ευκαιρία και ο κόσμος χωρίστηκε στις σφαίρες του καλού και του κακού. Οι σωριασμένοι πύργοι γύρευαν από την ανθρωπότητα μια απάντηση πειστική. Στο μεταξύ η απόκριση στο αδύνατο που σε πρώτη τηλεοπτική προβολή, παγκόσμιας εμβέλειας κέρδιζε την ανώδυνη και πληκτική αλλαγή του αιώνα στα σημεία, παρέμενε ένα κενό γράμμα.
Έκτοτε η Αμερική άλλαξε, ο πόλεμος μπήκε στις ζωές μας και πάλι, η Ελλάς πτώχευσε και η ιστορία πήρε εκείνο τον ξέφρενο ρυθμό που μας παρασέρνει, εμάς, τους κομπάρσους της, εμάς που περνούμε σβέλτα σαν σφαίρες μέσα από την πραγματικότητα, γυρεύοντας τον τρόπο να την αντέξουμε.
Έκτοτε η Αμερική, “ένα πουλάρι δίχως όνομα”, όπως σε εκείνο τον αλησμόνητο ύμνο και εγώ που γερνάω στη σκιά ενός παράξενου κόσμου. Μεγαλώνω μα όσα ζούμε τραγουδούν σαν το νερό μες στο νου μας.
Ο τελευταίος απόγονος
Ο κύριος Λόγκερ είναι έμπορος, καλός και πιστός πολίτης στις αρχές, με τάξη και σωστές αρχές. Έτσι τουλάχιστον τον ξέρουν όλοι. Και όχι μόνον αυτόν, αλλά κάθε κύριο Λόγκερ τον σέβονταν και τον υπολήπτονταν και δεν υπήρχε μήτε μια κουβέντα άσχημη που θα μπορούσε να ξεστομίσει κανείς για τον οίκο των Λόγκερ.
Μονάχα που σάστιζαν κομματάκι με αυτόν τον τελευταίο, τον απόγονο κύριο Λόγκερ, ετών πενήντα, με το παράδοξο βλέμμα και την εμμονή με τα άστρα. Πού τον βρίσκεις, πού τον χάνεις τον κύριο Λόγκερ, κάθε δειλινό τραβάει για το μικρό, αυτοσχέδιο αστεροσκοπείο του. Μελετάει το σύμπαν, φανταστείτε, αυτός ο Λόγκερ, ο ταπεινός και καθ’όλα συνηθισμένος τύπος, του κάνει κέφι το διάστημα. Οι φίλοι του μεθοκοπούν δίχως διακοπή στην ταβέρνα ή τσιμπολογούν από κανένα κοριτσόπουλο. Όχι, αυτός.
Το τηλεσκόπιό του συναρμολογήθηκε από κομμάτια μέταλλο που παρήγγειλε με ένα σορό στερήσεις, από την Αυστρία. Περιέχει δε, κάμποση φαντασία στις ενώσεις και τα πιο αποφασιστικά σημεία, διότι χωρίς φαντασία, κανένας κύριος Λόγκερ δεν μπορεί να είναι στις μέρες μας κάποιος. Χρειάζονται τα αστέρια ή μια μεγάλη αγάπη. Ο κύριος μοιάζει ξύπνιος και διάλεξε αυτό που βλέπει στο στερέωμα. “Η αγάπη είναι φοβερό πράγμα”, λέει και περνάει στα χρόνια των σιωπών του. Ως το χάραμα φτιάχνει χάρτες, θαρρείς και αύριο κιόλας κάποιοι αναχωρούν για εκεί απάνω.
Μα η αλήθεια είναι πως δεν ενόχλησε κανέναν ο κύριος Λόγκερ. Μήτε που το ‘χε φανταστεί – αυτός με το απαράμιλλα φανταστικό του τηλεσκόπιο – πως σε κάποια οδό, λίγο πάνω από το λιμάνι, οι φονιάδες θα του έστηναν καρτέρι. Θα του ζητούσαν ότι έχει επάνω του, ο κύριος Λόγκερ θα δήλωνε την άρνηση του. Τότε θα μιλούσε το μαχαίρι και ο κύριος Λόγκερ θα γινόταν παρελθόν.
Λίγο πολύ, αυτή είναι η ιστορία του τύπου αυτού. Μετά το θάνατό του, πλιατσικολόγησαν το αστεροσκοπείο του, ξήλωσαν λαμαρίνες και ολόκληρα κομμάτια ξύλο από την οροφή, σπάσανε τους μηχανισμούς και ξεχαρβαλώσανε τελείως την πόρτα. Κανένας δεν σεβάστηκε τον κύριο Λάγκερ.
Μοναδική παρηγοριά, αυτά τα ζευγάρια που σμίγουν μες στη σιγαλιά κάτω από τον έναστρο ουρανό. Και έτσι δεμένα αναμεταξύ τους, κρατούν όρθιο κάτι από τη φαντασία του δύστυχου κυρίου Λόγκερ. Κάτι από σύμπαν, για την ακρίβεια.
Senza rabbia
αφήγημα
Είχε στους τοίχους παλιές διαφημίσεις. Βαριές κουρτίνες εμποδίζανε τη θέα και τα ατμοσφαιρικά φωτιστικά του δαπέδου διαμόρφωναν σκιές και είδωλα. Σαν έμπαινες εκεί μέσα, όλοι οι θόρυβοι σώπαιναν και ευθύς λυτρωνόσουν ή πάλι σαν φλόγα δαπανιόσουν ακούοντας τις χίλιες και μία φωνές του εαυτού σου.
Να περάσει το ραντεβού των δώδεκα, παρακαλώ, είπε η νεαρή γραμματέας. Ύστερα, σαν παράξενος κούκος σε αρχαίο ρολόι ξαναμπήκε μες στη μικρή κάμαρη. Έκλεισε πίσω της την πόρτα και όλα περάσανε μεμιάς στην προηγούμενη αταραξία. Εκείνος ήταν το ραντεβού των δώδεκα, εκείνος που δεν είχε ένα όνομα κανονικό σαν όλα τα άλλα. Μα ένα κάπως ινδιάνικο, σαν “το ραντεβού των δώδεκα”. Γέλασε με τον εαυτό του και προχώρησε προς τη μεριά μιας ανοιχτής πόρτας. Προτού καν εισέλθει σε εκείνο το δωμάτιο, μια φωνή ακούστηκε και όλα αρχίσανε.
Λοιπόν;
Εγώ κύριε, το πρόβλημά μου δηλαδή, η αιτία που με έφερε ως εδώ είναι κάπως ασυνήθιστη.
Και τις σας κάνει να νομίζετε πως η περίπτωσή σας τοποθετείται εκτός της συνήθειας;
Θέλω να πω, ίσως να μην έχετε ακούσει κάτι παρόμοιο, κύριε. Οφείλω να ξεκαθαρίσω τη θέση μου. Και ίσως να νιώθω μια κάποια συστολή, καταλαβαίνετε.
Λοιπόν;, επανέλαβε ο ιατρός, σοβαρότερα τώρα πια.
Πάει καιρός που, πώς να σας το πω, πάει καιρός που δεν μπορώ να θυμώσω.
Μάλιστα, αποκρίθηκε ο επιστήμων και σημείωσε κάτι στο τετράδιο του.
Μπορείτε να υπολογίσετε πόσο διάστημα συμβαίνει αυτό;
Νομίζω, εδώ και δύο χρόνια. Ναι, πάνω από δυο χρόνια συμβαίνει. Σας λέω δεν μπορώ να θυμώσω με τίποτε και με κανέναν.
Παράξενο.
Σας το ‘πα, ιατρέ, δεν είμαι σαν όλους τους άλλους.
Και δεν θυμώνετε ποτέ;
Ακριβώς! Φανταστείτε πως χθες τ’απόγευμα η γυναίκα μου πέταξε όλα μου τα ρούχα. Και εγώ δεν θύμωσα, μόνο τα κοιτούσα που κολυμπούσαν στον ακάλυπτο προτού προσγειωθούν εμπρός στα πόδια μου. Σακάκια, πουκάμισα, παντελόνια, την καμπαρτίνα μου την καλή που έπεσε με καθυστέρηση καθώς εφούσκωνε μέσα της ο άνεμος. Δεν θύμωσα τότε, ούτε λίγο. Κάθε άλλος θα της ζητούσε το λόγο, θα φώναζε, θα δήλωνε την ενόχλησή του. Όχι όμως εγώ.
Και προχθές στη δουλειά, κάποιος με αποκάλεσε χονδροκέφαλο και όλοι οι συνάδελφοι βάλανε τα γέλια μαζί μου. Μα εγώ δεν θύμωσα και σκύβοντας το κεφάλι συνέχισα τους υπολογισμούς μου. Αργότερα , καθώς επέστρεφα κόντεψα να πέσω θύμα τροχαίου. Θα βρισκόμουν κάτω από τις ρόδες του μικρού φορτηγού που παραβίασε τον κόκκινο σηματοδότη. Μάλιστα ο οδηγός, εντελώς άδικα μου ‘βαλε τις φωνές. Χρησιμοποιούσε ακατανόμαστες εκφράσεις, φώναζε και οι άλλοι σταματημένοι κοιτούσαν με κάτι βλέμματα καταγγελτικά. Κάποιος μου είπε, “σπάσε του τα μούτρα!” μα εγώ δεν κατάφερα να θυμώσω ούτε μια στάλα. Ο άγνωστος που με παρότρυνε, μου ‘ριξε μια ματιά απαξιωτική και έφτυσε κατά γης. Ήθελα να του πω ότι το πρόβλημά μου ήταν βαθύτερο, πιο σύνθετο από ότι θα νόμιζε κανείς. “Δεν είμαι δειλός κύριε, απλά έχω ένα πρόβλημα, ψυχολογικό δηλαδή. Δεν μπορώ να θυμώσω. Είναι φριχτό!”
Μα εγώ δεν είπα τίποτε. Έβαλα μπρος και ξεκίνησα προσπαθώντας να ξεχάσω όλα όσα είχαν συμβεί. Συναντήθηκα με φίλους, καθένας θα ´χε βρει δεκάδες αφορμές για να ενοχληθεί, όχι όμως εγώ. Τι ανώδυνες και πληκτικές εκείνες οι συνευρέσεις. Μου ήταν αδύνατο να θυμώσω με το οτιδήποτε. Λίγες μέρες μετά ράγισα, δεν άντεξα, το κεφάλι μου είχε γεμίσει με βρόχινο νερό. Η φτώχεια εντός μου ατέλειωτη. Τότε ήταν που αποφάσισα να έρθω ως εδώ, με την ελπίδα πως θα με κάνετε να θυμώσω και πάλι, πως θα λύσετε εσείς το πρόβλημα. Δεν πήρα συστάσεις, δεν ρώτησα κανέναν, μονάχα ήρθα ως εδώ με την καρδιά μου στα χέρια να σας ομολογήσω το φριχτό μου πρόβλημα. Δεν μπορώ να θυμώσω με τίποτε και με κανέναν.
Ο ιατρός σημείωσε κάτι πρόχειρο. Έπειτα σηκώθηκε από τη θέση του και έσπρωξε κοντά του έναν τροχήλατο καθρέφτη, σαν αυτούς που έχουν τα καμαρίνια για να κοιτάζονται οι υποκριταί.
Η απάντηση κρύβεται μες στις μορφές μας. Ωστόσο, πρέπει κανείς να συλλάβει το βάθος των πραγμάτων, αλλιώς το μυστικό παραμένει ακίνητο, θέλω να πω κουλουριασμένο σαν το φίδι μένει για όλο το χειμώνα. Σπίτι του η πέτρα. Λοιπόν, για ρίξτε μια ματιά. Τον θυμάστε αυτόν εκεί μέσα;
Και ο ασθενής περιεργάστηκε για λίγη ώρα τη γνώριμη εκείνη έκφραση. Έπειτα θυμήθηκε τα λάθη του, αναγνώρισε τα σημάδια, κάθε τι που θυμόταν ξεκλείδωνε μια άλλη πόρτα. Σιγά σιγά θυμήθηκε τα πάντα και τράβηξε το βλέμμα του από εκεί. Ο ιατρός επέμεινε, ο ασθενής σαν να θύμωσε σηκώθηκε από τη θέση του, θέλησε να φύγει. Κάτι τον έκανε να το μετανιώσει. Ο ιατρός έσκυψε κοντά του και είπε.
“Θα χρειαστούν μερικές συνεδρίες ακόμη, μα εκ προοιμίου μπορώ να σας πω με μεγάλη ασφάλεια ότι το ζήτημά σας θα λυθεί. Ο χρόνος τέλειωσε για σήμερα”.
Ο άνθρωπος που δεν μπορούσε να θυμώσει βγήκε έξω στο δρόμο. Στ’απέναντι πεζοδρόμιο, κάποιοι είχαν στήσει στον τοίχο ένα παιδί, όχι πάνω από είκοσι χρονών και το απειλούσαν με μαχαίρια και γροθιές και μερικές άσεμνες χειρονομίες. Ένιωσε κάτι πρωτόγνωρο, μια αίσθηση θυμού, αν μπορούσε θα ξεκρέμαγε εκείνο το κάδρο από τους τοίχους αυτού του κόσμου.
Λίγο ακόμη και θα θεραπευόταν, λίγο ακόμη και θα μπορούσε να θυμώσει, σαν πρώτα, σαν τότε που έμοιαζαν όλα κάπως πιο ανθρώπινα. Και αν το ‘θελε η τύχη κάποτε και ο Θεός, θα μπορούσε να κάνει κομμάτια ετούτη τη σφυρηλατημένη πόλη με τον πορσελάνινο ουρανό της και με τα ψέματά της. Θα μπορούσε να σώσει εκείνο το παιδί που τ’απειλούν με μαχαίρια και γροθιές και ελπίδες.
Επίμετρο
Εουτζένιο Μοντάλε
Φίλοι μου, μην πιστεύετε στα έτη φωτός
Φίλοι μου, μην πιστεύετε στα έτη φωτός
στον καμπύλο ή επίπεδο χωροχρόνο.
Η αλήθεια βρίσκεται μες στα χέρια μας
αλλά είναι άπιαστη και ξεγλιστρά σαν χέλι.
Ούτε και οι νεκροί θέλησαν ποτέ να την συλλάβουν
για να μην ξανά-ξεπέσουν ανάμεσα στους ζωντανούς, εκεί
όπου όλα είναι δύσκολα, όλα είναι ανώφελα.
Ποιήματα από τη συλλογή:
«Άλλοι Στίχοι»
Επιλογή, Μετάφραση & Επίμετρο:
Ευαγγελία Πολύμου
Να τους ακούτε τους ποιητές. Επειδή κανείς δεν μαθαίνει για την αγάπη, μονάχα γίνεται κάποτε και εκείνος κομμάτι της.
Επειδή ακόμη, οι απαντήσεις δεν βρίσκονταν ποτέ στα κβάντα που λιώνουν τις γνώριμες αλήθειες. Μήτε σε παραπετάσματα ειδώλων και σκιών που περνούν από μέσα μας, οι απαντήσεις δεν βρίσκονται παρά στην αθωότερη των μουσικών που ηχούν εντός μας.
Οι απαντήσεις βρίσκονται στο τραγούδι των πουλιών, στις λησμονημένες ξόβεργες που αφήσαμε, στα παρατημένα δίχτυα, στις δυνατότητες που κοιμούνται εντός μας, οι απαντήσεις θα υπάρχουν για πάντα μες στην τελετή του έρωτα, στις πράξεις και τις χειρονομίες του, στην εμπειρία που προχωρεί πιο πέρα από τα συνηθισμένα μοτίβα, την εμπειρία που μας διδάσκει πως δεν στο φιλμ της ζωής μας δεν συμμετέχουν κομπάρσοι. Η ανάσα των πραγμάτων, το βούισμα της λάμπας, όλα σηματοδοτούν κάτι τριγύρω μας, όλα ψιθυρίζουν κάτι σαν περνούν όπως οι αιωνιότητες, σύννεφα πάνω από τις καρδιές μας, καιροί και πνεύματα.
Να τους ακούτε τους ποιητές. Συχνά οι φωνές τους μοιάζουν με ψιθύρους, μα υπάρχει κάτι στη χροιά τους, μες στις ατμόσφαιρες τους περιέχεται κάτι που σε κάνει να νιώθεις παράδοξα και μαγεμένα. Κάτι που μέσα από τις απλούστερες λέξεις μπορεί και υπερασπίζεται το θαύμα, δίχως τίποτε να αρνείται.
Και αν καμιά φορά ξαστοχούν η συμβολή τους στην υπεράσπιση της αθωότητά μας, ευθύς δικαιώνει την τρομερή τους κραυγή, τις επινοήσεις τους όλες. Κυνηγούνε και εκείνοι το φωταγωγημένο δευτερόλεπτο του Καρούζου και όταν πέφτουν έξω μοιάζουν πιο ευτυχισμένοι από ποτέ.
Έτσι μας λέει ο Εουτζένιο. Κάποιοι πάλι θα πουν, “αυθαιρετείτε!” και θα έχουν δίκιο.
Α.Θ
