Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα

© S.Equinoux

[…στα ηχεία, ο Django Reinhardt, ένας ξέφρενος, αδέσποτος κιθαρίστας...]

Dead Bird

Κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά. Μόνο μια φορά σταμάτησε και μέτρησε εκείνο τον πάκο. Ήταν πάνω από χίλια και με αυτά σχεδίαζε να πάρει πίσω τη ζωή του. Διέκρινε τον Άλμπερτ που τα ‘πινε στ’απέναντι μπαρ. Και φαντάστηκε, εκεί στο μέσον της σκάλας που οδηγεί στο υπόγειο Γουέμπλει, ένα από τα παλιά μπιλιαρδάδικα που λειτουργούν στο κέντρο. Φαντάστηκε πως σε λίγα χρόνια αυτό εδώ το στέκι θα ‘να παρελθόν. Την έχει γράψει κιόλα τη δική του ιστορία. Οι καλύτερες “στέκες” της πόλης έκαναν το κομμάτι τους μια φορά και έναν καιρό στα τραπέζια που παλιώνουν τώρα. Οι αδέξιοι παίκτες, κάτι παιδιά σκαστά από το σχολειό δηλαδή, δεν έχουν την παραμικρή υποψία για όσα γίνηκαν εδώ. 

Αρκετά. Αν καθυστερήσει και άλλο λίγο, η τύχη του κινδυνεύει να του γυρίσει την τύχη. Έριξε μια ματιά στη σακούλα που κουβαλούσε. Το δέρμα του σφαγμένου πουλιού έστεκε ροδαλό κάτω από μια λεπτή στρώση νάιλον. Το ‘νιωσε βάρος και έπειτα θέλησε να βρει μια καλή δικαιολογία που τριγυρίζει με ένα νεκρό πουλί εδώ και εκεί. Ας είναι, προέχει η τύχη του. 

Πέρασε εμπρός από τα τραπέζια με τα ιαπωνικού τύπου φώτα, διέσχισε το μέσα κόσμο του μπαρ, χώρος για τους παλιούς θαμώνες και απολύτως κανέναν άλλο. Και έπειτα έστριψε προς το δωμάτιο με τις αυτόματες μηχανές. Ένα σορό λαμπιόνια αναβόσβηναν και εκεί εμπρός στα μάτια του, ένας σορός άνθρωποι καταστρέφονταν. Με τα χίλια που ‘χει στην τσέπη του η νίκη μοιάζει βέβαιη. Πόσες φορές θα του γυρίσει την πλάτη η τύχη; Την νιώθει κιόλας στο πλάι του. Μόνο το νεκρό πουλί τον ενοχλεί λιγάκι μα η Αλις ήταν ξεκάθαρη. “Κέρδισα τη γαλοπούλα στη λοταρία. Ο Θεός μας λυπήθηκε”, του είπε ακριβώς. Και έτσι απλά η γαλοπούλα μεταβλήθηκε σε μια προέκταση του χεριού του, σε μια προβολή ισοδύναμη αυτής εδώ της πολιτείας με το ροδαλό δέρμα και το βέβαιο θάνατο. Μια προβολή της αγάπης και της ζωής τους, λέει. 

Χρειάστηκε όλο το μεσημέρι και μερικές ώρες τ’απόγευμα. Τόσο ακριβώς του πήρε να χάσει εκείνα τα χίλια που είχε μες στο παλτό του. Κοιτάζει το μηχάνημα που του πήρε τα πάντα. Ατάραχο συνεχίζει να κατεβάζει πολύχρωμα, φανταχτερά σύμβολα, βαλέδες, κεράσια, δολάρια και σταγόνες. Κάποτε τυχαίνει ο συνδυασμός που πληρώνει και γίνεται κανείς πλούσιος. Όμως, όχι απόψε, όχι για εκείνον που έχει απομείνει μόνος μες στην κάμαρη με τα εξωφρενικά μηχανήματα. Ο ιδιοκτήτης του γνέφει από το μπαρ. “Καλύτερα να πηγαίνεις”, αυτό είναι που του λέει. Και εκείνος αποκρίνεται καταφατικά, αφού μερικές φορές χάνει κανείς πράγματα όπως η φωνή του.

Θυμήθηκε το νεκρό πουλί. Γύρεψε τη σακούλα, τη ζύγισε με τα χέρια και το νου του,κάτι σημείωσε. Κάποιος του είπε “πρώτο πράγμα” και γύρεψε τιμή. Δεν τα βρήκαν, μήτε με τον επόμενο και με όλους όσοι μπήκαν στο μαγαζί. Και το νεκρό πουλί έχει τώρα πάρει να μυρίζει όπως όλα τα σκοτωμένα πράγματα. 

Χρειάζεται ένα ποντάρισμα ακόμη. Όμως ο ιδιοκτήτης υπήρξε αδιαπραγμάτευτος. Και όμως, ένα ποντάρισμα και έπειτα τέλος. Δεν θα του το αρνηθεί και άλλωστε ανά πάσα στιγμή μπορεί να αγοράσει αυτό εδώ το νεκρό πουλί που είναι σκέτη λιχουδιά, θαρρείς πως φτιάχτηκε για να δίνει χαρά με το θάνατό του. Αυτοσυγκεντρώνεται, το μηχάνημα κατεβάζει πιθανούς συνδυασμούς. Όχι, όχι δεν είναι ο δικός του, εκείνος που κερδίζει. 

Κοιτάζει ξανά το νεκρό πουλί. Και έχοντας ολότελα χάσει πια το μυαλό του, το ζυγιάζει μες στα δυο του χέρια και έπειτα προσπαθεί να το βολέψει στη σχισμή του μηχανήματος. Επιμένει, οι άλλοι τον κοιτάζουν, το αφεντικό με κανά δυο άλλους ορμάει, παλεύουν. Είναι προφανές πως το νεκρό πουλί δεν χωράει στη σχισμή, όμως εκείνος επιμένει με μια τρομερή αυτοσυγκέντρωση. Ώσπου καταφτάνουν οι αρχές και ένας αξιωματικός, ντυμένος τάρανδος – αν έχει σημασία, όλη του η στολή πυκνώνει σε μια κατακόκκινη λαστιχένια μύτη – του κάνει συστάσεις στην αρχή, έπειτα τον συλλαμβάνει. Είναι ολοφάνερο πως επέρασε του λόγου του στη χειμωνιάτικη εποχή.

Ξημερώνει Χριστούγεενα. Δεν ξέρει καν πώς έγινε, μα πάνε τρεις μέρες που βρίσκεται πίσω από το μεγάλο παράθυρο. Η κλινική είναι ήσυχη και οι επισκέπτες ελάχιστοι. Εκείνος δεν έχει. 

 Και όλο ξημερώνει στο αίθριο της κλινικής και όλο αποσύρεται σαν βρεγμένο και σαν παστρικό το κατάκοπο φεγγαράκι. Εκείνο όμως, που έχει τη σημασία του δεν είναι άλλο από την τρομερή είδηση που παρακολουθεί να περνάει στα ψιλά, για κάποιο δήθεν νεκρό, ακέφαλο πουλί που τριγυρίζει μες στην πόλη, βαριά χτυπημένο από τη μελαγχολία, λέει.

West Side 

Βγήκανε προσεκτικά. Έξω στο δρόμο κανείς, μονάχα τα καλώδια από τις γεννήτριες που κρατούν την πόλη κλινικά ζωντανή. Μοιάζει με τον άνθρωπο που ‘χει πια ξεγλιστρήσει κάπου μακριά και όμως από κάτι κρατιέται στη ζωή. Πρώτα οι μεγαλύτεροι, περάσανε απέναντι στα χαλάσματα της πολυκατοικίας. Εδώ έμενε κάποτε η κυρία Ιβέτ, που ‘χε γυρίσει όλο τον κόσμο μα δεν μπορούσε να αποχωριστεί την όψη της θάλασσας. Και άλλοι πολλοί, οι περισσότεροι χάθηκαν εκείνη τη νύχτα. “Πρόκειται για ένα χειρουργικής ακρίβειας χτύπημα, οι απώλειες που προκύπτουν θεωρούνται παράπλευρες, επόμενη ερώτηση”. Κάπως έτσι οι συνεντεύξεις τύπου κλείνουν τους ανοιχτούς λογαριασμούς με την αλήθεια. 

Έπειτα έρχονται τα παιδιά. Καθένα κρατά κάτι. Άλλο τα πιρούνια, όσα γλίτωσαν δηλαδή, ξύλινα, πλαστικά, παιχνίδια, τίποτε δεν περισσεύει σε τούτη την πόλη. Την λέω έτσι επειδή ακόμη μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τις διασταυρώσεις, εκεί υπήρξε ένας κήπος, αυτό το σπίτι είχε παράθυρα από πορφύρα, στην επόμενη γωνιά λειτουργούσε αδιαλείπτως το μικρό ταχυδρομικό παράρτημα, ένα παράθυρο προς τον κόσμο. 

 Το μικρότερο από τα παιδιά, κρατά το ψωμί, κοιτάζει προσεκτικότερα και πάει με τους άλλους. Καθένας έχει το κεράκι του, άλλου είναι λιωμένο, σε κάποιους κρατιέται καλά. Το κεράκι είναι ευθύνη του καθενός, είναι το δικό του φως που πρέπει να το κρατήσει ζωντανό. Η νύχτα είναι απέραντη σε αυτά εδώ τα μέρη. Και οι γεννήτριες χαλάνε γρήγορα, τα καύσιμα έρχονται λιγοστά, κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Σου λέει, “πόλεμος” και κατεβάζει τα ρολά.

Όλοι παρακαλάνε να μην βρέξει. Τρώνε βιαστικά, κοιτάζουν ο ένας τον άλλον και γελούν, μοιράζονται κάτι μες στη ζωή τους και αυτό αρκεί. Πάνω από τα κεφάλια τους, τα τροχιοδεικτικά περνούν και χάνονται. Αν ήταν άστρα που πέφτανε, όλες τους οι ευχές θα ‘χαν πραγματοποιηθεί. Όμως είναι η καταιγίδα του πολέμου, πέρα μακριά στον ορίζοντα. 

Τώρα μιλούν, ο ένας με τον άλλον, φωνάζουν, γελούν, κάτι σκιές που ξεμυτίζουν μέσα από τα χαλάσματα πάνε κοντά τους. Έχει μπόλικη ζεστασιά , επειδή έξω από τον πόλεμο η ζωή συνεχίζεται. Αγαπιόμαστε, πεθαίνουμε, συζητάμε, βρισκόμαστε, ξεμακραίνουμε, χανόμαστε, ελπίζουμε, ονειρευόμαστε. Αυτοί που πλησιάζουν ζητούν απεγνωσμένα κάτι τ’ανθρώπινο. Θα ‘ταν τα γέλια που τους βγάλανε από τα αυτοσχέδια καταφύγια.  

Τα παιδιά είχαν αποκοιμηθεί πια στις αγκαλιές. Η παγωνιά τραγουδούσε εκεί έξω, πλανόδια και τεράστια. 

Ακούστηκαν ερπύστριες, δυνατά φώτα, ακούστηκε ο ασύρματος, οι καρδιές έπαψαν. Όλοι οι προβολείς έπεσαν πάνω σε εκείνη την παρέα. Οι στρατιώτες τους κοίταξαν προσεκτικά. Ο αξιωματικός κατέβηκε από το όχημα και στάθηκε εμπρός τους με το χέρι στο περίστροφό του. Ένα από τα παιδιά πήγε προς το μέρος του, όλοι σάστισαν. Κρατούσε ένα στολίδι. Του ευχήθηκε, δίχως κανείς να ξέρει πού μπορεί ένα παιδί να βρήκε το κουράγιο μες σε αυτόν τον κόσμο για κάτι τέτοιο. Ο στρατιώτης παρέμεινε ατάραχος, πήρε το στολίδι από το χέρι του κοριτσιού και το κρέμασε σε έναν από τους γάντζους στο εξωτερικό περίβλημα του άρματος μάχης. Έπειτα έκαναν μερικές μανούβρες και απομακρύνθηκαν. Έπεσε ξανά σκοτάδι τριγύρω. Όλοι ήσαν πλουσιότεροι, οι στρατιώτες και οι άνθρωποι εκείνοι. Όλα τα χρωστάνε σε εκείνο το στολίδι.

Ψέμματα στο κλαμπ

“Το πιστεύετε, κύριοι; Επίστεψαν πως μπορεί κάποιος σαν εμένα, κάποιος οποιοσδήποτε βρε αδελφέ, πως θα τον ξεγελούσαν. Άκου το πνεύμα των Χριστουγέννων! Ανοησίες, παιδιάστικα πράγματα. Καλύτερα να μου ‘λεγε “τη ζωή σου ή τα λεφτά σου”, ας ήταν μια κανονική κλοπή με τα όλα της. Μα τώρα πια το πράμα κατάντησε γελοίο, δεν νομίζετε; Μα να δαπανόμαστε με αυτόν τον τρόπο σε ανόητες φάρσες; Τέλος πάντων”, συνέχισε ο κύριος Εμπενίζερ, “αυτός ο κάποιος επέμεινε. Έδωσα την εντολή να κλειδώσουν την κάμαρη και έφυγα κεφάτος σαν τάχα τίποτε να μην είχε συμβεί. Θα κανόνιζα την υπόθεση με την επιστροφή μου. Θα είχα όλο τον καιρό να συλλογιστώ πάνω στο ζήτημα. Επίσης ήταν και το άλλο. Ο προφανής τρόπος που είχε διά να ερεθίσει τη συγκίνησή μου. Μιλούσε για άρρωστα παιδιά, έδειχνε συγκλονισμένο το περιβόητο πνεύμα! Όπως και να ‘χει, το θέμα τακτοποιήθηκε. Το βράδυ θα γυρίσω σπίτι με τον αστυνόμο και ότι είναι να γίνει θα γίνει κατά τα δέοντα”, είπε ο Εμπενίζερ. 

Εκείνη τη στιγμή ένα χαμίνι μπήκε στο σαλόνι του κλαμπ, τον αναζήτησε και έτρεξε κοντά του. Του άφησε ένα σημείωμα στο χέρι, πήρε μια δεκάρα ή και λιγότερο και έτρεξε έξω με τον σερβιτόρο να κραδαίνει ένα στυλιάρι για ακριβώς αυτές τις περιστάσεις. 

Ο γέρος ανασηκώθηκε με δυσκολία από την πολυθρόνα. Φώναξε το σερβιτόρο, του είπε κάτι εμπιστευτικά. Και έφυγε ήσυχα χτυπώντας το μπαστούνι του ρυθμικά και χαρούμενα για τους τρόπους του. Είχε έναν σκοπό.

Όλα τα εξηγεί το σημείωμα που έγραφε επί λέξει. 

“Όλα είναι έτοιμα για το στολισμό. Έχουν έρθει ο κύριος και η κυρία με τον νεαρό. Είναι πολύ ζωηρός, σχεδόν ευτυχισμένος. Μόνον εσείς λείπετε. Το πνεύμα των Χριστουγέννων. Άννα”. 

Παράχωσε το χαρτί στο γιλέκο του και συνέχισε πιο βιαστικά. Διότι αντιθέτως από όσα έλεγε στη σάλα του κλαμπ προ ολίγου, το πνεύμα που κλείδωσε τότε, έκανε τη δουλειά του και με το παραπάνω. Και ήσαν αληθινό, περισσότερο και από αυτήν εδώ τη ζεστασιά που κάνει καλό στη γέρικη καρδιά του Εμπενίζερ. Ρωτήστε και τον αστυνόμο να σας πει.

Έναντι αδράς αμοιβής

“Καταζητείται”, έγραφε το χαρτί του δημοτικού, αστυνομικού σταθμού. Η λέξη είχε γραφτεί κάτω από τη φωτογραφία ενός κοριτσιού, όχι πάνω από δεκαπέντε χρονών. Άραγε για ποιον λόγο την καταζητούν, τι να έκανε τόσο μικρή, τόσο γλυκιά που είναι δεν μπορεί να προέβη σε κάποια πράξη τρομερή, όχι δεν μπορεί. 

Η αμοιβή ήταν μικρή, όχι πάνω από τριάντα φράγκα. Ίσως να ήταν αυτή η αιτία που δεν ασχολήθηκε κανείς με το ειδοποιητήριο. Ένα κορίτσι με ένα μάτσο σπίρτα μες στο πανέρι του, δεν μπορεί να ‘ναι επικίνδυνο. Όχι για αυτήν την πόλη με τα αναμμένα της φώτα. Και τα τριάντα φράγκα είναι λίγα, τόσο λίγα για τον καθένα.

Πόσο λάθος έκαναν όλοι. Πόσο λανθασμένα πόνταραν ότι είχαν και δεν είχαν στην αθωότητα του κοριτσιού. Ο δημοτικός αστυνόμος που σταμάτησε στου γερού Τοβάν για λίγο ζεστό κρασί δεν μάσησε τα λόγια του. 

“Αυτό το κορίτσι είναι πραγματικός μπελάς! Τριγυρίζει με το πανέρι του και με τα πελώρια μάτια του γυρεύει την ελεημοσύνη σας. Μα αγαπητές μου κυρίες και φίλοι μου, ακούστε προσεκτικά. Όσο εσείς ακούτε την πικρή της ιστορία, εκείνη πέφτει στην αγκαλιά σας αποκαμωμένη από τη δυστυχία , με κατάμαυρα μάτια από την πείνα. Ω, το μακιγιάζ κάνει θαύματα κυρία Ντωρμέ, έτσι δεν είναι;” Η κυρία νιώθει αμήχανα και γελά συγκαταβατικά, ο αστυνόμος εξακολουθεί. “Σαν πέσει μες στην αγκαλιά σας, βάζει σε εφαρμογή το σχέδιό της. Και σας αρπάζει αστραπιαίως”, χτυπά το τραπέζι, δυο κυρίες τρομάζουν και βάζουν τα γέλια όλοι μαζί τριγύρω στο τραπέζι του δείπνου. “Το βάζει μες στο πανέρι της και προσποιείται πως θέλει να κρυφτεί από ντροπή. Και έτσι φεύγει γρήγορα, όσο εσείς κύριε προσπαθείτε να αντιληφθείτε το μέγεθος της δυστυχίας που κρατά εκεί έξω, καλά, τόσο καλά, οφείλει κανείς να παραδεχτεί. Μέχρι σήμερα το κορίτσι έχει αρπάξει περί τα είκοσι πορτοφόλια, όλα με γερό κομπόδεμα από καθώς πρέπει κυρίους. Λένε πως αλλάζει το πόστο της για να μην γίνει αντιληπτή. Και είναι και το άλλο. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να βάλει καμιά φωτιά με όλα αυτά τα σπίρτα και τότε το πράγμα μπορεί πολύ να δυσκολέψει. Είναι επικίνδυνη σας λέω!”

Η πόρτα του μαγαζιού ανοίγει. Ένα κορίτσι με σπίρτα και κόκκινη κάπα μπαίνει στο μαγαζί. Ο αστυνόμος τινάζεται από τη θέση του. Ζητάει συγνώμη, μα θα πρέπει να του κάνουν λίγο χώρο. Πρέπει να την προλάβει μα τίποτε δεν θα πει, εξαιτίας του πανικού που καραδοκεί πάντα ανάμεσα στο μισομεθυσμένο πλήθος. Και είναι συγκρατημένα ευγενικός μα από μέσα του έχει διαολοστείλει την κυρίε Ντωρμέ και την Αντέτ, την κόρη της, τον κύριο πλάι του που είναι παραζαλισμένος και μια και δυο, αδυνατεί να βρει την ισορροπία του. 

Τώρα το κορίτσι μιλάει με κάποιον κύριο, ο αστυνόμος υποψιάζεται τι θα συμβεί και τελικά για να απεγκλωβιστεί από το τραπέζι ανεβαίνει επάνω και δώστου χάμω ποτήρια και μποτίλιες θολές. Όλοι εκπλήσσονται, οι κυρίες λιποθυμούν η μια μετά την άλλη, από παντού μες στην αίθουσα τρέχουν οι κρυφοί οι εραστές. Το κορίτσι πέφτει στην αγκαλιά του κυρίου και έπειτα σπρώχνει λυπημένη, όλο ντροπή την πόρτα του μαγαζιού και χάνεται στο χιονιά που δέρνει την πόλη. 

Όσο για τον αστυνόμο, η φωτογραφία του επάνω στο τραπέζι σε όλα τα πρωτοσέλιδα του πρωινού τύπου, αποτέλεσε μια δυσφήμιση πρώτης τάξεως. Και προκάλεσε μάλιστα το ενδιαφέρον του αρχηγού που τον έπαψε από τα καθήκοντά του διά παντός με μια αυστηρή επιστολή.

“Καλύτερα να μην μπλέκετε με κορίτσια που εμπορεύονται σπίρτα, τσιμπιδάκια. Αφήστε τις βιολετέρες για τίποτε ανόητους που πιστεύουν πως υπάρχει κάτι περισσότερο πίσω από τις γλυκιές ματιές. Τίποτε δεν υπάρχει, μόνο άνθρωποι που γνωρίζουν καλά την τέχνη της εξαπάτησης”. Ωραία τα λέει ο αστυνόμος και η ατμόσφαιρα γιορτινή, σκέφτονται όλοι και αποφασίζουν πως τέλος οι αγκαλιές και οι συναισθηματισμοί, αφού έτσι θέτουν σε κίνδυνο το γερό του κομπόδεμα. “Τι ζούγκλα που γίνηκε η πολιτεία Θεέ μου!”, σχολιάζει η κυρία Ντωρμέ και με ένα μαντίλι που της προσφέρει κάποιος μάγκας σκουπίζει το μέτωπό της. Εκείνος στέκει πίσω της και διακριτικά, δίχως να βγάζει τα γάντια του, αγγίζει τρυφερά τους ώμους της κυρίας. Είναι ο εραστής της, ο κρυφός που σας είπα πρωτύτερα, ένα στήριγμα με θεληματικό πηγούνι και καταγάλανα μάτια. Οι φήμες τον θέλουν απατεωνίσκο με έφεση στα ωραία λόγια. Πάει να πει πως μοιάζει με κάθε άλλον εκεί έξω κυρία Ντωρμέ. Όμως αυτή χαμηλώνει τα μάτια και δαγκώνει το απάνω χείλος από ντροπή ή επιθυμία, κανείς δεν ξέρει. 

Α.Θ