
Ο Ευγένιος Ο’ Νηλ και
μια στοίβα
λευκά χαρτιά
[…στα ηχεία In the Winter, Janis Ian…]
Εκείνο το πρωί, ένιωθε πως όλα κυλούσαν πιο αργά από πάντα. Τα βήματά του πρώτα που τα ‘σερνε μες στο μικρό δωμάτιο. Δεν είχε το κουράγιο να κάνει το παραμικρό. Οι φίλοι του τηλεφωνούσαν, από την άλλη άκρη ήθελε να τους πει, “δεν υπάρχει κανένας πια εδώ”. Μα δεν είχε άλλο κουράγιο. Άκουσε τη βροχή και πήγε προς το μέρος της. Έπεφτε πάνω στο κλειστό παράθυρο, κρατώντας το ίσο σε αυτό το πρωινό που παλεύει να σταθεί στα πόδια του. Θυμήθηκε τη βιβλιοθήκη του. Λογάριασε πως σήμερα είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να τακτοποιήσει μια στάλα τα βιβλία του.
Είχε διαβάσει πρόσφατα εκείνο τη μινιατούρα βιβλίο του Ζορζ Περέκ. “Μικρές Σημειώσεις για την τέχνη και τον τρόπο να τακτοποιούμε τα βιβλία μας”, έτσι λεγόταν εκείνο το εγχειρίδιο με τη φωτογραφία ενός χαμογελαστού άνδρα μαζί με τη γάτα του. Κοιτάζουν και οι δυο σε απόλυτο συγχρονισμό τον φακό. Ίσως είναι απόγευμα ή κάποιο παριζιάνικο πρωινό, ίσως είναι χειμώνας ή πάλι ίσως τελειώνει μια εποχή. Τριγύρω υποψίες άνοιξης, μα δεν έχω να σας πω πολλά, αφού τα χρώματα δεν υπάρχουν.
Θα εφαρμόσει τη μέθοδο βιβλιοθηκονομίας του συγγραφέα. Και θα τακτοποιήσει τα βιβλία του με βάση το χρώμα της ράχης τους. Και δεν θα τον νοιάζουν οι τίτλοι και η πιθανότητα να χάσει κάθε μελλοντική ευκαιρία για να ξανασυναντήσει εκείνο ή το άλλο βιβλίο. Σήμερα, η μέρα του μιλά με χρώματα και είναι ένας τρόπος αυτός για να τσακίσει αυτό το ασπρόμαυρο τοπίο της βροχής που κάνει μεγαλύτερη τη μελαγχολία του. Σε λίγο, στέκει ανάμεσα σε στήλες βιβλίων που πυκνώνουν αλλού το κίτρινο, αλλού το κόκκινο, κάπου το μαύρο χρώμα. Μα δεν του κάνει τίποτε ετούτη η ιδέα, παραμένει τόσο μα τόσο λυπημένος. Καλύτερα να διαβάσει κάτι, ένα παραμύθι, κάτι που απροβλημάτιστα θα κάνει το χρόνο να περάσει. Όχι μεγάλες ιδέες, όχι μεγάλοι ήρωες, ίσως ένα κορίτσι με φιόγκο στα μαλλιά του. Θα πρέπει να προσέξει πολύ μην τύχει και παρασυρθεί και πει πως από τα μαλλιά του ξετυλίγεται αργά μια πεταλούδα με μαύρα φτερά. Ένα βιβλίο που θα βγάζει μέσα από τις σελίδες του μια κόκκινη, αμυδρή λάμψη, όπως αυτή της δύσης. Ίσως να πρέπει να διαλέξει ένα βιβλίο γερασμένο που ‘χει καιρό να πιάσει στα χέρια του, ίσως εκεί μέσα μπορεί να αδειάσει τον εαυτό του.
Σηκώνεται και τώρα αναμετράται με τα ράφια της βιβλιοθήκης του που είναι από δεύτερο χέρι. Κάποιο αρχαίο βάρος την καταδίκασε σε μόνιμο χαμόγελο, ίσως κάπως πικρό, μα χαμόγελο. “Ο Ρομαντισμός της Εξουσίας”, “Η Νοσταλγία και εγώ”, “Η Κρύπτη”. Όχι, όχι, δεν θέλει να μάθει άλλο για ιδέες, μήτε να συγκινηθεί και ακόμη περισσότερο να κρυφτεί. Όχι, όχι, αυτός θα ήθελε κάτι σαν την “Μενεξεδένια Πολιτεία”, αν ποτέ υπήρξε μια τέτοια. Και όλο γυρεύει ανάμεσα στα βιβλία εκείνο που θα του αρέσει περισσότερο και είναι τόσα εκείνα που ‘χει χάσει και που τώρα εμφανίζονται εμπρός του. Με μια τσακισμένη ράχη, με δυο τρεις βιαστικές σημειώσεις, προβάλλουν εμπρός του βιβλία σαν μαύρα παγόβουνα, ποιος ξέρει από τι αρχαίους παγετώνες απομεινάρια.
Διαλέγει μερικά και επιστρέφει ανάμεσα στις στοίβες με τα χρώματα. Μα καθώς ανοίγει σε κάποια τυχαία σελίδα, σαστίζει. Δεν υπάρχει τίποτε γραμμένο, ίσως μια δυο λέξεις που γλίτωσαν και τώρα στέκουν εκεί ολομόναχες. Ξεφυλλίζει σαν τρελός τα βιβλία, διαλέγει από τις ντάνες με τα χρώματα, αδειάζει ολόκληρη τη βιβλιοθήκη , δεν σταματάει να ξεφυλλίζει τα βιβλία. Δεν υπάρχει τίποτε γραμμένο εκεί μέσα, ίσως να φταίει η ποιότητα του χαρτιού όμως σήμερα, όλα τα βιβλία στη βιβλιοθήκη του αποτελούνται από ολόλευκα χαρτιά.
Ντύνεται βιαστικά, κατηφορίζει τη σκάλα, παραμερίζει κάποιους διαβάτες, περνάει αψήφιστα τη λεωφόρο, κινδυνεύει, κάποιοι τον βρίζουν. Δεν νοιάζεται, τρέχει προς το μεγάλο πολυκατάστημα χαρτιού και ειδών γραφικής ύλης. Εκεί θα μάθει σίγουρα τι συμβαίνει. Το κατάστημα είναι άδειο. Ένας τύπος, όχι πάντα από πενήντα χρονών στέκει πλάι στα άδεια ταμία. Δεν υπάρχει τίποτε εδώ για σας, το κατάστημα υπολειτουργεί σήμερα. Ο νεαρός δεν δίνει σημασία, προχωρεί προς τον τομέα των λογοτεχνικών έργων και διαλέγει τυχαία από τα ράφια. Δεν υπάρχει τίποτε γραμμένο, όλα τα πήρε μαζί του το πρωινό. Δεν μπορεί, συλλογίζεται, κάποιο βιβλίο θα ‘χει γλιτώσει, ίσως να έχει σωθεί αυτούσιο, πρέπει να το βρει. Ξεχύνεται στη λεωφόρο, το πλήθος τον παραμερίζει και περνά αδιάκοπα δίχως την ελάχιστη σημασία για την αγωνία του. Κάθε τόσο λέει σε κάποιον περαστικό για το συμβάν με τα βιβλία, εκείνος απομακρύνεται, τον κοιτάζει υποτιμητικά, ένας δυο τον απειλούν πως αν επιμείνει θα φωνάξουν την ασφάλεια. Ώστε κανείς δεν θέλει να μάθει και ένας που έδειχνε πως τον ακούει με προσοχή όταν τέλειωσε είπε γελώντας, ευκαιρία να τα ξαναγράψουμε, κάπως καλύτερα, τι λέτε; Όσο παράλογο και αν του φαινόταν αυτό που είπε ο άνθρωπος εκείνος ήταν η μόνη λύση. Του έσφιξε το χέρι και έτρεξε λίγο μακρύτερα, τρύπωσε στο συνοικιακό βιβλιοπωλείο. Ο ιδιοκτήτης έστεκε παράμερα, έκλαιγε κρατώντας στην αγκαλιά του μια στοίβα λογαριασμούς. Θα έπρεπε να έχει χαθεί το μελάνι από αυτά τα παλιόχαρτα. Όχι από τα βιβλία, όχι από αυτά! Καταστράφηκα! , φώναζε και έσφιγγε το πρόσωπό του, παραμορφώνοντας τα χαρακτηριστικά του.
Εκείνο το πρωινό, δίχως να το περιμένει, αυτός που το ‘χε πάρει απόφαση να μείνει στο σπίτι, γύρισε ολόκληρη την πόλη. Μα δεν βρήκε τίποτε, ούτε ένα βιβλίο δεν είχε σωθεί από τη φοβερή μάστιγα. Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Είχε τρέξει σε όλη την πόλη, δεν υπήρχε μήτε ένα βιβλίο με γραμμένες ακόμη λέξεις. Μπήκε στο πρώτο καφέ που βρήκε και παρήγγειλε ένα σκέτο ουίσκι. Το επιλέγει πάντα όταν έχει να αντιμετωπίσει μια αληθινά δύσκολη υπόθεση. Δεν είναι κανείς στο μπαρ. Ο ιδιοκτήτης του δίνει το μπέρμπον και απομακρύνεται προς την πλευρά της λάντζας. Είναι πρωί και δεν έχει κανείς όρεξη για κουβέντες. Φροντίζει μόνο να παίζει χαμηλά ο Τζόνι Κας, σε ζωντανή ηχογράφηση από το Νάξβιλ, 1969. Λίγες θέσεις πιο πέρα ένας κατάλογος με τα ξενοδοχεία της πόλης. Σκέφτεται πως δεν θα υπάρχει πια τίποτε εκεί μέσα. Παίρνει το βιβλίο με τρόπο και ρίχνει μια ματιά. Είναι όλα άθικτα, λέξεις, φωτογραφίες, άρθρα. Να το βιβλίο που σώθηκε, το βρήκε εκείνος, κανείς άλλος. Θα το πάει ως τη βιβλιοθήκη του με εξαιρετική προσοχή. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε όλη η πόλη αναζητά αυτό ακριβώς το βιβλίο. Δεν είναι κανένας διάσημος τίτλος, τουναντίον θα έλεγε κανείς πως είναι ένα παντελώς αδιάφορο βιβλίο, με τουριστικές αναφορές και ορισμένα στοιχεία πολιτιστικής φύσεως, κυρίες μάσκες και ανθρωπόμορφες φιγούρες. Η γιορτή του χειμώνα, της άνοιξης, ο θερισμός. Αστείο είναι σαν σκεφτείς με πόσους τρόπους ο άνθρωπος μετράει τον χρόνο. Θα έλεγε κανείς πως ζει μέσα του και πως βαθύτερα, σε κάθε περίπτωση θέτεται σε λειτουργία ένας άλλος, μέσα χρόνος.
Βάζει με τρόπο το βιβλίο στην τσέπη του παλτού του, αφήνει ένα εικοσοδόλαρο, δεν θέλει ρέστα. Ανοίγει την πόρτα και μόνο τότε ο ιδιοκτήτης αντιλαμβάνεται πως ο νέος φεύγει. Ρίχνει μια ματιά στη θέση που καθόταν, διακρίνει το τσαλακωμένο χαρτονόμισμα, σφίγγει λίγο τη βίδα που συγκρατεί την προθήκη του αρχαίου τζουκ μποξ και επιστρέφει στο πόστο του.
Το δισκάκι πέφτει, η βελόνα χαράζει τις στροφές του, η μουσική αρχινάει. Πετάγεται από το κρεβάτι και συμβουλεύεται το ρολόι του. Έχει αργήσει σαράντα ολόκληρα λεπτά. Προσπαθεί να επανέλθει, κοιτάζει γύρω του, στα χείλη του έχει μια γεύση από μπέρμπον. Ξαφνικά σηκώνεται, διασχίζει το διάδρομο, φτάνει στο σαλόνι. Ο μπάρμαν λείπει για πάντα από τη σκηνή.
Στέκει εμπρός από τη βιβλιοθήκη, αρπάζει δίχως να το σκεφτεί μερικούς τίτλους. Η αλήθεια είναι πως δεν λείπει τίποτε. Όλα όσα γράφτηκαν κάποτε βρίσκονται εκεί , άθικτα. Και κάθε λέξη μέσα τους συνιστά μια αποθέωση της μοναξιάς, δίχως τίποτε το πλαστικό στο φέρσιμο ή τη σημασία. Τώρα είναι σίγουρος πως όλα ήταν όνειρο, πως κανένα βιβλίο δεν κινδυνεύει. Και πως όλα όσα κάποτε γράφτηκαν υπάρχουν για πάντα μες στις σελίδες. Λέξεις σφαίρες, πίστη, ανθρωπιά, πίκρα, όλα υπάρχουν μες στις λέξεις του κάθε βιβλίου. Σκηνοθεσίες ολόκληρες που αντέχουν, εικόνες, χαρακτήρες απίθανοι όπως εκείνος ο τύπος που πουλάει τη σκιά του για να χάσει τελικά οριστικά τη ζωή του.
Το μόνο που παραμένει ανεξήγητο, σκέφτεται καθώς ντύνεται, είναι εκείνος ο τουριστικός οδηγός που δεν θυμάται να τον αγόρασε ποτέ και που σήμερα κάνει τη διαφορά. Τώρα που το συλλογίζεται, τώρα που όλα έχουν πια περάσει, λέει από μέσα του πως ποτέ δεν αγόρασε εκείνον τον οδηγό και λίγο λίγο το όνειρο επιστρέφει. Θα ήθελε ποτέ του να μην το είχε δει, μα δεν υπάρχει σήμερα Θεός μες στην φασαρία της πολιτείας. Ένας Θεός για να τον ακούσει, δεν υπάρχει, για να υπερασπιστεί τα αναγκαία πράγματα όπως τις λέξεις και τα βιβλία, τα υπάρχοντα τα πιο ακριβά της ζωής μας και ίσως την προσευχή μας.
Σε λίγο πιάνει μια βροχή, κάτω από τα στέγαστρα ξεγλιστρά και έχει πάντα μες στην τσέπη του, εκείνο τον αδέσποτο, τουριστικό κατάλογο. Σίγουρα θα’ναι άχρηστος τώρα αφού μιλά για μια πολιτεία που πέρασε και πάει. Μια πολιτεία που δεν υπάρχει πουθενά, ίσως μόνο στα βάθη των ραφιών της βιβλιοθήκης του που είναι από δεύτερο χέρι και έχει σημάδια όσο παλιά και κάποια από τα εξώφυλλα. Ίσως ο κατάλογος να μιλά για δρόμους που διασταυρώνονται μονάχα μες στη μνήμη του, δρόμους δικούς του που για κανέναν άλλον δεν έχουν σημασία. Ίσως πάλι για πολιτείες τόσο μακρινές από τούτο τον μολυβένιο εφιάλτη, πιο άσχημο από ποτέ έτσι που αναβοσβήνουν τα απελπισμένα Χριστούγεννα. Κοιτάζει το δρόμο και βλέπει τη μοναξιά μας να αναβοσβήνει ρυθμικά, τόσο μα τόσο θλιβερά. Όπως στ’ονειρό του, ακριβώς όπως στ’ονειρό του.
Το Ταξίδι δεν τελειώνει
Ευγένιος Ο’ Νηλ
16/10/1888-27/11/1953
*μια ανταπόκριση
Ο Τζέιμς, σύζυγος της Μαίρη Κάβαν Τάιρον, ο Τζέιμι όπως είναι γνωστός στην πιάτσα, δεν είναι πάνω από εξήντα πέντε χρονών. Και όμως δείχνει δέκα χρόνια νεότερος τουλάχιστον. Αυτό το χάρισμα του επέτρεψε να διαπρέψει ως ζεν πρεμιέ σε έργα β’διαλογής. Και όμως αυτός ο φτωχο- Ιρλανδός κατόρθωσε να πιάσει την καλή. Ένας ρόλος αρκούσε και ευθύς ο Τζέιμι πιάστηκε για τα καλά. Μα ποτέ δεν ησύχασε και είχε στο νου του σε κάθε περίσταση, τον κίνδυνο της φτώχειας που γυροφέρνει το σπιτικό του. Δεν θα την άντεχε ποτέ ξανά. Και άλλωστε χρειάζεται το κατιτίς για να γοητεύσει τα κορίτσια. Έτσι νομίζει βεβαίως, αφού τα κορίτσια είναι κατακόκκινα και πουλάνε το φιλί όσο όσο. Και είναι και το ποτό, δίχως αυτό δεν θα άντεχε. Μα περισσότερο από όλα τη φτώχεια που έσταζε από τη σκεπή του πατρικού του, χρόνια πίσω.
Απόψε ανεβαίνει στο σανίδι της ζωής του. Εμπρός αδερφέ μου Τζέιμι, κάνε το νούμερό σου. Μες στη σιγαλιά, ο δαίμονας θα ξυπνήσει, προκαλώντας μια απίστευτη φασαρία μες στις καρδιές των ανθρώπων.
Δεν του καίγεται καρφί για τους δυο τους γιους. Μονάχα να μην κοστίζουν οι μπαγαποντιές τους, αυτό τον νοιάζει. Τα αγόρια διαθέτουν τη δική τους ζωή. Είναι τσακισμένα, τίποτε δεν μπορεί να κάνουν οι άνθρωποι για αυτά. Μήτε ο Τζέιμς και η μάνα τους που είναι διαλυμένη από τη μορφίνη σε μια άκρια του κόσμου ολοδική της.
Και όλο τραβά το ταξίδι της μεγάλης μέρας μες στη νύχτα της. Ξέρει καλά πως για την κατάντια της φταίει, ίσως μια κάποια φυσική ροπή μα πάνω από όλα μια ζωή με τον Τζέιμι, μια φριχτή, σε κακή ιρλανδέζικη απομίμηση, ζωή. Καμιά φορά μες στο παραλήρημα της, τον κατηγορεί με όλη τη δύναμη της καρδιάς της. Καμιά φορά τον καταδικάζει για τα χρόνια που έχασε. Έπειτα βυθίζεται στη μορφίνη, ακόμη περισσότερο. Μες στη νύχτα κατεβάζει γενναίες γουλιές μπέρπον. Ο συνδυασμός θα την σκοτώσει. Μα δεν μπορεί να κάνεις τίποτε για εκείνη. Κάθε κορίτσι έχει τη μοίρα και το όνειρό του.
Κανείς δεν θα πράξει το παραμικρό για να αλαφρώσει την ψυχή της Μαίρη Κάβαν. Μονάχα σε κάποιο έργο θα απομείνει, λυπητερή ενσάρκωση ενός τσακισμένου νου, που διαβαίνει την ατέλειωτη μέρα του, μες στο απαίσιο σκοτάδι της έξης. Ω, πόσο απλή και πόσο σκληρή υπόθεση είναι αυτός ο αργός θάνατος. Κάποτε, στο έργο του Ευγένιου Ο’Νηλ, στο Ταξίδι μιας μέρας μες στη Νύχτα.
Α.Θ
