
Περιδιαβαίνοντας τα ποιήματα
του Ματθαίου Μουντέ
“Στον Ανάβατο, με τα έρημα σπίτια τα βυζαντινά, φωλιές αετανθρώπων και φιδιών αντηχούνε γόοι και εμβατήρια, αγάπες και γέννες και νίκες και σφαγές. Ροή του ανέμου μέσα στα σοκάκια”, αυτό είναι η ποίηση. Και ίσως όχι μόνον ο πυρετός στο αίμα, φωνές που βροντοχτυπούν, φωνήεντα θηλυκά και ουρλιαχτά. Ίσως περισσότερο να είναι τα παράξενα δείγματα κάποιας ζωολογίας ή πάλι ένα από τα όντα στο σύμπαν του Αργύρη Χιόνη. Ίσως είναι ο Ισκιοβόρος που σπαράζει τους ίσκιους των θυμάτων του, ανθρώπων που αδίκησαν όσο παρέμεναν στα εγκόσμια, εκθέτοντας τα πάντα στο φως. Και τώρα όλοι εμείς, ξένοι με τον εαυτό μας, δίχως ρίμες , δίχως μουσικές, χωρίς ελπίδα στέκουμε και υπομένουμε το φριχτό μας τέλος.
Είχε στο νου του όλα ετούτα και τίποτε. Τριγύριζε μες στο έρημο χωριό, παγωμένος από το φόβο του ο καιρός, ακουμπισμένος επάνω στα φυσικά πράγματα δεν μετρούσε. Όμορφη, πλούσια και άπαρτη και σεβαστή και αγία η ζωή, όπως το’γραψε ο ιερομόναχος Διονύσιος όταν στέριωνε στο πηγάδι την απόκοσμη μορφή του, γυρεύοντας πάνω απ’όλα ένα πρόσωπο, μια μορφή. Ταίριαζε η ερημιά στους μεσαιωνικούς οικισμούς της Χίου, στάλαζε το ανάγλυφο της θέλησης πάνω από τα συντρίμμια της ενώ την ίδια στιγμή μια μπαλάντα του απείρου σαν τη “γλυκιά και γαληνή καλησπέρα της μανούλας σου” πλανιόταν στο στερέωμα και μες στον ίδιο, εκείνο φυσικό κόσμο. Αυτή η ερημιά είναι που δίνει την ευκαιρία στην τέχνη και την αίσθησή μας να εκφραστεί, αυτή είναι που γεννά την ποίηση, σκέφτηκε. Όχι τη φτιασιδωμένη μα μία άλλη καμωμένη με την ευγένεια της πρόθεσης, το ήθος των λέξεων, υπό του ανέμου που σαρώνει τα τετριμμένα και τα ξοδεμένα. Στάθηκε και είδε την τελετουργία που μαίνεται εκεί εμπρός του, μια άσκηση επίμονη, για τη γνώση και την αθωότητα, μια αποκάλυψη, η μνήμη και η προφητεία μαζί συνταιριασμένες από μια απόκοσμη αιτία.
Έπειτα άκουσε το φτεροκόπημα. Ένα σμήνος σηκώθηκε από τα δέντρα. Δεν ήταν καμιά έκπληξη, ένα περίστροφο που εκπυρσοκροτεί στο πρόσωπο της μοναξιάς, ας πούμε. Η προαίρεση ήταν , η θέλησή μας να κατευθυνθούμε προς τους ουρανούς, αυτή είναι η μουσική που διαμορφώνει την ποίηση συνεπεία του έρωτος πάντα, ω, του έρωτος. Λόγος ευαγγελικός, λέξη πατερική ή ακόμη ακόμη, φλέβα του ονείρου.
Η ομορφιά δεν είναι αυτού του κόσμου
Η ομορφιά δεν είναι ένα ζήτημα καθ’ύψος, λέει ο ποιητής και ο κόσμος κάνει κρακ, κάποια τυφλή γωνιά του ράγισε. Πηγάζει από μέσα μας σημειώνει ο Ματθαίος Μουντές, μια κάποια κρίσιμη ώρα κάνει την εμφάνισή της. Συνήθως δεν την υποπτευόμαστε, υιοθετεί τόσα παράδοξα σχήματα, όπως υποκατάσταση, υπερβολή, διεύρυνση του κόσμου και θεία αφαίρεση. Με εκείνη την ειλικρίνεια την καπνισμένη, σαν προγονικό πορτραίτο που υιοθέτησε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, κορνίζα στο βάθος του δωματίου, ανάμεσα σε ιστούς και την απαραβίαστη αιωνιότητα. Ω, η ομορφιά τρέχει έξω στους δρόμους. Σε μας αρκεί να την αρπάξουμε στα χέρια μας είτε μας λένε ποιητές, είτε μας αποκαλούν ανθρώπους. Έπειτα στερεώνουμε όλα εκείνα τα θεωρήματα, αποσυναρμολογημένα δίχως να κατέχουν πια την παραμικρή αξία. Τότε σημαίνει επιτέλους ο μέσα χρόνος. Η θέλησή μας για την ποίηση κερδίζεται στα σημεία. “Λιτανείες κοριτσιών λευκοντυμένων, λαμπάδες και χρυσάνθεμα” και άλλα τέτοια που ξεχαστήκανε μες στο συρτάρι με τα πολύ παλιά πράγματα έρχονται τώρα στην επιφάνεια. Ψυχικά προσεγγίζουμε τα πράγματα που μας πληγώνουν μα και όσα μας ψηλώνουν λίγο περισσότερο, νιώθοντας ως τα μύχια, τα θεωρήματα του Ματθαίου Μουντέ.
Μια φορά και έναν καιρό, μες στο σκοτάδι ταξιδεύουμε, η τέχνη μας βοηθά λέει να λησμονήσουμε το θάνατο και για αυτό την αγαπούμε. Εμείς, μια παράξενη σχεδία που διασχίζει τα νερά, φορτωμένη με ένοχο βλέμμα, γράφει ο Ματθαίος Μουντές, από καιρό πια χαμένος. Μα πάντα διαθέσιμος να λάμψει εμπρός σε μια καινούρια κρίση. Υποψιαζόμαστε κοντά του πως είναι άπειρα τα πράγματα, υποψιαζόμαστε τους αριθμούς που μετρούν τη ζωή. Προς αυτήν την κατεύθυνση σπουδάζουμε το λιγόλογο και το μετρημένο, το βλέμμα μας πηγαίνει ψηλά, πολύ ψηλά η ομορφιά τραβάει προς τον ουρανό και εμείς ακολουθούμε, το ξέρουμε πως δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς όταν τα ποιήματα είναι αληθινά και αδιαπραγμάτευτα. Τόσο καιρό να ζούμε, λέει μακριά από τα ποιήματα. Για να αναγνωρίσουμε το μεγαλειώδες καρφώνουμε το βλέμμα μας στα μάτια του άλλου. Και όταν πια διακρίνουμε την ευγνωμοσύνη και όλη τη δόξα, είμαστε τότε βέβαιοι, πως αυτό το έργο που φτάνει μες στην ερημιά και μας χαϊδεύει είναι το μεγάλο έργο.
Και τότε τίποτε δεν μπορεί να φτωχύνει την ποίηση, τίποτε δεν μπορεί να την κερδίσει στα σημεία. Τα τοπικά ιδιώματα αποκτούν μια προσαυξημένη σημασία, κάθε τι μικρό μεγεθύνεται, η τρυφερότητα απομένει η κυρίαρχη επιλογή, η τρυφερότητα που επιλέγει κανείς όταν έχει υποφέρει πολύ. Σε κάθε ένα από τα έργα του Μουντέ ένας άνθρωπος που νιώθει άγγελος περιφέρεται ανάμεσα σε θεωρήματα και αποφθέγματα ποιητικά. Η σκέψη για τον μοντέρνο άνθρωπο, η μέριμνα για αυτόν μοιάζει με μια παρανομία κόντρα στη συνήθεια. Η φωταγώγηση του χρόνου, τα αφάνταστα όμορφα και ελπιδοφόρα πράγματα που ξυπνούν όταν ήσυχα και σοβαρά κάποιοι στίχοι ξυπνούν πνευματικές δυνάμεις που μόνο η ποίηση μπορεί να συνταιριάξει , αρμολογώντας το βίωμα της, στερεώνοντας τη θέλησή της να αναμετρηθεί με τις λεπτομέρειες της ζωγραφιάς, με πράγματα υλικότερα που μας κατακλύζουν. Μια αίσθηση ελευθερίας πηγάζει μέσα από τις σελίδες του Μουντέ, μια ελληνικότητα που αναθρέφει τα νοήματα άγρια, άταχτα, ώσπου μέσα από την παλαμική αναμέτρηση με τις λέξεις να κατακτούμε ένα πρώτο επίπεδο συνείδησης, στήνοντας μνημεία για το εφήμερο, ζωντανεύοντας λήμματα νεκρά, πεθαμένα μηνύματα.
Έτσι όπως ξένοιαστα αρμενίζουν τα ποιήματα του Μουντέ, έτσι όπως στέκουν τα ποιήματα πλάι στο αλλότριο πλήθος, έτσι σαλεύει ο νέος κόσμος, ένας νέος τρόπος ζωής. Ο συναγερμός της αλήθειας που είναι ολόλευκη, σχεδόν διάφανη και άπειρη συνιστά τ’απόσταγμα της ποίησης του Μουντέ που ποζάρει μισό σχεδόν αιώνα από τον ξύλινο εξώστη της Ουρανούπολης, ωραίος και αγέραστος και αυστηρός , μην τύχει και πάρουν θάρρος οι μέτριοι που καθώς έγραψε ο Παλαμάς, παριστάνουν αν είναι επιτήδειοι – και είναι τόσο – τους ποιητές.
Απόστολος Θηβαίος
