
Διήγημα
όχι και πολύ φανταστικό
Κάνανε αμάν να κατεβούνε. Οι δε κυρίες με τις γόβες δυσκολεύτηκαν, διότι αρνούμενες να τις βγάλουν επικαλούντο δεκάδες επιχειρήματα. Τελικώς επενέβη η πυροσβεστική και υποχωρήσανε. Για την ακρίβεια οι βαστάζοι υποχώρησαν κυριολεκτικώς. Οι κυρίες στις πλάτες των παλικαριών και αυτοί με τα κράνη τους, σαν κάποιο παράξενο θηλαστικό που ‘ρχεται από το ύψωμα. Οι αξιωματούχοι έμοιαζαν με εξόριστους, έτσι που αναδύθηκαν από το σκοτάδι, ντυμένοι τα καλά τους μα αφάνταστα ταλαιπωρημένοι.
Όμως πρέπει κανείς να παίρνει τα πράγματα από την αρχή. Για να ζωγραφίσει, λένε ένα ρόδο, πρέπει να λησμονήσει όλα τα ρόδα του κόσμου, για να κατορθώσει το πράσινο, πρέπει να διασώσει από την αρχή τη σκηνή του μεσημεριανού ανέμου, της φυλλωσιάς που σαλεύει. Ω, η λεπτότης του κόσμου δεν είναι καθόλου ιδέα υψηλή, χάρης είναι και ξοδεύεται αλόγιστα παντού.
Το λοιπόν, όλοι μαζεύτηκαν στον βράχο. Θα μιλούσε λέει ένας υψηλά ιστάμενος. Είχαν αποκλείσει την περιοχή εδώ και μέρες αόρατες διμοιρίες. Τα εκπαιδευμένα σκυλιά τριγύριζαν δίχως να ξέρουν τι γυρεύουν. Δεκάδες κοστουμαρισμένοι ακροβολισμένοι πίσω από ρυθμούς και κίονες, γατζωμένοι σε τέμπλα και τύμπανα, ένας γίνηκε Καρυάτιδα για χάρη της παρακολουθήσεως. Θα μπορεί να λέει πως κάποτε κοίταξε μαζί τους το κενό. Μα δεν γνωρίζει τίποτε για αυτές και η αλήθεια είναι πως θα του άρεσε να ψαρεύει τώρα στο ποτάμι. Θέλει να κάνει τη δουλειά του και δεν τον πειράζει αν πρόκειται για έργα τέχνης που τείνουν το χέρι στην αθανασία ή κάτι τέτοιο. Για εκείνον η προστασία της περιοχής θεωρείται υψίστης σημασίας.
Εμπρός από το βήμα είχαν τοποθετήσει καλαίσθητα, σικ καθίσματα. Είχαν παρακαλέσει ο ουρανός να ‘ναι ειδυλλιακός και εκείνος τους αποκρίθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Όλα λάμπανε με έναν τρόπο παράξενο και αιώνιο. Κάποιος σχολίασε πως έτσι ήταν για πάντα το απόγευμα σε αυτά εδώ τα μέρη, Κυλούσε αργά δίχως να τελειώνει όπως όλα τα υπόλοιπα πράγματα της ζωής μας. Στην οδό που οδηγούσε στο βήμα είχαν βάλει εδώ και εκεί, όχι τίποτε σπατάλες μερικά σημαιάκια. Το ζήτημα είναι να νιώσει λίγο χομ ο επισκέπτης, δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε. Η ιστορία το λέει, όχι εγώ. Αν ο καλεσμένος δε νιώσει κόμφορτ μπορεί να προσφύγει αλλού για παρηγοριά και κουβέντα στην κουβέντα να ξυπνήσουν τίποτε έρωτες μαχητικοί.
Τέλος πάντων, περί την πέμπτη απογευματινή κατέφτασαν οι λιμουζίνες. Υπουργοί, υφυπουργοί, γενικοί γραμματείς, διπλωματικοί ακόλουθοι, στρατιωτικοί, κατάσκοποι, επιχειρηματίες, έμποροι όπλων, στάρλετ, συνοδοί, τηλεοπτικά πρόσωπα, πολιτιστικοί ακόλουθοι. Όσοι έλειπαν, είχαν συλληφθεί, την επόμενη φορά, δεν χάθηκε και ο κόσμος.
Μια πανσπερμία ειδών, αυλικών και παρακολουθημάτων θα έβρισκες σε εκείνη την αυτοσχέδια πλατεία. Ο υπεύθυνος τους ανακοίνωσε πως εντός ολίγου, αναμένεται ο υψηλός καλεσμένος. Ε τότε, όλοι άρχισαν να σουλουπώνονται. Οι κυρίες συμβουλεύτηκαν ένα τόσο δα καθρεφτάκι και οι κύριοι ίσιωσαν το σακάκι τους και έσφιξαν τον κόμπο της γραβάτας τους. Τόσο απλά, όλα ήσαν έτοιμα, για μια στιγμή κόπηκε η ανάσα του κόσμου , “έρχεται;”, ρώτησε η υπουργός και όλοι κοιτάξανε τον υπεύθυνο. Εκ μικροφώνου ανακοίνωσε, “όχι, όχι ακόμη, λάθος συνεννόηση”. Και όλοι επιστρέψανε στις παλιές τους ζωές και γίνανε πάλι κάποιοι άλλοι. Ορισμένοι μίλησαν βιαστικά στο τηλέφωνο και κανόνισαν μια υπόθεση, ένα ραντεβού, ένα ποτό.
Σε λίγο πάλι πήραν όλοι θέσεις. Μα και πάλι, κομμένη ανάσα, ίσιωμα σακακιού, πρόβα νυφικού που λένε, μα τζίφος. “Σε λίγο”, έλεγε ο υπεύθυνος και ήσαν όλοι πια περισσότεροι υποψιασμένοι. Κάποιος έδειξε στο βάθος το ασθενοφόρο. Αγκύλωση, λέγανε τα τρολ του διαδικτύου, για τους αρχαιοελληνικούς σερβιτόρους που έστεκαν περί τις τρεις ώρες εδώ και εκεί, παριστάνοντας άλλος τον Ερμή, τον Ήφαιστο, για την Αφροδίτη είχαν βάλει μια σεξοβόμβα νέας κοπής που είχε δικαίωμα να μετακινείται, τον Άρη σε λίγο πιο περίοπτη θέση με κορδέλα ράμπο στα μαλλιά. Μάλιστα, κορδέλα Ράμπο διότι πείτε μου, ποιος θα πει όχι, ποιος θα τολμήσει να αμφισβητήσει ένα κορυφαίο προϊόν πολιτισμού. Και άλλωστε, αρχαίος γίνηκε πια και ο Ράμπο, τον θεό θα συλλογιζόμαστε τώρα;
Λοιπόν, οι αρχαιοελληνικοί σερβιτόροι με τους μαρμάρινους δίσκους, σε ένα τελευταίο πόστο πριν το τέλος της σαιζόν, δεν ήσαν καλά προγυμνασμένοι. Ένας δυο νοσηλεύτηκαν για λίγες μέρες και ανέκτησαν την κίνησή τους. Φύγανε πάλι για σαιζόν, επειδή έτσι προετοιμάζεις το σώμα σου και μπορείς να ανταπεξέλθεις και να μην γίνεις ρεζίλι την κρισιμότατη ώρα.
Άλλη μια φορά, “έρχεται;”, “η υπουργός επιθυμεί λίγη ιδιωτικότητα”, ψιθυρίζει κάποιος στον υπεύθυνο, εκείνος δείχνει μια σκηνή στο βάθος. “Η υπουργός δεν είναι συνηθισμένη να την στήνουν”, λέει με τρόπο ο παράξενος αλλά ο υπεύθυνος κοιτάζει στη στροφή. Και τώρα έρχεται, έρχεται!
Ακούγεται το αμάξι, ήχος κινητήρα, θα ‘ναι Φορντ, άλλωστε με τι άλλο να ανέβει κανείς αξιόπιστα και γρήγορα. Ρωτήστε στο Σικάγο σε καμιά σκοτεινή γειτονιά κάτω από αντουβιανά τούβλα και θα σας πουν περί Φορντ. Γρήγορα όλα ξεφτίζουν. “Δεν θα ´ρθει”, λέει ο υπεύθυνος. Ένας πολύ καλοντυμένος κύριος, με μαντήλι σε γήινα χρώματα και σακάκι λόντον κατ είπε, “και εμείς τι θα απογίνουμε τώρα δίχως βαρβάρους;”
Κανείς δεν εκτίμησε το καβαφικό και ευθύς τρεις σωματοφύλακες όρμησαν στον σικάτο κύριο και έπεσε τέτοιο ξυλοφόρτωμα που δεν έχεις δει ποτέ. Άκου βαρβάρους, άκου Καβάφη. Και στο κάτω κάτω αν θέλει κανείς τέτοιες λαϊκότητες, ας πάει χαμηλά που φτιάξανε το άγαλμα να κάνει τη δουλειά του.
Ο κόσμος ταράχτηκε, άκου ανάμεσά τους να υπάρχει ένας ποιητής. Σκάνδαλο για τις αρχές πρωτίστως. Κάτι υποψιάστηκε ο υπεύθυνος και σκέφτηκε να εξαγοράσει λίγη συμπάθεια. Ετούτοι εδώ την πουλάνε όσο όσο. Εντός ολίγων λεπτών από γνωστό οίκο εμφανίστηκε μαύρο, γυαλιστερό βαν. Ένας κύριος με στολή εργασίας ξεφόρτωσε τις χλαμύδες σε προστατευτικές θήκες, από αυθεντικό ύφασμα εποχής. Άγνωστο που το βρήκαν, τόσους αιώνες, καλύτερα να το πλύνεις στις χαμηλές στροφές και όχι τίποτε βαθμούς διότι θα εξαϋλωθεί η αρχαιοπρέπεια. Ένα δώρο παρηγορητικό έλεγε ο υπεύθυνος και είχε μάτια βουρκωμένα και έτσι εξαγόραζε πολύ πιο εύκολα ότι ζητούσε.
Ο υπεύθυνος μοίρασε το δώρο, απολογήθηκε και μας είπε ότι επιφυλάσσεται και πως μια μέρα στο κοντινό μέλλον, θα φέρει έναν άλλο έμπορο πολέμου για να μιλήσει. Να κάνετε και εσείς τη δουλειά σας με τους βαρβάρους. Μέχρι τότε αφήστε τα πράγματα στη σαρκοφάγο τους, είναι και αυτό “μια κάποια λύσις”.
Απόστολος Θηβαίος
