Σελίδες: 184 •
Σχήμα: 14 x 20,5 εκ.
ISBN: 978-618-5976-08-8
Έτος έκδοσης: 2026
Γράφει η Βίκυ Κατσαρού
Το νοσοκομείο ως χώρος συσσωρεύει τόσο χρόνο, τόσα σώματα, τόση οδύνη, ώστε μετατρέπεται σε ένα είδος παράλληλης επικράτειας της ανθρώπινης εμπειρίας. Έτσι και το Νοσοκομείο Σωτηρία του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη οικοδομείται πάνω σε αυτή τη μετατόπιση προς το θνητό βίωμα, και παύοντας σταδιακά να είναι ένα πραγματικό νοσοκομείο της Αθήνας, γίνεται τόπος μνήμης, ιστορίας, ασθένειας και θανάτου, αλλά πρωτίστως τόπος σωμάτων.
Το σώμα από την αρχή αποτελεί τον πυρήνα του βιβλίου. «Το σώμα δεν είναι σώμα μου», γράφει ο αφηγητής. Ανήκει ταυτόχρονα στον πατέρα και στη μάνα, στον σύζυγο, στον εργοδότη, στην εκκλησία και στην κοινωνία, στη μόδα, στην αστυνομία, στον στρατό, στην εξουσία, στους γιατρούς, στον ιερέα και, τελικά, στον νεκροθάφτη. Πρόκειται για μία από τις κεντρικότερες χειρονομίες του βιβλίου ότι το σώμα αποσπάται από την ψευδαίσθηση της αυτάρκειάς του και παρουσιάζεται ως επιφάνεια εγγραφής. Πάνω του γράφουν τα πάντα. Και στο τέλος γράφει και ο θάνατος. Μα αυτή ακριβώς είναι και η επικράτεια της λογοτεχνίας, να διαβάζει όσα έχουν εγγραφεί πάνω στο σώμα και να τα μεταγράφει σε λόγο, προτού η τελευταία εγγραφή του θανάτου τα παραδώσει στη σιωπή.
Και γι’ αυτό τα σώματα στο Νοσοκομείο Σωτηρία έχουν όνομα. Είναι ο Μάκης, η Ντίνα, ο Γιώργος, ο Νίκος, η Αντωνία, ο Σπύρος, η Δέσποινα, η Ελένη, η Ιωάννα, ο Λευτέρης, η Αγγελική, η Αντιγόνη. Είναι συγγραφείς και ποιητές, πολιτικοί κρατούμενοι, φυματικοί, ερωτευμένοι, ηττημένοι, φοβισμένοι άνθρωποι. Η απαρίθμηση λειτουργεί σαν πράξη αντίστασης. Το όνομα αντιστέκεται στην ανωνυμία του θαλάμου, όπως η γραφή αντιστέκεται στην ανωνυμία του θανάτου. Στο νοσοκομείο το σώμα κινδυνεύει να απογυμνωθεί από όσα το καθιστούν μοναδικό. Γίνεται περιστατικό, αριθμός, ένα σώμα ανάμεσα σε άλλα σώματα που νοσούν και περιμένουν. Με την εκφορά του ονόματός τους ανακτούν την ιδιαιτερότητα μιας ζωής που δεν μπορεί να εξαντληθεί στην αρρώστια, στην ιστορική συγκυρία ή στον τρόπο του θανάτου της. O θάνατος, στην έσχατη λειτουργία του μετατρέπει την ασύλληπτη μοναδικότητα κάθε ανθρώπινης ύπαρξης σε έναν ακόμη απόντα. Η γραφή κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Διακρίνει ό,τι ο θάνατος εξομοιώνει, κατονομάζει ό,τι η λήθη ισοπεδώνει, επιστρέφει στο πρόσωπο την ιστορία του.
Έτσι και η υπερβολή του βιβλίου, η πληθώρα των προσώπων, των αναμνήσεων, των ιστορικών αναφορών, των ερώτων, των ποιητών, των πολιτικών γεγονότων, των ονείρων και των παρεκβάσεων, μοιάζει να προκύπτει από μια βαθύτερη απληστία για ζωή. Και για τούτο τον λόγο δικαιολογείται. Όσο στενεύει ο βιολογικός χρόνος του αφηγητή, τόσο διαστέλλεται ο χρόνος της αφήγησης, σαν η γραφή να επιχειρεί να αντισταθμίσει με περίσσευμα κόσμου αυτό που το σώμα χάνει. Απέναντι στη σμίκρυνση που επιβάλλει η ασθένεια, το βιβλίο ανοίγεται προς όλες τις κατευθύνσεις και θέλει να χωρέσει όσους αγαπήθηκαν και όσους χάθηκαν, την παιδική ηλικία και την ιστορία, την πολιτική και τον έρωτα, το υψηλό και το ευτελές, τη μεταφυσική αγωνία και το αστείο, δηλαδή τα πάντα. Και η πληθωρικότητά του είναι έτσι αντιστρόφως ανάλογη προς τον χρόνο που απομένει. Όσο η ζωή απειλείται με αφαίρεση, η αφήγηση απαντά με πρόσθεση. Ακόμη και οι υπερβολές του βιβλίου μοιάζουν οργανικές προς το θέμα του. Αποτελώντας την υπερβολή ενός ανθρώπου που, επειδή γνωρίζει ότι δεν μπορεί να κρατήσει τη ζωή, επιχειρεί τουλάχιστον να μη χάσει τίποτε από αυτήν μέσα στη γραφή.
Μια φράση είπα από μέσα μου, στα μισά περίπου της ανάγνωσης. Ουδέν κρυπτόν υπό τον ποιητή. Το βιβλίο σχετίζεται βαθύτατα με την ποίηση. Σε μια χαρακτηριστική διατύπωση, το σώμα γίνεται «πινακίδιο φακής προς άγραν νέων βιβλικών κειμένων», συμπυκνώνοντας έτσι μια ολόκληρη ποιητική. Το σώμα φυτρώνει, μεταμορφώνεται, παράγει σημεία και αφηγήσεις. Αργότερα, μέσα σε ένα όνειρο, οι βλαστοί της φακής φυτρώνουν στο μέτωπο, στο στήθος, στην κοιλιά του αφηγητή. Η παιδική μνήμη επιστρέφει παραμορφωμένη, εφιαλτική. Η μητέρα ξεριζώνει τους βλαστούς και ο ενήλικος εαυτός επιστρέφει στην προϊστορία, κυνηγώντας ένα μαμούθ.
Η μνήμη στον Χατζημωυσιάδη συμφύρει εποχές, μετατρέπει το παιδικό σε αρχέγονο και το προσωπικό σε συλλογικό. Το παρελθόν εξακολουθεί να φυτρώνει επάνω μας. Το ίδιο συμβαίνει και με την Ιστορία. Ο αφηγητής αναρωτιέται κάποια στιγμή γιατί άνθρωποι που είχαν ήδη γνωρίσει τη φυλακή, την εξορία, την αρρώστια, επέστρεφαν σε αυτό το «κολαστήριο». Και η ερώτηση που ακολουθεί είναι σημαντικότερη από κάθε ιστορική απάντηση: «Τι πιο άσχημο θα μπορούσε να τους συμβεί έξω, απ’ αυτό που ήδη ζούσαν εκεί μέσα;»
Οι διώξεις, οι φυλακίσεις, οι πολιτικές συγκρούσεις, η Κατοχή, ο Εμφύλιος, οι ιδεολογίες αποκτούν σημασία επειδή κάποιος τις έζησε με πνεύμονες, με πυρετό, με πείνα, με φόβο, με ένα σώμα που μπορούσε να φυλακιστεί, να νοσήσει και να πεθάνει, απομακρύνοντας το βιβλίο από την απλή ιστορική ανασύσταση, καθώς πλέον η ιστορία προσλαμβάνεται μέσα από το ανθρώπινο σώμα.
Η περίπτωση της Μαρίας Πολυδούρη είναι ενδεικτική αυτής της μεθόδου. Ο Χατζημωυσιάδης δεν την προσεγγίζει ως λογοτεχνικό λήμμα ούτε την περιορίζει στον μύθο της σχέσης της με τον Καρυωτάκη. Αναγνωρίζει στη γυναικεία της υπόσταση μια βαθύτερη νεωτερικότητα. Βλέπει ένα υποκείμενο που διεκδικεί τον έρωτα, παραβιάζει κοινωνικά όρια, γνωρίζει εκ των προτέρων την πιθανότητα της πτώσης και της συντριβής και παρ’ όλα αυτά δεν δέχεται «να προβεί σε καμία έκπτωση». Η τραγικότητά της βρίσκεται τόσο στην ποίηση όσο και στη ζωή της, επειδή ακριβώς οι δύο αυτές περιοχές δεν μπορούν τελικά να διαχωριστούν.
Η ποίηση είναι τρόπος υπάρξεως, αυτό θα μας το υπαινιχθεί πολλές φορές ο συγγραφέας. Το γεγονός ότι γράφουμε ποιήματα δεν σημαίνει ότι υπάρχουμε ποιητικά, αυτό συμβαίνει μόνο όταν η σχέση μας με τον κόσμο υπερβαίνει τη χρηστική του ανάγνωση. Ποιητικά υπάρχει εκείνος που αναγνωρίζει στο εφήμερο κάτι που τον ξεπερνά, που επιτρέπει στη μνήμη, στον έρωτα, στην οδύνη και στην απώλεια να μετασχηματίζουν την πραγματικότητα χωρίς να την εξωραΐζουν. Γι’ αυτό και στο Νοσοκομείο Σωτηρία η ποίηση βρίσκεται έξω από το ποίημα. Ο άνθρωπος υπάρχει ποιητικά όταν δεν κατοικεί απλώς μέσα στα γεγονότα της ζωής του, αλλά τους αποδίδει βάθος και νόημα, όταν αντιλαμβάνεται ότι πίσω από το ορατό υπάρχει πάντοτε ένα περίσσευμα που δεν εξαντλείται στην εξήγηση. Υπό αυτή την έννοια, η Πολυδούρη είναι ποιήτρια προτού ακόμη γράψει ποίηση. Είναι ποιήτρια επειδή ερωτεύεται, επιθυμεί, παραβιάζει, συντρίβεται και επιμένει να υπάρχει με ολόκληρο το βάρος της ύπαρξής της, αρνούμενη την έκπτωση. Η ποίηση είναι ένας τρόπος να κατοικεί κανείς τη ζωή, ακόμη και κυρίως όταν γνωρίζει ότι θα τη χάσει. Γι’ αυτό ο αφηγητής μπορεί να πει στην Πολυδούρη πως την αναγνωρίζει ως ποιήτρια «χωρίς καν να ’σαι τυπικά ποιήτρια». Ποίηση απαγγέλλουν «οι αναπνοές, τα βλέμματα, οι μορφασμοί, τ’ αγγίγματα και κυρίως οι σιωπές». Η διατύπωση αυτή αποτελεί, κατά βάθος, και το αισθητικό πρόγραμμα ολόκληρου του βιβλίου. Ο Χατζημωυσιάδης αναζητεί την ποίηση στο σώμα, στη χειρονομία, στο βλέμμα, στην αναπνοή, και όχι στον οργανωμένο λόγο.
Και γι’ αυτό το νοσοκομείο είναι ο κατεξοχήν τόπος αυτής της αναζήτησης. Στους διαδρόμους και στις αίθουσες αναμονής καταργούνται βίαια οι κοινωνικές βεβαιότητες. Εκεί βρίσκονται «οι νευρωτικοί, οι αγχωτικοί, οι μελοδραματικοί, οι τσιγκούνηδες, οι ρηχοί, οι εμπαθείς, οι γενναιόδωροι», όλοι όμως χωρίς «την ασφάλεια της πόζας και την ευκολία της μάσκας». Το νοσοκομείο πραγματοποιεί μια ανελέητη εξίσωση αποσυναρμολογώντας μπροστά στη φθορά του σώματος τους ρόλους. Επάγγελμα, ιδιότητα, κοινωνική θέση υποχωρούν και απομένει η κοινή ανθρώπινη ευθραυστότητα.
Ο αφηγητής γνωρίζει πως «καταφύγιο δεν είναι ο πόνος των άλλων ούτε παρηγοριά η δυστυχία τους». Η οδύνη του άλλου δεν θεραπεύει τη δική μας, αλλά μπορεί να αποκαλύψει το πόσο επισφαλής είναι η κατασκευή μέσα στην οποία ο καθένας ονομάζει τον εαυτό του, κάτι που η καθημερινότητα συγκαλύπτει.
Ακόμη και ο έρωτας διαβάζεται μέσα από αυτή την επισφάλεια. Στην αίθουσα αναμονής του Ακτινολογικού ένας άντρας περιμένει μια γυναίκα που δεν έρχεται. Ο αφηγητής τον βλέπει να τακτοποιεί τα ρούχα του, να τινάζεται σε κάθε γυναικεία παρουσία, να σφίγγει την ανθοδέσμη του και, τελικά, να αποχωρεί ηττημένος. Θα ήθελε να τρέξει πίσω του, να τον ρωτήσει αν εκείνη τον έκανε ευτυχισμένο, να του ζητήσει να θυμηθεί «τις ανάσες, τ’ αγκομαχητά, τα μαλλιά, τα χέρια και το χαμόγελό της». Και τότε έρχεται η φράση που συμπυκνώνει ολόκληρη την ερωτική ανθρωπολογία του βιβλίου: «Ο έρως το ένα και μόνο, το πιο αληθινό ποίημα, γραμμένο από έναν ή και από πολλούς ακόμα».
Απέναντι στην απώλεια, ο Χατζημωυσιάδης αντιπαραθέτει την παράδοξη αριθμητική της μνήμης ως μόνη παρηγοριά. Οι δύο μπορούν να εξακολουθούν να είναι δύο ακόμη και «ύστερα απ’ την αφαίρεση του ενός από τα δύο μέρη». Ο απόντας εξακολουθεί να καταλαμβάνει χώρο. Η απουσία δεν είναι μηδέν.
«Πόσες ζωές πρέπει να ζήσουμε, για να ζήσουμε τη μία και μόνη ζωή που ζούμε;» αναρωτιέται κάποια στιγμή ο αφηγητής. Η ερώτηση θα μπορούσε να βρίσκεται στην προμετωπίδα του βιβλίου. Διότι ο αφηγητής ζει διαρκώς μέσα στις ζωές των άλλων: της Πολυδούρη, του Ρίτσου, του Πλουμπίδη, των πολιτικών κρατουμένων, των αγνώστων των νοσοκομειακών διαδρόμων. Και όσο πλησιάζει τους άλλους τόσο περισσότερο επιστρέφει στο δικό του σώμα, στη δική του αρρώστια, στη δική του θνητότητα.
Εκεί βρίσκεται και η πιο συγκινητική αντίφαση του βιβλίου. Η γραφή γεννιέται από την επίγνωση ότι δεν προλαβαίνουμε. «Το ερώτημα […] είναι για πόσο καιρό ακόμα θα μπορώ να είμαι μέσα στο μυθιστόρημά μου», σημειώνει ο αφηγητής. Το πνεύμα μοχθεί, αλλά το σώμα αντιμάχεται, ασθμαίνει, καταπονείται, διαλύεται. Η λογοτεχνία δεν νικά τη φθορά, κερδίζει μόνο λίγο χρόνο από αυτήν. Κι όμως, αυτό το «λίγο» είναι ολόκληρη η περιοχή της.
Στις τελευταίες κινήσεις του βιβλίου, η γραφή παίρνει τη μορφή μιας ιδιότυπης διαθήκης. Ο αφηγητής κλείνει γραπτά και άγραφα κείμενα σε μια βαλίτσα των αζήτητων νεκρών του Σωτηρία, μεταβιβάζει χρέη, εγκαταλείπει στη λήθη τα αρχέτυπα των γραφών, εμπιστεύεται τις γυναίκες που αγάπησε -και εκείνες που δεν τον αγάπησαν- στην ποίηση, αφήνει τις λύπες στα βροχερά απογεύματα του φθινοπώρου και κληροδοτεί τους δρόμους, τα αμφιθέατρα, τις πλατείες και τα ξενύχτια στη νέα γενιά.
Κι εδώ έγκειται η ουσιαστικότερη απάντηση του βιβλίου απέναντι στον θάνατο. Όχι η αυταπάτη της αθανασίας μέσω της τέχνης ούτε η εύκολη διαβεβαίωση ότι τα γραπτά μάς σώζουν. Τα γραπτά δεν σώζουν το σώμα. Εκείνο θα περάσει αναπόφευκτα από τα χέρια των γιατρών, των θεσμών, της Ιστορίας και, κάποτε, του νεκροθάφτη. Η γραφή μπορεί όμως να μεταβιβάσει το ίχνος μιας ύπαρξης σε μια άλλη ύπαρξη.
Αυτός είναι και ο λόγος που η φράση «Εγώ το Βατερλό μου, εδώ το Βατερλό μου» αποκτά τόσο ιδιαίτερο βάρος. Η ήττα έχει αναγνωριστεί. Δεν μετατρέπεται σε ηρωισμό. Κι όμως ο άνθρωπος εξακολουθεί, όπως γράφει αλλού ο αφηγητής, να μετεωρίζεται «μεταξύ απόγνωσης και παρακλήσεων», να επιμένει ότι δεν θα επιτρέψει στην κόπωση να τον καταβάλει και, την ίδια στιγμή, ότι θα πηδήξει μέσα στη «νουβέλα» του ακόμη κι αν το άλμα του ξεσκίσει το πρόσωπο.
Γνωρίζουμε ότι θα ηττηθούμε και παρ’ όλα αυτά συνεχίζουμε.
Και γι’ αυτό στο Νοσοκομείο Σωτηρία η αρρώστια δεν αποτελεί το αντίθετο της ζωής. Είναι μία από τις πιο ακραίες επικράτειές της. Εκεί όπου ο άνθρωπος στερείται σταδιακά όλες τις εξωτερικές του βεβαιότητες, απομένουν το σώμα, η μνήμη, η επιθυμία, ο φόβος, η σχέση με τους άλλους. Και η ανάγκη να ειπωθεί κάτι προτού σωπάσουμε.
Ο Χατζημωυσιάδης γράφει ένα βιβλίο για τη φθορά που αρνείται να γίνει βιβλίο της παραίτησης. Μέσα στον χώρο της ασθένειας εξακολουθούν να υπάρχουν έρωτες, ποιήματα, πολιτικές συγκρούσεις, παιδικές μνήμες, γυναίκες που δεν δέχονται να εκπέσουν, άνθρωποι που περιμένουν με ανθοδέσμες, βλέμματα που ζητούν κάπου να πιαστούν. Εξακολουθεί, δηλαδή, να υπάρχει όλη η παράλογη, τρυφερή και τρομακτική επιμονή της ζωής.
Και τότε ο τίτλος Σωτηρία αποκτά ειρωνική και ταυτόχρονα κυριολεκτική σημασία. Δεν σωζόμαστε επειδή δεν πεθαίνουμε. Σωζόμαστε, όσο μπορούμε να σωθούμε, επειδή κάποιος θυμάται ότι υπήρξαμε. Κι αυτό είναι που επιτυγχάνει η λογοτεχνία, να διατηρεί το ίχνος ενός σώματος που θα χαθεί, μέσα σε ένα άλλο.
Η Βίκυ Κατσαρού είναι ποιήτρια, συγγραφέας, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικά βιβλία.

