
Σκυλίσιο αφήγημα
“Μα είναι έκτακτο το σκυλάκι σας!”. Έτσι είπε η κυρία με τα γυαλιά ταρταρούγα που μ’ανακάτευε το τρίχωμα. Καμιά φορά έβαλε και τη μύτη μου στόχο και τότε εγώ φταρνίστηκα που λένε. Και εκείνη γέλασε, πόσο πολύ γέλασε. Το βρήκε που λέτε τόσο γλυκό που φταρνίστηκα. Πριν φύγει είπε πως είχε αποφασίσει να αγοράσει και εκείνη ένα κουτάβι. Θα ‘ταν λέει σαν εμένα, μόνο που το τρίχωμά της θα ‘ναι απαλό, σχεδόν μεταξένιο. Και θα του ‘χει φορεμένη μια κορδέλα λιλά με ένα faux ματάκι, έτσι για πρόσθετη που λένε προστασία.
Η κυρία έφυγε και πήρε μαζί της μια μυρωδιά, σαν πολυκαιρισμένη κονσέρβα καλαμαράκια, ξέρετε όπως εκείνες που ανοίγει το αφεντικό, εκεί κοντά στην άνοιξη. Και εγώ γαβγίζω κάθε λίγο και λιγάκι, σαν χτυπάνε πένθιμα οι καμπάνες του ναού. Τον ξέρω καλά τον ναό, απ’έξω έχει μια μικρή αυλή με γαζίες και ένα τόσο δα συντριβάνι. Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τάχα να το φτιάξανε οι άνθρωποι τόσο μικρό. Θα μπορούσαν να το κάνουν μεγάλο, σαν τα όνειρά τους ή σαν την πόλη την ίδια, όμως εκείνοι επέλεξαν να το χτίσουν μικρό, μικρότατο. Ένα μαρμάρινο παιδάκι με φτερά αγγέλου σημαδεύει με το τόξο του. Και από τα αυτιά του τρέχουν οι νεροπήδακες. Θα έπρεπε να χτίζουν παντού στην πόλη συντριβάνια, να πέφτει , τι ωραία το νερό. Θα έπρεπε να υπακούσουν στο νόμο των αναλογιών.
Παράξενοι που είναι οι άνθρωποι, εκεί που δεν χωρούν φτιάχνουν μεγάλα πράγματα και πάλι όπου τους φτάνει το ξέφωτο, εκεί πάλι αρκούνται με ένα τόσο δα καλυβάκι. Παράξενοι είναι σε όλα τους. Να, για παράδειγμα τ’αφεντικό μου εδώ και κάμποσες νύχτες, κάθε που σηκώνει ο μεγάλος φροντιστής το σκηνικό του φεγγαριού, στέκει και το χαζεύει, σαν να’ταν λέει αληθινό. Και είναι, μάλλον είναι, δεν το γνωρίζει κανείς με απόλυτη βεβαιότητα επειδή το φεγγάρι που μετρά αιώνες έχει κουραστεί να σημαίνει κάτι και έτσι απλά, δίχως άλλο σκοπό έξω από την ομορφιά βγαίνει στη σάλα του ουρανού. Το μόνο ενδιαφέρον με το φεγγάρι του καιρού μας δεν είναι άλλο από τα λαϊκά που παίζει εκείνη η συσκευή. Μια συρμάτινη φωνή επαναλαμβάνεται και πέφτουν βροχή τα τραγούδια, οι αφιερώσεις, οι δημοτικές διαφημίσεις. Εκείνες τις ώρες τ’αφεντικό μοιάζει κάπως ραγισμένο. Είναι τότε που με ζητάει και εγώ που δεν έχω ποτέ μου αρνηθεί, πέφτω στα πόδια του, ανασαίνω βαριά και κάθομαι εκεί δίχως σκοπό ή άλλη θέληση. Τα αυτιά μου είναι οι δέκτες της παγκόσμιας σιωπής. Τίποτε λιγότερο και έτσι νιώθω πως γνωρίζω καλά τα πάντα.
Η αγαπημένη μου εποχή είναι το φθινόπωρο. Επειδή έχουν θεριέψει τα χορτάρια και επειδή μια βροχή που δεν την περιμένει κανείς συνιστά μια πιθανότητα λυτρωτική, όπως και να το κάνεις. Τρέχω διαρκώς, πέφτω μες στους σορούς από τα φύλλα και τρελαίνομαι από τις μυρωδιές του κόσμου. Άλλος στη θέση μου θα ‘χε πολλά για να γαβγίσει μα εγώ δεν ενδιαφέρομαι. Κάπου ανάμεσα στις θανάσιμες, πορτοκαλιές ντάλιες κοιμάμαι και ξυπνάω, όπως κάνουν οι εραστές και άγγελοι.
Τους δεύτερους τους έχω ακουστά και όχι μόνο, αφού τις περισσότερες φορές ένας από αυτούς προχωρά μαζί μου και κοιτάζει με τρόπο μήπως κανείς τον αναγνωρίσει. Δεν του καίγεται καρφί για μένα και κάθε τόσο μου γνέφει να σωπάσω. Φθάνει πάντα από τα ανατολικά, κάπου από την οδό Γκραντ, είναι ρακένδυτος και νέος πολύ, τόσο που θα ‘λεγαν οι άνθρωποι – οι φίλοι τ’αφεντικού δηλαδή καθώς εγώ δεν έχω πάρε δώσε – θα ‘λεγαν πως ο άγγελος αυτός δεν είναι παρά ένας πρόωρα πεθαμένος τύπος. Μην εκπλαγείτε που ξέρω την οδό Γκραντ, είναι που την αναφέρει διαρκώς τ’αφεντικό κάθε που παίρνει το λουρί στο χέρι του. Και έτσι αυτός ο μικρός δρόμος μοιάζει για μένα κάτι σαν το σκυλίσιο σύνορο τ’ονείρου.
Το αφεντικό λέει πως με αγαπάει πολύ. Μα δεν με αφήνει να κοιμάμαι μαζί του και έχει πρόχειρη πάντα μια κυριακάτικη εφημερίδα για τις περιπτώσεις που θα τον παρακούσω. Παραδείγματος χάρη, όταν είναι μεσημέρι και γαβγίζω, τ’αφεντικό επιστρατεύει την εφημερίδα. Επίσης, όταν κάνω σαματά και αναποδογυρίζω το πιάτο με το φαί μου, πάλι αναζητά την εφημερίδα. Δεν το λέει τ’αφεντικό, μα είναι η μόνη χρήση αυτή που ταιριάζει σε μια εφημερίδα, τη σήμερον ημέρα. Θα ήθελα να του πω πως δεν θα καταφέρει τίποτε με την εφημερίδα και πως χαλάει τη ζαχαρένια του κάθε που με μαλώνει. Και του το λέω, μα στη γλώσσα των σκυλιών και τ’αφεντικό δεν καταλαβαίνει το παραμικρό. Αργότερα, όταν πια η κρίση έχει παρέλθει και εγώ έχω συνετιστεί με παίρνει αγκαλιά και μου λέει λόγια αγάπης. Καμιά φορά συλλογίζομαι να τον δαγκώσω, μα φοβάμαι πως ευθύς θα μεταμορφωθώ σε αδέσποτο. Και δεν ξέρω αν γνωρίζετε, μα είναι ανέφικτη η ζωή για ένα αδέσποτο. Τροχοφόρα, δηλητηριώδεις τροφές και μπόλικη μοναξιά. Δεν το διακινδυνεύω και έτσι του φιλώ τα χέρια. Εκείνος νομίζει πως τον αγαπώ, μα εγώ θέλω τόσο πολύ να τον δαγκώσω. Τον λένε Ορφέα – δεν σας το είπα – σαν τον μουσικό. Τ’αφεντικό παίζει μουσική στο σταθμό του ηλεκτρικού, σε μια γωνιά στην αποβάθρα.
Δεν μπορώ να πω, πέρασα αρκετά καλά μαζί του. Μα ήρθαν δύσκολα τα πράγματα και τώρα πια βγήκαμε έξω στον κόσμο, μόνο και μόνο για να ζήσουμε, τ’αφεντικό και εγώ. Εκείνος γρατζουνάει την κιθάρα του και εμπρός μας περνούν γέροι μισθωτοί που πίστεψαν πως θα ‘ταν πρόσκαιρη η συντριβή τους. Περνούν με τα προστατευτικά των μανικιών τους και εγώ τους φαντάζομαι πως δίνουν μια και πετούν με τα παράξενα φτερά τους. Γίνονται πουλιά του δρόμου και πετούν για τα θερμότερα κλίματα, συντέμνοντας τη γνώριμη βραδύτητα της αληθινής σοφίας.
Δεν μπορώ να πω, όμορφα που τραγουδάει τ’αφεντικό. Μα είναι εδώ και καιρό που με ταλανίζει μια τρομερή σκέψη. Έχει να κάνει με το λουρί που μου φοράει τ’αφεντικό. Δεν λέω, η αγάπη είναι πράγμα δύσκολο και ακατόρθωτο. Πολλοί δεν τα καταφέρουν και όλες εκείνες οι ορκισμένες αιωνιότητες πάνε στράφι. Μα πού ακούστηκε – αγαπητό μου αφεντικό – να αγαπάς κάποιον και να του φορείς λουρί; Σε μια σκυλίσια καρδιά η αγάπη και το λουρί συνιστούν δυο πράγμα αταίριαστα. Ανάμεσα στ’αφεντικό και σε μένα, εγώ είμαι που τον αγαπάω περισσότερο και ας πολεμώ με τον εαυτό μου για να μην του κόψω μια δαγκωνιά πρώτης τάξης. Τάχα θα ‘πρεπε να του βάλω ένα λουρί για να ‘χω ήσυχο το κεφάλι μού ή να λάβω απλώς το μερίδιο της ικανοποίησης που συνεπάγεται η συντριβή. Ανάμεσα σε εμένα και σε εκείνον χτυπάει, – καλύτερα – μαίνεται λέει μια τρομερή καταιγίδα. Όσο για την αγάπη, μια μινιατούρα μας από την πολαρόιντ επιβάλλεται στο προσκήνιο. Μια μέρα θα κάνω κομμάτια το λουρί και ίσως κατασπαράξω και αυτήν την αγάπη που με κάνει να φαίνομαι κάτι περισσότερο από ημίαιμο .Αλλά μια μέρα, όταν δεν θα ‘χει το νου τ’αφεντικό. Και δεν θα ‘ναι πρωί ή σούρουπο, παρά μόνο μια ορισμένη σκυλίσια ώρα.
Απόστολος Θηβαίος
