
Τραγούδια και Πρόσωπα
Πρόσωπα
Ηλίας Πετρόπουλος
26 Ιουνίου 1928 – 3 Σεπτεμβρίου 2003
[…στα ηχεία, “Τι σου λέγει η μάνα σου για μένα”…]
Ο Ηλίας Πετρόπουλος έχει κερδίσει μια ξεχωριστή θέση μες στην ελληνική λογοτεχνία. Καταγραφέας του κοινωνικού περιθωρίου, διέσωσε την ατμόσφαιρα ενός ολόκληρου σύμπαντος. Μιας πραγματικότητας που κυλάει κάτω από τα πόδια μας, στην άκρη της προοπτικής μας, μιας πραγματικότητας με κάθε λογής τσακισμένη ψυχή. Ο Πετρόπουλος διέκρινε στην κοπαδιαστή δυστυχία εκεί έξω, μερικές αποχρώσεις του αυθεντικού. Σκηνές της λαϊκής ιστορίας μας, εκείνης που δεν καταγράφεται στα επίσημα συγγράμματα Θα την δεις να αποτυπώνεται στη φθορά του χρόνου, στην τσιμεντένια μελαγχολία των μεγαλουπόλεων με τις κρυμμένες τους μνήμες. Οι λέξεις και οι σημασίες των ανθρώπων που κινήθηκαν στις παρυφές των κοινωνικών θεσμών, βρήκαν τον αρχειοθέτη τους. Έναν λαμπρό μελετητή και ερευνητή που φώτισε όλες εκείνες τις πτυχές της νεοελληνικής κοινωνίας που γέννησαν τραγωδίες μα και δείγματα μοναδικής καλλιτεχνικής έκφρασης. Το ρεμπέτικο στεφανώνει το νεοελληνικό αστικό περιβάλλον. Ο κόσμος του, πλανόδιος, εθιστικός και αποτρόπαιος μαζί, ένα σύμπαν με δικούς του κώδικες και σημεία αναφοράς χρωστάει τόσα σε ανθρώπους όπως ο Αθηναίος δημιουργός.
Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη, δοκιμιακές και γλωσσολογικές μελέτες, πλάι στα μελετήματα της αρχιτεκτονικής και της ενδυματολογίας. Μεταφράσεις και έργα πρωτότυπα που φανέρωναν ένα δυναμικό, ερευνητικό πνεύμα, ικανό να διαμορφώσει όρους όπως η Ρεμπετολογία αλλά και να καθιερωθεί στην αρθρογραφία των εφημερίδων ευρείας κυκλοφορίας που μεσουρανούν από το 1980 και ως τις αρχές αυτού του αιώνα για να υποστούν και αυτές τις τραγικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης αλλά και τις ραγδαίες μεταβολές στη διακίνηση της πληροφορίας.
Μου αρέσει εκείνη η ρήση του. Μια ματιά στις διαδικτυακές αναζητήσεις σας, θα σας φέρει εμπρός στα λόγια του , δεν θα δυσκολευτείτε μάλιστα να συμφωνήσετε. “Αγαπώ τα τσογλάνια και τους χασίκλες, τους κλέφτες, τις πουτάνες, τους ρεμπέτες και τους πούστηδες γιατί μάχονται κάθε μορφή εξουσίας και τους αγαπώ πιο πολύ γιατί τα καταφέρνουν και επιζούν κόντρα στην αστυνομία, κόντρα στον ποινικό νόμο, κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών, κόντρα στον φλογερό εαυτό τους. Η αστική κοινωνία αυτοθαυμάζεται. Ο δολοφόνος, ο πούστης, ο κλέφτης, η πουτάνα, σπάνε τον καθρέφτη!”
Κάθε φορά μου φαίνεται πως ετούτος είναι ο ακριβός χορός της σύγχρονης τραγωδίας μας. Αυτός που προοικονομεί το φριχτό τέλος του ήρωα, αυτός που ρίχνει το ανάθεμα, ένας χορός που συνοψίζει και την ίδια στιγμή παραμένει αθεράπευτα συνδεδεμένος με κάτι σαν τον παφλασμό του ονείρου και τον εφιάλτη της φρίκης. Όλοι αυτοί οι μικροί ήρωες του Πετρόπουλου που διασώθηκαν με το λεκτικό τους αποτύπωμα, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπάρχοντα που δεν ξέρουμε τι να τα κάνουμε. Η αξία του συγγραφέα και μελετητή σε τούτο ακριβώς το σημείο εντοπίζεται. Και δίνει την απάντηση που χρειάζεται η ηθικοπλαστική μας εποχή για να πειστεί και ο πλέον δύσπιστος πως η αριστοκρατία της λαϊκής μας αθωότητας αξίζει τα πάντα, ως μνήμη και μουσική μας κοινή, τόσο κραταιά όσο και τα ρεμπέτικα που σήμερα παίζονται στα περικλεή μέγαρα και τα αίθρια του κόσμου.
Τραγούδια για το δρόμο
Έλβις
What do you want me to do baby
Ινδιανάπολη, 1977. Ιούνης είναι όταν ο Έλβις Πρίσλεϊ δίνει την τελευταία του συναυλία. Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως δυο μήνες μετά, εκείνο τον Αύγουστο ο Έλβις, αυτός ο πανέμορφος νέος με τον ιδιότροπο χορό, ο μικρός θεός του ροκ εν ρολ θα περνούσε στην αθανασία. Μια τσακισμένη ψυχή, εθισμοί και αφόρητη μοναξιά συνέθεσαν ένα μοναδικό κοκτέιλ που στέρησε από το παγκόσμιο κοινό ένα αληθινό φαινόμενο και συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός μύθου.
Ας είναι, χρειάζονται πολλά να γίνουν για να μας χαρίσει ο χρόνος έναν μύθο. Προς το παρόν, ας αρκεστούμε στη φημολογία πως ο Πρίσλεϊ κατοικεί κάπου εξωτικά και γερνάει υπέροχα, μακριά από τα εξωφρενικά φλας που δεν άφησαν καμία σκοτεινιά αφώτιστη. Ας δυναμώσουμε την ένταση της μουσικής καθώς στο πλάι μας ανοίγεται μια παραλία – φανταστική ή αληθινή, λίγη σημασία έχει – την ώρα που δουλεύουμε την πρωινή βάρδια, ας δυναμώσουμε την ένταση της μουσικής. Και αν κανείς δεν μας βλέπει ας φανταστούμε πως είμαστε ο Έλβις. Φυσικά, όχι εκείνοι οι φτιασιδωμένοι μίμοι έξω από τα μπαρ του αυτοκινητοδρόμου, αλλά το θαυμάσιο αστέρι που μες στη νύχτα πουλάει καραβίδες στ’ασπρόμαυρο Χόλιγουντ ενός άλλου καιρού.
“Μωρό μου πες μου, τι θέλεις να κάνω;” και το μεσημέρι μοιάζει να παίρνει μια ροκ εν ρολ τροπή καθώς το κάστρο στην άμμο σωριάζεται κάτω από την αδέξια αθωότητα ενός κοριτσιού, όχι πάνω από είκοσι χρονών, με κατακόκκινη κορδέλα στα μαλλιά. “Μου αρέσει ο Έλβις”, σου λέει και αυτή είναι η καλύτερη απάντηση σε όσους λένε πως ο Βασιλιάς δεν ζει πια εδώ. Με τις καρδιές, όμως τι γίνεται;
Τραγούδια για τη νύχτα
Είμαστε κάτι
Αν δεν ήταν τα χάη, “αν στην κορφή τους το άπειρο δεν αντηχάει”, τίποτε από όλα αυτά τα θαύματα δεν θα ‘χε συμβεί. Ένα κορίτσι σκέτο μυθιστόρημα, από μια εποχή που φαντάζει αρχαία, με τις επιγραφές και με τις ανοιχτές πληγές, καρφώνει με πρόκες μεταλλικές μία προς μία τις πεταλούδες. Αυτός είναι ο κίνδυνος απόψε, μια σκοτεινή πιθανότητα μας καταδιώκει στα ανοιχτά της Θήβας, μα εμείς προχωρούμε.
Και δεν είναι που δεν θα ‘χε πια καμία αξία εκείνη η επιστημονική διατύπωση με την πεταλούδα στην άλλη άκρη του κόσμου, μα η απώλεια του συγκεκριμένου είδους συνιστά ένα άλλο πράγμα, τρομερό. Η γυναίκα απέθαντη καθώς θα ήταν, τίποτε άλλο δεν θα έκανε, έξω από όσα της υπαγορεύουν οι θεοί. Μα δίχως τις πεταλούδες, δίχως την ομορφιά τους, δεν θα ‘χα τον τρόπο να σου πω για τα φτερά σου όταν τα ανοίγεις, όλο χρώμα και δόξα, με μια φέτα καρπούζι στο χέρι, πώς μοιάζεις με τις θερινές μου τέμπερες , εσύ συγκεχυμένη μου μορφή, χρόνια μετά την τραγωδία.
Και οι κιθάρες να τεμαχίζονται μες στη μουσική του βάθους. Και το πλεόνασμα του Θεού να λάμπει . Αρχάριος γυρνώ στις πηγές μου τις παλιές, όσο τ’αηδόνια μου ψιθυρίζουν με λόγια ελληνικά το άρρητο. Τι ανυπόστατος εγώ, μες στο τραγούδι μου εγώ, του χορού ο πρώτος και ο μοναδικός, εγώ η ανάσα των πραγμάτων, το παιδί που ουρλιάζει στα χαμένα πια, πέρα από χρώματα και πεπρωμένα, λόγια ηφαίστεια του Ράινερ Μαρία Ρίλκε με το στοιχείο του αιώνιου στεφανωμένα.
Μπίλι
29 Αυγούστου 1958 – 25 Ιουνίου 2009
[…στα ηχεια, Μπίλι Τζιν…]
Ξεγλίστρησε πίσω από τα φώτα των τηλεοπτικών συνεργείων. Όλα τα μεγάλα, ειδησεογραφικά πρακτορεία έχουν αποστείλει το συνεργείο τους. Κάθε ένας από τους δημοσιογράφους μεταφέρει ζωντανά τα γεγονότα, ανακυκλώνει τις περιορισμένες πληροφορίες. “Ο Μάικλ Τζάκσον μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Ρόναλντ Ρίγκαν αργά το βράδυ. Οι θαυμαστές τους συγκλονισμένοι έχουν κατακλύσει το χώρο. Οι ιατροί αναμασούν τα ίδια και τα ίδια”.
Μες σε αυτόν τον τρομερό χαμό βρήκε την ευκαιρία και ξεγλίστρησε. Ζήτησε συγνώμη από το πλήθος που δεν του έδινε καμία απολύτως σημασία. Όλοι προσπαθούσαν να τραβήξουν κάτι ενδιαφέρον μέσα από το νεκροτομείο.
Βγήκε στην πόλη, από πάνω του το φεγγάρι του δείχνει το δρόμο. Εκείνος ανταποδίδει τη χάρη χορεύοντας διακριτικά. Τρυπώνει σε κάποιο κακόφημο στέκι. Ένα κορίτσι χορεύει στη σκηνή. Έπειτα κάθεται στο τραπέζι δυο εξαιρετικών κυρίων.
Την λένε Μπίλι Τζιν και κατά βάθος δεν θέλει να ‘ναι ερωμένη κανενός. Προτιμά να ποζάρει σαν μια βασίλισσα της ομορφιάς μες στα φιλμ, χορεύοντας στην πίστα δίχως τελειωμό. Την έχουν ακουστά τα θαύματα της νύχτας και όλοι ορκίζονται πως τρέμουν μην υποκύψουν στα θέλγητρά της. Τριγυρίζει λέγοντας σε όλους πως κάποτε χάρισε σε έναν πολύ σπουδαίο τύπο ένα παιδί. Μα εκείνος, έλεγε η Μπίλι και ήταν η ομορφιά της κάτι από το απόθεμα του Θεού που δεν δαπανήθηκε στα φαινόμενα, μα εκείνος αρνήθηκε κάθε σχέση.
Η Μπίλι Τζιν συνέχισε τη ζωή της δίχως εκείνον. Αφού τα λογάριασε καλά ο τελευταίος προτού χαράξει ξεμύτισε από το μπαρ. Είχε σωθεί, επειδή η Μπίλι κατά βάθος είναι η Μέδουσα και ο καθρέφτης. Και εκείνος το αντιλήφθηκε εγκαίρως.
Α.Θ
