
Η επιγραφή
μικρό, πολύ μικρό
διήγημα
για το δρόμο
Η απομάκρυνση της επιγραφής πραγματοποιήθηκε με όλα τα μέτρα ασφάλειας. Οι γερανοί μετακίνησαν ένα ένα τα γράμματα και μια εποχή τελείωνε εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εμπρός στα μάτια μας.
Εμείς, δεν είμαστε άλλοι από τις παρέες αυτής της πολιτείας, οι παλιοί φίλοι που χάθηκαν επειδή κανείς δεν πήρε τηλέφωνο. Ο καιρός έπεσε πάνω στις ζωές μας χρόνια μετά. Τώρα, κοιτάζουμε το θαύμα. Ο εργοδηγός δίνει οδηγίες, βλαστημάει, έπειτα προσεύχεται με έναν παράδοξο τρόπο και από τ’ανοιχτό του πουκάμισο εκτοξεύονται παρακλήσεις. Οι εργάτες παίρνουν τα μέτρα τους, φροντίζουν με μεράκι τη δουλειά τους, κάποιος παίρνει το σκουριασμένο καρότσι και το πάει προς το φορτηγό, ο εργοδηγός το χρειάζεται, “ρε συ, το καρότσι!” και ορμάει στον νεαρό Αιγύπτιο, εκείνος φοβάται αρπάζει ένα κομμάτι ξύλο και ανοίγει το κεφάλι του εργοδηγού.
Από τότε κανείς δεν ασχολήθηκε με την επιγραφή. Μόνο εκείνο το γράμμα έλειψε από τις ζωές μας, είπαμε, είναι εντάξει και ζήσαμε. Περνούσαμε κάθε μέρα από εκείνο το μέρος και έτσι δεν αντιληφθήκαμε τη σκουριά, εμείς, οι φίλοι που χαθήκαμε, οι παρέες ετούτης της πολιτείας που θάφτηκαν κάτω από στρώματα χρόνου.
Σήμερα, ολοκληρώθηκε η αποκαθήλωση. Χρειάστηκαν σαράντα χρόνια για να πει την τελευταία της λέξη ετούτη η ιστορία. Στο φόντο όλα αλλάξανε, για κάποιους πέσανε οι τίτλοι του τέλους, σκοτεινοί και μοιραίοι. Για μας τους υπόλοιπους, η ιστορία με την επιγραφή μας συγκλόνισε και καθώς ένα προς ένα τα βαριά γράμματα μπαίνανε στην πλατφόρμα, κοιτάζαμε στον κόρφο μας και αναγνωρίζαμε ένα κομμάτι μας που κάθε τόσο έλειπε.
Ήταν μονάχα μια επιγραφή, κάποιος σχολίασε από το πλήθος που ‘χε μαζευτεί. Όχι, ποτέ κάτι τόσο απλό, τόσο συνηθισμένο. Ήταν τα πάντα, χρόνια κυματιστά, μονά ή ζυγά και πουλιά που κελαηδούν και όλο λένε “αντίο”. Αυτά τα γράμματα υπήρξαν σημεία της νιότης μας, μιας λεωφόρου που ξεσπάει στη μοναξιά της, παράξενα πλάσματα μιας θάλασσας θαμπωτικής, σκεπασμένης από χρόνο.
Η Άννα
του Ιούνη
Αχμάτοβα
23 Ιουνίου 1889 – 5 Μαρτίου 1966
Σε πήραν την αυγή,
Πίσω σου σαν σε κατευόδιο ήρθα,
Στο δώμα το σκοτεινό έκλαιγαν τα παιδιά,
Στην Παναγιά ένα κερί σπινθήριζε.
Στα χείλη σου η παγωμάρα των εικόνων,
Ένας ιδρώτας θανάτου στο μέτωπο … Πώς να ξεχάσεις!
Σαν τις γυναίκες των στρελίτσων, θα γίνω,
Κάτω από τους πύργους του Κρεμλίνου να ολολύζω.
Πριν από χρόνια στο διαδικτυακό Ποιείν, κυρίες και κύριοι , η μετάφραση του Στάθη Λειβαδά. Δεν θα μάθω ποτέ αν είναι καλή ή αυθαιρετεί. Μα προτιμώ να ασπάζομαι όσους πιστεύουν πως η μεταφορά ενός κειμένου σε μια άλλη γλώσσα από εκείνη του πρωτοτύπου, συνιστά ένα νέο δημιούργημα. Μια άλλη γλώσσα, ένα άλλο σύμπαν, μια πραγματικότητα καινούρια, δροσερή, με ένα διαφορετικό ύφος και την ατμόσφαιρα του μυστηρίου, όταν το σπάνιο άνθος υψώνεται μες στη νύχτα, ανάμεσα σε πράγματα συνηθισμένα. Τα ίδια πράγματα, οι μεγάλες ιδέες και οι σημασίες οι πιο προσωπικές ξαναλέγονται και έτσι μένει καινούριος αυτός ο κόσμος.
Η μετάφραση στέκει πλάι στο λογοτεχνικό δημιούργημα που γεννιέται όταν μια ψυχή κάπου στον κόσμο, λαμβάνει τ’αδύναμο σήμα που όμως αντέχει. Κάτι σαν καθρεφτάκι από κάποια κορφή, με τον τρόπο που έχουν οι λογοτεχνίες για να συνομιλούν μεταξύ τους, στην τομή του μεγάλου ονείρου.
Ποιος μπορεί να ισχυριστεί πως ετούτο το ποίημα που παρουσιάζει ο Στάθης Λειβαδάς τηρεί το γράμμα της Άννας Αχμάτοβα; Δίχως τη γνώση της γλώσσας που έγραψε αυτή η Αντιγόνη μιας πικρής επανάστασης, δίχως αυτήν δεν θα μπορούσε κανείς μας να αξιολογήσει ετούτη τη μικρή σπουδή. Μπορεί όμως να αισθανθεί την απόγνωση, συμπάσχει σαν αγγίζει το μέτωπό του με τον ύποπτο ιδρώτα της ζωής του. Ταπεινώνεται στο όνομα τ’ανθρώπου, σκύβει και φιλά τα πόδια εκείνου του Μάρτη πριν ογδόντα περίπου χρόνια. Του μήνα που γίνεται ποίημα και “ολολυγμός” και μια μαρτυρία της γυναίκας που συγκλόνισε την παγκόσμια ποίηση. Του λυπημένου Μάρτη, με δίχως τον κατακλυσμό μιας άνοιξης, του μήνα με το δειλό ξεπέταγμα του φωτός μες στο καταμεσήμερο. Μερικές φορές νομίζω πως αυτό ακριβώς είναι η ποίηση, ένα είδος παρουσίας που σου χαρίζουν οι συλλαβές, ένα είδος μηχανικής της ψυχής , κάποιο είδος ιλίγγου.
Δεμένη με την απουσία η ζωή της μεγάλης ποιήτριας. Κάποτε, κοντά στα 1910 διαλύθηκε από την αγάπη της για τον Αμαντέο Μοντιλιάνι. Εκείνος την αποθανάτισε και της χάρισε μερικές από τις καλύτερες ζωγραφιές αυτού του ανεκπλήρωτου που μας κερδίζει καμιά φορά στα σημεία.
Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τους σταθμούς της ζωής της Αχμάτοβα, τα συγκλονιστικά εκείνα χρόνια, τις μεγάλες ιδέες, τις ακόμη μεγαλύτερες προσδοκίες, τις τρομερές διαψεύσεις. Για να νιώσει κανείς τα ποιήματα, να ακούσει τη μυστική, προσωπική τους φωνή, πρέπει να μάθει για τον κόσμο κάποιον καιρό. Να βρει τη θέση του ποιητή, να μετρήσει με όργανα τεταρτοκύκλια την αντοχή και τη συντριβή του.
Ο καιρός της Άννας έχει πια χαθεί. Μόνον κάτι παρελάσεις και κάτι προγραμματισμένες γιορτές με εκδηλώσεις όλο πόζα και λουστρίνι, αυτό είναι όλο. Κανείς δεν θα γιόρταζε ´Αννα, μια ηττημένη επανάσταση. Θα ‘θελα να σου πω πως τα πράγματα αλλάξανε, πως πήρανε οι λαοί τη δικαιοσύνη στα χέρια τους. Δεν θέλω να σου ζωγραφίσω το χλομό πρόσωπο του καιρού μου, μήτε να σου αποκαλύψω πόσο πλατύς παραμένει ο πόνος των ανθρώπων, πόσο καταιγιστικές οι χίλιες φωνές της θύελλας, το σημάδι της ιστορίας, τι βαθύ. Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω Άννα, δεν θέλω να σου πω πως οι στρελίτσες “ολολύζουν” τούτη την ώρα που σου γράφω. “Ολολύζουν” κάτω από τους πύργους του Κρεμλίνου, ζητώντας μια λέξη, μια ελπίδα για αυτούς που κομματιάζονται μες στη φρίκη της Κριμαίας.
Αντίο Άννα. Σου λέω μονάχα ετούτο, όχι για να σου δώσω κουράγιο, όχι για αυτό. Το λέει ο φίλος μου ο Σωτήρης Κακίσης, πως “γερνούμε” Άννα, και εμείς πλάι στα κλάματα”, λέει. Όπως και εσύ, κορίτσι πράμα στ’ακρόπρωρο του παλιού αιώνα.
Απόστολος Θηβαίος
