Molinos de viento

© Josef Koudelka

[…στα ηχεία Miles Davis σε ότι σκοπό και αν θελήσετε.
Στο φόντο, μια πόλη…

Ο τρόφιμος Ζακ
αφήγημα


Ο Ζακ πιστεύει πως είναι ο μικρός πρίγκιπας. Και έτσι το μόνο που δεν διαπραγματεύεται είναι το γλαστράκι με το μοναδικό του τριαντάφυλλο. Το παίρνει πάντα μαζί του. Και μερικές φορές οι φροντιστές γράφουν στην αναφορά τους πως ο Ζακ αφιερώνει κάθε καλό πρωινό στη φροντίδα του. Μιλάει τρυφερά στο τριαντάφυλλο του και αν κανείς φωνάζει του λέει να κάνει ησυχία, επειδή, λέει, το λουλούδι του φοβάται, σχεδόν τρέμει ακόμη τους ανθρώπους.

Πάνε μερικές μέρες που η κατάστασή του έχει επιβαρυνθεί. Κανείς δεν θυμάται ακριβώς πότε σηκώθηκε τελευταία φορά από το κρεβάτι του. Είναι μελαγχολικός και τρώει με δυσκολία. Αν συνεχίσει, λένε οι ιατροί θα χρειαστεί νοσηλεία, ίσως το πράγμα γίνει επικίνδυνο. 

Μόνο μια λύση υπάρχει συλλογίζεται εκείνος ο ιατρός που προσελήφθη μόλις. Είναι γύρω στα τριάντα, προσπαθεί να φανεί χρήσιμος σε ένα διαλυμένο σύστημα. 

Άκουσε Ζακ. Δεν χρειάζεται τίποτε άλλο να κάνεις. Μόνο να με ακούσεις προσεκτικά. 

Ο νεαρός κοίταξε γύρω του, βρήκε την ευκαιρία να προχωρήσει.

Το σκεφτήκαμε καλά Ζακ. Αν θέλουμε να έχουμε την τιμή ανάμεσά μας να βρίσκεται ένας μικρός πρίγκιπας, τότε χρειαζόμαστε μερικές προϋποθέσεις. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό Ζακ; Πως πρέπει να βρούμε έναν πλανήτη, πριν από όλα. Δίχως τον δικό του πλανήτη, δεν υπάρχει αυτός ο μικρός πρίγκιπας. Οπότε έχουμε ετοιμάσει έναν για σένα, Ζακ. Ενα δικό σου πλανήτη με μια θέση μόνο για σένα και το λουλούδι σου. Μην το ξεχνάς Ζακ, το τριαντάφυλλο σου θα έχει λυπηθεί έτσι μελαγχολικός που δείχνεις. Και το πρωινό, εκεί έξω, παραμένει το μεγάλο στοίχημα της ομορφιάς Ζακ. Είναι σίγουρο το ποντάρισμα, εκεί έξω όλα μοιάζουν καινούρια.

Οι υπόλοιποι κοιτούσαν μπερδεμένοι. Ένας δυο σηκώθηκαν και έσφιξαν το χέρι του νεαρού ιατρού. Και όλοι μαζί συμφώνησαν πως θα φτιάξουν έναν πλανήτη σε κάποια από τις κάμαρες που μένουν άδειες. Ένα τσίγκινο φεγγάρι, κάμποσα καρφωμένα αστέρια και μαύρη μπογιά τριγύρω . Ίσως σκαρώσουμε τριγύρω μερικούς πλανήτες, έτσι, για να συμπληρώνει τη σκηνογραφία, είπε ο ιατρός και όλοι συμφώνησαν πως αυτός έπρεπε να μιλήσει με τον ασθενή.

Ο Ζακ κερδίζει από τότε τη ζωή του σιγά σιγά. Από την αρχή το παλεύει και όταν φοβάται τρέχει μες σε εκείνο το δικό του πλανήτη. Παίρνει αγκαλιά το λουλούδι του και επαναλαμβάνει τα κόλπα που ‘χει μάθει για να ξεχνιέται όταν χάνει στα σημεία και η ζωή του τρέμει. Πρώτα τα ονόματα των κοχυλιών, αργοναύτης, επιτόνιο, χαλιώτης, αστρέα, κάσσης, τρίτων. Και έπειτα τους συνδυασμούς των χρωμάτων και το αποτέλεσμά τους. Όταν δεν τα καταφέρνει, επαναλαμβάνει τη λέξη αργοναύτης και ευθύς τον παίρνει το κύμα μακριά από τους φόβους του. Αυτό το κόλπο το ‘μαθε μονάχος του εκείνες τις τρομερές νύχτες των ηλεκτροσόκ. 

Ο μικρός πρίγκιπας της κάμαρης της ψυχιατρικής κλινικής ίσως κάποτε τα καταφέρει να βρει το δρόμο ως τον εαυτό του. Μέχρι τότε, Ζακ, βάλε τα δυνατά σου, να κρατήσεις όρθιο τον πλανήτη σου, να ανάψεις και πάλι τη φωτιά της ζωής σου, ένα μισοσβησμένο κάρβουνο που δεν έγινε στάχτη.

Ούλωφ Πάλμε
ή αλλιώς
οι πολιτικοί που χρειαζόμαστε
30/1/1927 – 28/2/1986

[…στα ηχεία, τα πνευστά επιμένουν.
Παντού πετούν “φύλλα φθινοπώρων”,
επειδή και η μουσική,
είναι μια ιστορία που
δεν τελειώνει,
μια εποχή
που
επιστρέφει...]

Η περίπτωση του  Σβεν Ούλωφ Γιοαχίμ Πάλμε παραμένει ακόμη μια υπόθεση ήττας για την παγκόσμια κοινότητα. Η δολοφονία του στέρησε από την Ευρώπη έναν μαχητικό και πρωτοπόρο πολιτικό, με έντονο ενδιαφέρον και πολιτικές που έθεσαν το κοινωνικό κράτος πάνω από κάθε άλλη προοπτική ή σχεδιασμό. Πολιτικοί δίχως παρελθόν, δίχως ανάμειξη σε σκοτεινές ιστορίες, με τις ανάγκες του λαού στο πρώτο πλάνο των επιδιώξεων τους που σήμερα λείπουν από το διεθνές προσκήνιο. Ο Ούλωφ Πάλμε, πέρα από τις πολιτικές του θεωρήσεις, παρέμεινε ένας θερμός πολέμιος των πυρηνικών και διατύπωσε μια αυστηρή κριτική στις Η.Π.Α. και την εμμονή τους στο χαμένο από πριν πόλεμο του Βιετνάμ. Ο ανθός της αμερικανικής νέας γενιάς γινόταν κομμάτια μερικά χιλιόμετρα ανατολικά του Ανόι. Στο εσωτερικό, ο Πάλμε έθεσε ως βασικό του μέλημα τη στήριξη της κοινωνίας με την ισχύ ενός νέου , κοινωνικού συμβολαίου που θα μεταμόρφωνε τις σχέσεις και θα συμπλήρωνε το αφήγημα του τρίτου δρόμου που είχε επιλέξει η Σουηδία.

Εκείνο το βράδυ, σε κάποιον κεντρικό δρόμο της Στοκχόλμης, όταν ο Πάλμε έπεφτε νεκρός , κάτι από την αθωότητα της πολιτικής χανόταν για πάντα. Σήμερα, η Ευρώπη και ο κόσμος γυρεύει εκείνους που θα παλέψουν για τα μεγάλα και επίμονα ερωτήματα της ανθρωπότητας. Οι νέοι Πάλμε εκεί έξω προετοιμάζονται να παλέψουν. Ετούτη η πεποίθηση στέκει μοναδική μας παρηγοριά και ευχή πως κάπου ανάμεσα στις γενιές που φθάνουν μέσα από συμπαντικές διαδρομές, υπάρχουν εκείνοι που θα αλλάξουν και πάλι τους συσχετισμούς σε έναν άγριο κόσμο. 

Δον Μαντσέλο

φάρσα που σκάρωσαν δυο φίλοι

Το σπίτι βρίσκεται στη λεωφόρο με τις γαζίες. Κανονικά ονομάζεται Λεωφόρος του κίτρινου ρόδου, αλλά το στοιχείο που κυριαρχεί στη σκηνογραφία είναι μια ατέλειωτη γκάμα από χρώματα και εκδοχές. Διαθέτει μια κεντρική θύρα που προσεγγίζει κανείς ακολουθώντας το πλακόστρωτο μονοπάτι. Δεξιά και αριστερά της προσόψεως, σε μια ένδειξη υπερβολής η επιφάνεια φέρει γύψινους ερωτιδείς, καμωμένους από κάποιον που λίγο γνωρίζει για αυτά τα πράγματα. Για μερικά χρήματα, μπορεί κανείς να μεταμορφωθεί σε καλλιτέχνη μες σε μια βραδιά, οι επαγγελματίες του είδους δεν προστατεύονται εις ελάχιστον. Θα μου πείτε “μα υπάρχουν επαγγελματίες καλλιτέχνες;” Και όμως, τα ‘φερε έτσι ο καιρός και η τέχνη εξασφαλίζει στον τυχερό ένα πομπώδες εισόδημα. 

Σε κάθε πλευρά τις πληκτικές αναπαραστάσεις, κάτι περιττές διακοσμήσεις δηλαδή,  διέκοπτε το τζαμωτό του παραθύρου. Το ένα από αυτά τεμάχιζαν δυο κόκκινοι ταφτάδες με ολόχρυσα κρόσσια, όσα δηλαδή είχαν απομείνει. Ο χρόνος δεν λυπάται κανέναν, εκεί έξω. Και οι ταφτάδες του μεγάρου Μαντσέλο δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση. Αν γινόταν να παρατηρήσει κανείς το ύφασμα πριν από μια δεκαετία, θα κατανοούσε αμέσως και θα αντίκριζε τη ζημιά που κάνουν τα χρόνια απάνω σε πράγματα και ανθρώπους. 

Ένας Θεός ξέρει πώς το έσωσε τούτο το σπίτι από τους πιστωτές ο Δον Μαντσέλο. Είχε προβεί σε ανεπανάληπτα ανοίγματα με αμφίβολο, επιχειρηματικό κέρδος. Πρώτα  το εμπόριο καφέ από την Μπογκοτά με μια αρμάδα που χρυσοπλήρωσε, εφοδιασμένη με τους πιο επικίνδυνους τύπους που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Οι χαμηλές αμοιβές προσέλκυσαν τον κάθε κατεργάρη και έτσι το πλήρωμα κατέληξε να ‘ναι ένα μάτσο πειρατές. Τα καράβια χάθηκαν μαζί με το εμπόρευμα. Η καταστροφή ήταν μεγάλη, διέθεσε για να ρεφάρει τα κτήματα με τις κερασιές. Μα δεν έβαλε μυαλό. Στοιχημάτισε όλο του το βιος, έξω από τούτο το σπίτι στην υπόθεση των τραίνων. Μα όταν η μετοχή κατρακύλησε, με παρρησία ανδρός θαρραλέου και ικανού να παίρνει τη ζωή με όλες τις τροπές της, ακαθόριστη, ασύλληπτη, απρόσμενη, είπε τα παρακάτω λόγια. “Καταστραφήκαμε ξανά μα θα ξανακαταστραφούμε!”

Το μόνο που διέσωσε ήταν το σπίτι στη λεωφόρο. Μα δεν του ‘μεινε φράγκο για να το φροντίσει. Το άφησε να καταρρέει, ο κήπος αγρίεψε, οι πρασιές επικράτησαν , τώρα πια ίσα που φαινόταν το παράθυρο με τις κόκκινες κάποτε κουρτίνες. Όσα του απέμειναν ο Δον Μαντσέλο τα μεταφράζει σε αψέντι, από το ακριβό κιόλα. Και τα υπόλοιπα τα διαθέτει σε χαρτί και μελάνι, καθώς γράφει τα απομνημονεύματά του. Του κάνει παρέα ο Δον Παντσίτο, ο μόνος από τους φίλους που δεν τον εγκατέλειψε. 

Ετούτο το βράδυ φαντάζει ανώδυνο και για τους δυο. Το μισάνοιχτο παράθυρο φέρνει μυρωδιές της άνοιξης. Τι τα θες, ο χειμώνας καλά κρατεί εκεί έξω είπε ο Δον Παντσίτο, έμπορος καφέ με σημαντικές εισαγωγές που χαίρει πάνδημης εκτιμήσεως. Μια παρέα από ψευτόμαγκες – πώς βρέθηκαν ως εδώ, ένας Θεός το ξέρει – στέκουν στο πλάτωμα του δρόμου. Δεν θα ‘ναι πάνω από είκοσι χρονώ, ο ένας από αυτούς φοράει στολή δόκιμου αξιωματικού. Μοιάζει ο πιο περήφανος από όλους στην παρέα.

Λέει, “κάτι τέτοια παραμύθια κάνουν κακό. Άκου, Δον Κιχώτηδες και τα ρέστα και ανεμόμυλοι και δεσποσύνες. Κάτι τέτοια ρομάντσα μας κάνανε να χάσουμε το δρόμο μας”.

“Το λες επειδή φοράς τη στολή”.

“Ακριβώς!” 

Κάποιος διέκοψε την κουβέντα με ένα ολότελα παράξενο σχόλιο. “Θα τα ‘χε ολότελα χαμένα πάντως αν αληθεύει έστω και λίγο η ιστορία”. Οι άλλοι συμφώνησαν και την ίδια στιγμή οι Δον στο εσωτερικό του σπιτιού, με καρδιά πειραχτική, μικρού παιδιού, είχαν κιόλας καταλήξει στο πώς θα νοστίμιζαν λιγάκι τ’απόβραδο. Περπάτησαν νευρικά ως την αποθήκη με τις παλιατζούρες. Ο Δον Μαντσέλο, – μπορεί και να μην σας το είπα – καταστράφηκε οικονομικώς άλλη μια φορά, μα συνήλθε αμέσως διότι το χρέος δεν εκτοξεύθηκε λόγω τόκων και κακών υπολογισμών. Είχε καταπιαστεί να γίνει θεατρώνης, μα γρήγορα αντιλήφθηκε πως κανείς δεν αγαπά το θέατρο. Είχε πει τότε εκείνο το περίφημο, “οι Ισπανοί δεν αγαπούν το θέατρο”, ξεσηκώνοντας θύελλα διαμαρτυριών, κυρίως από τους συλλόγους κορασίδων που αν δεν παρακολουθούσαν μια παράσταση εβδομαδιαίως, παρουσίαζαν σημάδια καταθλίψεως σφοδρότατης για να τα λέμε τα πράγματα με τ’όνομά τους. 

Ο Δον Μαντσέλο στάθηκε ως μοντέλο. Και ο Δον Παντσίτο, γελώντας πονηρά κάθε τόσο και αδειάζοντας το αψέντι με βουλιμία – μονάχος του κερνούσε τον εαυτό του λέγοντας χαρακτηριστικά, “εις υγείαν μούτρο!” – τοποθετούσε με μαεστρία τα κομμάτια επάνω στον άλλον. Σε λίγο ο ιππότης από την Μάντσα έστεκε κιόλας εμπρός τους. Υπήρξε στα αλήθεια τρομερός, αρματωμένος κατάλληλα για να τα βάλει με έναν ανεμόμυλο. Τώρα έμενε να πέσει τριγύρω η βραδινή ομίχλη, αυτό μόνο. 

Οι μάγκες είχαν βρει την ησυχία τους στο πλάτωμα. Το πλήθος αραίωνε, τώρα μόνον κάτι βιαστικοί περνούσαν, μια διμοιρία από το λόχο του βασιλιά διέσχισε τραγουδιστά το δρόμο. Είχαν κάτι το κεφάτο , κάτι ολότελα ασύμβατο με τη μελαγχολία εκείνης της ώρας. Η νύχτα τους κατάπιε λίγο πιο κάτω και χάθηκαν για πάντα. 

Τότε ακούστηκαν ήχοι μεταλλικοί. Στην αρχή αραιά, μα έπειτα απέκτησαν ρυθμό. Και γίνονταν όλο και πιο καθαροί, ήσαν βήματα, ήχοι από βήματα. “Μα τι ‘ναι τέτοια ώρα;”, είπε ο δόκιμος και οι άλλοι κοιτάξανε. Είχε πέσει παντού το πούσι, για την ακρίβεια δεν έβλεπες τη μύτη σου. Μια αλλόκοτη, θηριώδης φιγούρα ξεπρόβαλε μέσα από τους ατμούς. Στάθηκε, έπειτα έκανε ένα ακόμη βήμα και πρόταξε το ξίφος του. Οι νεαροί παγώσανε, ο Δον Μαντσέλο έβαζε τα δυνατά του να μην σκάσει στα γέλια. Και ακόμη περισσότερο να μην τύχει και καταρρεύσει η πανοπλία και πάει στράφι η πλάκα. Η παρέα οπισθοχώρησε όταν ο Δον Μαντσέλο τ’αποφάσισε. Θα τραβήξει το πράγμα για να δει τι μπορούν να κάνουν οι ψευτόμαγκες. Άρχισε να βαδίζει αποφασιστικά προς το πλάτωμα, κάποιος από την παρέα τον έδειξε με το δάχτυλο και με έναν πανικό άλλο πράγμα να σας λέω. Σήκωσε το ξίφος του, τα σίδερα έκαναν ένα θόρυβο πολύ κοντά στο τρομερό. Ο δόκιμος είχε μείνει στήλη άλατος και μια στάμπα υγρασίας χάμω στο λιθόστρωτο, μαρτυρούσε πως ο φόβος του ‘χε κάνει ζημιά. Όσο για τους άλλους, ένας πήδηξε στο πυκνό του κήπου. Ακούστηκε ένας γδούπος και ο ήχος από κάτι που σπάζει. Εκείνος με το δάχτυλο, έκανε να πηδήξει από την κουπαστή με δεν υπολόγισε σωστά και έπεσε φαρδύς πλατύς μες στα χώματα. 

Οι Δον δεν πίστευαν στην επιτυχία της πλάκας που σκάρωσαν. Ο Δον Παντσίτο βοήθηκε τον Μαντσέλο να φθάσει στο σπίτι και εκεί του έβγαλε την πανοπλία. Έβαλαν να πιουν και γελούσαν ως το χάραμα με όσα είχαν συμβεί. Την άλλη μέρα, ο Δον Μαντσέλο πέρασε από το καφενείο του Τομάς. Ήταν το στέκι της παρέας. Όλοι βρίσκονταν εκεί, μπανταρισμένοι καλά. Ο δόκιμος καθόταν σκεπτικός στη γωνιά του. Ο Δον Μαντσέλο πλησίασε και παρήγγειλε να του γεμίσουν με αψέντι την θαμπή μποτίλια του. Όσο περιμενε, είπε στον Τομάς κάτι που ξεσήκωσε τους νεαρούς παραδίπλα. 

“Ο κόσμος τα ‘χασε αγαπητέ Τομάς! Και αν μέχρι τώρα το λέγαμε για πλάκα, σήμερα η ανθρωπότης επείστηκε. Μα ρωτάς πώς; Καλέ μου Τομάς, δεν θα άκουσες το νέο πως χθες βράδυ κάποιος γκρέμισε δύο ανεμόμυλους λίγο πιο πέρα από εδώ. Όχι πάνω από δυο μίλια, έκανε κομμάτια τις φτερωτές. Δεν μπορεί να’ναι άνθρωπος, λένε. Μα εγώ δεν τα πιστεύω αυτά και νομίζω πως η ανθρωπότης παραληρεί για τα καλά πια”. Με την άκρη του ματιού του είδε τους νεαρούς που σοβάρεψαν. 

Ο Δον Μαντσέλο τους χαιρέτησε βγάζοντας το καπέλο του και οι ψευτόμαγκες ανταποκρίθηκαν τάχα σοβαρά, με ύφος ανθρώπου έκπτωτου από νόμους και κανόνες. Μες στην καρδιά τους όμως είχε φωλιάσει ο φόβος πως το χθεσινό συμβάν ήταν αληθινό. Μα πώς να πουν ότι ένα φάντασμα τους τσάκισε για τα καλά; Και έτσι, κυκλοφόρησαν τη φήμη πως χθες βράδυ συγκρούστηκαν με μια συμμορία εγκληματιών πρώτης τάξεως. Για την τιμή της γειτονιάς, είπε ο δόκιμος. 

Ο Δον Μαντσέλο έφυγε σιγοτραγουδώντας κάποιον σκοπό, πέρα για πέρα ευτυχισμένος με τη σκανταλιά του. Όσο να φτάσει σπίτι η μελωδία τον νανούρισε για τα καλά. Και έτσι δίχως να γευματίσει, ήπια τρία ποτήρια αψέντι, σκούπισε με την ανάποδη του χεριού του τα χείλη και αποκοιμήθηκε. 

Α.Θ