
Τα πολύχρωμα λαμπιόνια του δέντρου αντανακλούσαν στο τζάμι του ξύλινου παραθύρου και η λάμψη τους μπλεκόταν με το άρρυθμα παλλόμενο φως του ηλεκτροκαρδιογραφήματος. Ήταν αργά το βράδυ ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε. Ο χρόνος είχε πάρει άλλη διάσταση από τότε που βρισκόταν εδώ.
Ο χρόνος. Πόσος να είχε μείνει άραγε;
Κοίταξε την κενή καρέκλα απέναντί της. Έφυγε, σκέφτηκε. Έτσι κι αλλιώς δεν της προσέφερε και τίποτα. Γυναίκα ενός μακρινού ξαδέρφου που σπανίως ερχόταν τα καλοκαίρια στο χωριό. Και αποκλειστική νοσοκόμα που με το αζημίωτο περνούσε κάποιες ώρες μαζί της. Να μιλάει με κάποιον, έστω κι αν επρόκειτο για εμπορική συναλλαγή.
Η κενή καρέκλα.
Ναι. Σίγουρα το άξιζε να είναι κενή. Δύστροπη και αιθεροβάμων. Περίμενε πάντοτε εκείνον. Επώδυνη η προσμονή και άκαρπη. Άραγε ποιον περίμενε με τόση λαχτάρα; Δεν ήξερε. Αταίριαστος ο συμβιβασμός στη νιότη που φάνταζε αιώνια.
Η κενή καρέκλα.
Παιδί δεν έκανε. Για να μην καταλύσει την ελευθερία της ή από φόβο μήπως δεν μπορέσει να το ελευθερώσει; Επειδή αγαπούσε υπέρμετρα τον εαυτό της ή επειδή πίστευε πως δεν άξιζε την αγνή αγάπη του;
Ήταν αργά.
Τα μάτια κλείνουν. Οι σκέψεις πια θολές. Η μορφίνη είχε αρχίσει να δρα. Η λάμψη από τα πυροτεχνήματα αντανακλούσε στο παράθυρο.
Ο χρόνος είχε αλλάξει.
Η Σοφιαλένα Ψαρρά (1990) σπούδασε στο Κλασικό Τμήμα της Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και συνέχισε τις σπουδές της με μεταπτυχιακό στα Αρχαία Ελληνικά. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται ως φιλόλογος σε ιδιωτικό σχολείο της Αθήνας. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά «Χάρτης», «Στάχτες», «Θράκα» και «Fractal».
