
«Η προτελευταία φορά που ράγισε η καρδιά μου ήταν το ξημέρωμα που ο Ευθύμης καβάλησε την μηχανή του και χάθηκε στο κατόπι του τσίρκου Darma». Η γιαγιά μου κατεβάζει μια γερή γουλιά λικέρ από κράνα. Την κοιτάω εμβρόντητη. Εκείνη πάλι, σα να μην με βλέπει συνεχίζει κάτι να ψάχνει στο μυαλό της. «Η Άνοιξη του ’54 ήταν εφιάλτης για τους Θεσσαλούς. Δεν προφταίναμε να μετράμε νεκρούς και χαλάσματα, προικιά ζοφερά του απριλιάτικου σεισμού. Στις Σοφάδες, στην Τσιόμπα, στο Μπεκριλέρ τίποτα δεν έμεινε όρθιο. Στο Γραμματικό, στην Πασχαλίτσα, στο Ασημοχώρι, ένας στους τρεις έχασε σπίτι και δουλειά. Εδώ στην Καρδίτσα, η ζωή σταμάτησε. 25 άνθρωποι σκοτώθηκαν, τραγωδία μεγάλη, παιδί μου. Την επομένη του σεισμού κατέφθασε ο στρατός. Μπουλντόζες και φορτηγά γεμάτα μηχανικούς και τοπογράφους επιθεωρούσαν ολημερίς τα κτίρια και κατέγραφαν ζημιές. Οι δημόσιες υπηρεσίες οργανώθηκαν σε σκηνές στις πλατείες και ο Ερυθρός Σταυρός μοίραζε συσσίτιο. Ο ίδιος ο Στρατάρχης Παπάγος ήταν να επισκεφτεί τα χωριά ένα ένα. Μια τεράστια ξύλινη εξέδρα στήθηκε στην πλατεία Δικαστηρίων απ’ όπου θα έβγαζε λόγο εμψυχωτικό και παρήγορο. Πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε στην πλατεία, μαζί τους και εγώ, δεκαπέντε ετών τότε, μαζί με την φιλενάδα μου την Μαρίκα. Είχαμε χωθεί σφήνες στο πλήθος ενώ με σπρωξιές και αγκωνιές καταφέραμε και πιάσαμε θέση, πρώτη σειρά. Λίγα μέτρα μάς χώριζαν από τον Πρωθυπουργό και οι άνδρες της φρουράς του. Τότε τον πρωτοείδα. Ένας ψηλός ξανθός αρχαίος κούρος ντυμένος στα μαύρα. Στεκόταν δίπλα στην κόκκινη μοτοσικλέτα του και χάιδευε την σέλα. Με τα μάτια ζύγιζε το πλήθος έτοιμος να χυμήξει. Όταν αντιλήφθηκε πως τον κοιτάω με εξέτασε από την κορφή ως τα νύχια και χαμογέλασε. Άτσαλα οπισθοχώρησα και χάθηκα στο μπουλούκι.
Ο Παπάγος φιλοξενήθηκε δύο μέρες στην Καρδίτσα. Ο δήμαρχος είχε καλέσει το ξακουστό τσίρκο Darma για μια και μοναδική παράσταση στην οποία θα παρίστατο ο Πρωθυπουργός ως επίτιμος καλεσμένος. Άρτος και θέαμα παιδί μου, η πανάκεια του λαού. Το επόμενο βράδυ, όλος ο κάμπος μαζεύτηκε σε μια αλάνα, δύο χιλιόμετρα έξω από την πόλη για να δει, να πιεί και να ξεχάσει. Δικαίως το τσίρκο Darma ήταν διάσημο. Και τι δεν είχε! Λιοντάρια πηδούσαν μέσα από φλεγόμενα στεφάνια, χιμπατζήδες έκλεβαν τις περούκες των κλόουν, ακροβάτες εκτελούσαν τις πιο ριψοκίνδυνες φιγούρες στις πλάτες θεόρατων ελεφάντων. Ζαλιζόταν ο νους σου να τα χωρέσει όλα αυτά.
Με την Μαρίκα και δυο άλλες γυναίκες κόβαμε εισιτήρια. «Έφυγες και δεν πρόλαβα να ρωτήσω τ’ όνομά σου. Εγώ είμαι ο Ευθύμης» «Μάρθα». «Μάρθα πήδα στην μηχανή και πάμε να παρακολουθήσεις το συναρπαστικότερο θέαμα της ζωής σου!» «Μα ούτε που σε ξέρω. Θα με ψάχνουν οι δικοί μου». «Με ξέρεις. Σε μισή ώρα θα είμαστε πίσω. Πες ότι περίμενες στην ουρά για λουκουμάδες», μου χαμογέλασε.
Πίσω από ένα εγκαταλελειμμένο χοιροστάσιο χαλάει ο κόσμος. Μηχανές με κομμένες εξατμίσεις μαρσάρουν, φρένα στριγγλίζουν, σκόνη και άναρθρες κραυγές. «Καλωσόρισες στον Γύρο του Θανάτου, μικρή», μου λέει ο Ευθύμης παρκάροντας την μηχανή. Πιάνει το χέρι μου και τρέχουμε προς τα κει που είχε μαζευτεί ο περισσότερος κόσμος. Μπαίνουμε σ’ ένα τεράστιο ξύλινο βαρέλι και σκαρφαλώνουμε στην κορυφή. Στριμωχνόμαστε όρθιοι, άκρη άκρη, γύρω από το χείλος, κρατώντας σφιχτά τα κιγκλιδώματα. Μουσική εκκωφαντική από τα μεγάφωνα καταπίνει τους ήχους ενώ μυρίζει βενζίνη και καμένο λάστιχο. Οι θεατές ιδρωμένοι και εκστατικοί, ανυπομονούν. Κοιτάω κάτω, στον πάτο του βαρελιού. Πρώτα έρχεται ο ήχος, σπασμένος σαν μοτέρ που βήχει. Το ξύλο κάτω από τα πόδια μου τρέμει. Ο άνδρας καβάλα στη μηχανή χαιρετά το πλήθος και κάνει τον σταυρό του. Η μηχανή ανεβαίνει στον τοίχο σαν να μην υπάρχει βαρύτητα με μια κυκλική επιμονή σαν να πείθει το βαρέλι να την δεχτεί. Ο αναβάτης γίνεται γραμμή, μετά σκιά, μετά κάτι που δεν έχει πια βάρος. Περιστρέφεται ιλιγγιωδώς στην κοιλιά του κυλίνδρου ακολουθώντας την φυγόκεντρο. Πανδαιμόνιο. Το ξύλο βογκάει και οι θεατές ουρλιάζουν. Ο οδηγός ανεβαίνει τα τοιχώματα απότομα, κάνοντας κύκλους στο κενό. Φτάνει στο χείλος του βαρελιού, μια ανάσα από τους θεατές. Ξαφνικά αφήνει τα χέρια από το τιμόνι και τα σηκώνει ψηλά στον αέρα. Το κοινό παραληρεί. Σφίγγω το χέρι του Ευθύμη και ψάχνω να συναντήσω το βλέμμα του. Τζάμπα κόπος, δεν είναι εκεί μαζί μου, πρέπει να στροβιλίζεται και αυτός μες στο βαρέλι. Είδαμε την παράσταση τρεις φορές. Την υπόλοιπη βραδιά ήταν λιγομίλητος και σκεφτικός.
Γυρίσαμε στην αλάνα του τσίρκου ξημερώματα. Την στιγμή εκείνη δεν με ενδιέφερε πια τίποτα άλλο. Θα τον ακολουθούσα ως την άκρη της γης. Το τσίρκο είχε αδειάσει από θεατές ενώ μερικοί εργάτες ξέστηναν την σκηνή και φόρτωναν τα τροχόσπιτα. «Ξέρεις Μάρθα βαρέθηκα να κάνω τον μπράβο. Ήρθε η στιγμή μου. Έχω προπονηθεί σκληρά. Είμαι έτοιμος» είπε ξερά. «Τι εννοείς;», τον ρώτησα. «Θα φύγω. Θα ακολουθήσω το τσίρκο. Όπου πάει αυτό, πάντα λίγο πιο πέρα, είναι και το βαρέλι. Θα τους πω να με δοκιμάσουν, θα τα καταφέρω». Περίμενα να με κοιτάξει. Να μου πει να πάω μαζί του, έστω να τον περιμένω. Τίποτα. Έσκυψε και με φίλησε και μετά ανέβηκε στην μηχανή του. «Να έρθεις να με δεις όταν γίνω διάσημος. Ναι μικρή μου;» είπε και χάθηκε μαρσάροντας. Δεν τον ξαναείδα ποτέ.
«Μα γιαγιά, είπες ότι ήταν η προτελευταία φορά που ράγισε η καρδιά σου…» βρήκα μόνο να της πω. «Η τελευταία φορά παιδί μου, ήταν όταν διάβασα για τον μοιραίο τραυματισμό του» απάντησε ανοίγοντας το πρώτο συρτάρι του σκρίνιου. Με προσοχή έβγαλε έξω ένα διπλωμένο απόκομμα εφημερίδας και το έσφιξε στο στήθος της.
Η Μάιρα Λάττα γεννήθηκε στην Καρδίτσα και ζει στην Αθήνα. Έχει πτυχίο Αγγλικής Φιλολογίας από το ΕΚΠΑ και μεταπτυχιακό τίτλο «Εκπαίδευση και Πολιτισμός» από το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει πολύχρονη επαγγελματική εμπειρία στους κλάδους της εκπαίδευσης και μετάφρασης. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί στα λογοτεχνικά ηλεκτρονικά περιοδικά Φρέαρ, Χάρτης, Marginalia, Μονόκλ, Φράκταλ.
