
Και όταν πια ξύπνησε
δεν μπορούσε να καταλάβει
αν ήταν παπαγάλος που είχε ονειρευτεί
πως ήταν άνθρωπος
ή αν ήταν άνθρωπος
που ονειρεύτηκε
πως ήταν παπαγάλος.
Παρόμοια θέματα
απασχόλησαν
τον Κινέζο φιλόσοφο
Γουάν Τζου.*
[Να διαβαστεί με την μουσική υπόκρουση των
Radiohead, No Surprises. Και όμως.]
Σκέπασε το κλουβί, το τοποθέτησε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Φρόντισε να το δέσει με τις ζώνες ασφαλείας, κυρίως επειδή η ζωή στις πόλεις έγινε ξέφρενη και αυτό δεν αφήνει ανεπηρέαστη την κίνηση των οχημάτων. Καθημερινά δεκάδες άνθρωποι πέφτουν θύματα τρομερών μοτοσικλετών και αιμοβόρων αυτοκινήτων, οι εφημερίδες αφθονούν με τηλεγραφικές ειδήσεις σχετικά. “Τρεις τραυματίες σε σφοδρή σύγκρουση”, “απεγκλωβίστηκε ο οδηγός με τη βοήθεια της πυροσβεστικής”, “τρέχουν εδώ, Παναγία βόηθα, όλη νύχτα ακούμε που γκαζώνουν” και άλλα τέτοια σε μαρτυρίες από σοβαρά ρεπορτάζ. Αυτοψίες τα λένε τώρα και έχουν επένδυση μουσική, εξόχως σοβαρή.
Για μια στιγμή, όσο κρατάει το κόκκινο του φαναριού φαντάστηκε τον Αντώνη του, τον Αντώνη τον παπαγάλο να ψυχορραγεί στην άσφαλτο. Βέβαια ο Αντώνης είναι πουλί και σε μια τέτοια περίσταση θα μπορούσε να πετάξει. Και ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Ο Αντώνης σάλεψε μες στο κλουβί του, “φαίνεται πως διαβάζει τη σκέψη μου”, είπε και τα κορναρίσματα, διανθισμένα με λέξεις οικουμενικές πια, βγαλμένες από την πιο λαϊκότροπη αφήγηση της ανυπομονησίας μας, τον επανέφεραν.
Οδήγησε μηχανικά, περνώντας από τα ίδια μέρη. Στρίβοντας στον ίδιο δρόμο, αποφεύγοντας την ίδια λακκούβα που βαθαίνει διαρκώς. Ότι και αν κάνουν οι υπηρεσίες αυτή χάσκει εκεί στη μέση του οδοστρώματος. Ένα κόκκινο φανάρι, λες και πρόκειται για κάποιον ύφαλο που πρέπει να προσέχουν τα καράβια, στολίζει το σημείο. Και οι οδηγοί περνούν επιδέξια τριγύρω της και αναβοσβήνουν μαζί της, σε μια συμφωνία κόκκινου χρώματος. Παλιά, όταν ήθελαν να παραστήσουν κάποιον για θεό, τον βάφανε με κόκκινο χρώμα.
Ακολούθησε τη διαδρομή όπως ακριβώς τη θυμόταν. Το μέλλον αργεί στα αλήθεια να έρθει ή πάλι μες σε αυτή τη ζούγκλα μπορεί κανείς με απόλυτη ανασφάλεια να ισχυριστεί πως είναι ένα ατέλειωτο παρόν. Του φάνηκε ωραίος ο λογισμός του.
Κάποιος αναχωρούσε, γρήγορα αντανακλαστικά, αλάρμ, βιαστικές μανούβρες, δυο τρεις που περιμένουν δεν δυσανασχετούν. Όλοι είναι κουρασμένοι στην πόλη. Ο Αντώνης δεν έχει σαλέψει μήτε στιγμή. Παίρνει το κλουβί και ανηφορίζει ως την είσοδο της πολυκατοικίας. Έτος κατασκευής 1972, μωσαϊκό και μαρμάρινη τοιχοποιία και ίσως κάπως ενδιαφέρουσα στιγμή αστικού μοντερνισμού. Τέσσερις όροφοι που τραβούν μες στα χρόνια, με τις πανομοιότυπες, πράσινες τέντες και τις βουκαμβίλιες τους που κρέμονται στο κοινό. Και την ιστορία τους γραμμένη στους τοίχους και τα κλιμακοστάσια, φιλτραρισμένα όλα μέσα από το σιγαστήρα της συνήθειας. Ο κύριος Μπέκετ σπανίως έκανε λάθος σε παρόμοια πράγματα.
Κρέμασε το κλουβί στην γνώριμη θέση. Έλεγξε το καρφί από κάποια διαστροφή. Ζέστανε το γρήγορο μικρογεύμα του, έβαλε την τηλεόραση να παίζει δίχως ήχο. Στην οθόνη ένα ζευγάρι κακοποιών αποχωρεί από τη σκηνή πυροβολώντας. Εκείνος κρεμασμένος από την πόρτα του συνοδηγού και εκείνη γαντζωμένη στο βολάν, περνώντας με φόρα από όλα τα εμπόδια. Για ζώνες και τα ρέστα ούτε λόγος , είπε μονάχος του και έβαλε τα γέλια.
Μα του φάνηκε τόσο μελαγχολικό να γελάει κανείς μόνος του και σαν να ντράπηκε, επικεντρώθηκε στο γεύμα του. Ο Αντώνης τον κοιτούσε ακίνητος. Ανοιγόκλεινε το ράμφος του κάθε τόσο, σαν να ήθελε κάτι πολύ σημαντικό να πει μα δίσταζε. Ίσως φταίει η αβιταμίνωση. Ο κτηνίατρος το είπε ξεκάθαρα, δεν του αρέσουν άλλωστε οι περιστροφές. “Ο Αντώνης πάσχει από αβιταμίνωση, η κατάστασή του είναι κρίσιμη”. Πού να φανταστεί πως ο αγαπημένος του παπαγάλος, ο Αντώνης του θα έπεφτε θύμα κακής ποιότητας σπόρων. Μα πουθενά δεν μπορεί πια να δείξει εμπιστοσύνη κανείς;
Θύμωσε λιγάκι, είχε ξεχάσει πώς είναι. Άφησε το γεύμα του στην άκρη. Θυμήθηκε τα λόγια του ιατρού. Ξανά και ξανά έπαιζαν λούπα μες στο κεφάλι του. “Αβιταμίνωση, μελαγχολία, κρίσιμη κατάσταση, κρίσιμη, κρίσιμη, κρίσιμη”. Έπρεπε κάτι να κάνει. Να γυρέψει δεύτερη και τρίτη και τέταρτη, γιατί όχι γνώμη. Εδώ βρισκόμαστε στην καρδιά της Αναγέννησης, αμφισβητούμε τις αυθεντίες, πάνε, τέλειωσαν αυτές. Κανείς δεν ξέρει το παραμικρό για τη ζωή και το μέλλον μπορεί να φέρει τα πάντα.
Με τις σκέψεις του αποκοιμήθηκε, όσο το ζευγάρι στην οθόνη θρηνούσε την απώλεια ενός καλού φίλου, συνεργού δηλαδή. Φαίνεται πως το πράμα τέλειωνε, οι σκηνές εναλλάσσονταν με τα καταδιωκτικά που πλησίαζαν. Αφήστε δε που ο πρωταγωνιστής φέρει ένα διαμπερές τραύμα στο ύψος του μηρού. Έχουν πετύχει το μακιγιάζ και τον έχουν κάνει όσο χλομό πρέπει. Φαίνεται πως το κορίτσι θα μείνει μόνο μαζί με περίπου δέκα εκατομμύρια δολάρια κάπου κοντά στα σύνορα με το Μεξικό.
Ο Αντώνης ανοιγόκλεισε το στόμα του δυο φορές, τέντωσε τα φτερά του. Άρχισε να φτερουγίζει μες στο κλουβί του, χαλούσε τον κόσμο. Ο άλλος ξύπνησε, σάστισε, το πουλί είχε αγριέψει μες στο κλουβί, χτυπούσε με το ράμφος του τα λεπτά κιγκλιδώματα, ταρακουνούσε τις ποτίστρες, οι σπόροι πέφτανε χάμω. Ήταν παραδομένο σε κάποιο είδος πυρετού, σκέφτηκε. Ίσως να πρόκειται για μια συνέπεια της κατάστασής του. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή το πουλί ησύχασε και έσκυψε ακίνητο το κεφάλι του. Δεν θα μπορούσε να πει ποτέ σε εκείνον τον άνθρωπο πως όντως πάσχει από αβιταμίνωση. Μονάχα που για αυτόν η λύση βρίσκεται εκεί ψηλά. Οι βιταμίνες που του λείπουν περιέχουν μια γενναία ποσότητα ουρανού, αυτό είναι όλο.
Το επόμενο πρωινό έβγαλε το κλουβί έξω στη βεράντα. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και το χθεσινοβραδινό συμβάν είχε ξεχαστεί. Ο Αντώνης έτρωγε τους σπόρους του, διαλέγοντας τα καλύτερα κομμάτια. Μα είχε στο νου του το πορτάκι που κρατιόταν από έναν τόσο δα σπάγκο. Πάει να πει, έκανε πως τρώει μα εκείνος είχε από καιρό πάρει απόφαση να διεκδικήσει μονάχος του την ελευθερία που του στερούσαν. Είχε παρατηρήσει το πορτάκι και είχε μάθει τον τρόπο για να τα ανοίγει. Ήταν επιδέξιος με το ράμφος του και το ‘χε πάρει από καιρό απόφαση.
Μόλις έμεινε μονάχος τράβηξε το μικρό σπάγκο, άνοιξε το πορτάκι, έριξε μια ματιά ψηλά πάνω, άνοιξε τα φτερά του και έμεινε εκεί ως Φοίνικας για μια στιγμή. Ίσως σκέφτηκε πως εκεί έξω, κάποιος φροντίζει να λερώνει το θάμπος της ζωής.
Προτού ο άλλος προλάβει ο Αντώνης έπεσε στο κενό και έπειτα αναδύθηκε με το δυνατό τίναγμα των φτερών του. Πέταξε δυνατά για να προσγειωθεί στην απέναντι ταράτσα. Έπειτα σε μια άλλη και πάλι πίσω και μετά έφερνε γύρους στο κενό και βουτούσε και επέστρεφε ακριβώς εκεί στο πορτάκι. Έπαιρνε μερικούς σπόρους και πάλι ξεχυνόταν σαν παιδί που δεν μπορεί να σταματήσει να παίζει, μονάχα έρχεται για ένα χάδι και ευθύς ρίχνεται μες στην αθωότητα της ζωής του.
Ο άλλος αντιλήφθηκε το συμβολισμό της σκηνής. Βρισκόταν στο σαλόνι και εντυπωσιασμένος παρακολουθούσε τον Αντώνη που έφευγε και ερχόταν, πιο ευτυχισμένος από ποτέ, με ολοζώντανα, ερευνητικά μάτια. Τηλεφώνησε στον ιατρό. “Ο Αντώνης, ξέρετε, δεν πάσχει από αβιταμίνωση. Κάνατε λάθος, ένα τρομερό λάθος. Χρειαζόταν λίγη ελευθερία. Ιατρέ, να δείτε με τι υπέροχο τρόπο, με τι σθένος μοναδικό, πήρε μπρος η αρχαία ζωή. Τι μυστήριο παλιό”. Είπε και άλλες λέξεις, λέξεις που δεν λέμε πια. Και έκλεισε ευτυχισμένος που δεν έδεσε πιο γερά εκείνο το πορτάκι.
*”Η τέχνη του στίχου”, Η μεταφορά,
Μπόρχες
[Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2006]
Α.Θ
