
Όταν δεν κατέβαινε στην πόλη για προμήθειες, ο Ντμίτρι Στόγιαν περνούσε τα απογεύματα στην καλύβα του, στην έξοδο μιας επαρχιακής πολίχνης από αυτές τις παγωμένες του βορρά. Ξόδευε πολύ χρόνο μπροστά σε ένα ανεμοδαρμένο παράθυρο, καθισμένος στο αυτοσχέδιο γραφείο του. Καμιά φορά, σήκωνε το κεφάλι και χάζευε τη λευκή έκταση, που είχε διασχίσει πριν χρόνια, για να φθάσει στην περιοχή με ένα έλκηθρο και μια ντουζίνα φωνακλάδικα σκυλιά. Τόσο το έλκηθρο όσο και τα σκυλιά πουλήθηκαν την πρώτη μέρα, λίγο πριν νοικιαστεί η καλύβα. Σε αυτό το καινούργιο σπίτι, ο χρόνος άρχισε να κυλά παράλληλα με μια ασκητική ρουτίνα, ικανή να εξοντώσει οποιονδήποτε δεν ήταν τόσο καλά εκπαιδευμένος στη μοναξιά όσο ο Ντμίτρι Στόγιαν. Απόδειξη για τη σκληρή του ιδιοσυγκρασία είναι το γεγονός ότι δέκα χρόνια μετά δεν είχε να επιδείξει ούτε έναν φίλο στην περιοχή. Άλλωστε, σύμφωνα με μαρτυρίες, κανείς δεν προσκλήθηκε για λίγη κουβέντα και ένα ποτήρι akavit μπροστά στη σόμπα, ή στα σκαλοπάτια της καλύβας εκείνες τις ατέλειωτες ημέρες στην πολίχνη -Ίμποργκ, όπου ο ήλιος ξεχνάει να δύσει. Από την άλλη, μια φορά στις δέκα πέντε μέρες, ο ξένος διέσχιζε τον κεντρικό δρόμο της πόλης, έγνεφε στους άντρες, στεκόταν διακριτικά στις εισόδους των καταστημάτων, παραχωρούσε προτεραιότητα σε γυναίκες, γέροντες, σκυλιά και παιδιά, ψώνιζε τα απολύτως απαραίτητα κι εξαφανιζόταν μέχρι την επόμενη φορά. Έχοντας αποφασίσει ότι χρειαζόταν μια επαγγελματική ιδιότητα, σκάλιζε μικρά ανδρείκελα σε κομμάτια ξύλου και τα πουλούσε στον συνήθως έρημο σιδηροδρομικό σταθμό της περιοχής. Αργότερα, κατανικώντας μια έντονη δυσθυμία, θέλησε να επιδείξει υποτυπώδη κοινωνική δραστηριότητα κι άρχισε να παρακολουθεί τις κυριακάτικες λειτουργίες μιας λουθηρανικής εκκλησίας, στην οποία κατέφθανε πάντα καθυστερημένος, για να καθίσει στην άκρη ενός ξύλινου πάγκου, από την πλευρά του διαδρόμου και πολύ κοντά στην έξοδο. Έφευγε ανακουφισμένος λίγο πριν από το σχόλασμα, έχοντας σιγουρευτεί ότι η παρουσία του έγινε αντιληπτή. Κατά τα άλλα, οι ντόπιοι ορκίζονταν ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ο δεινότερος πεζοπόρος της περιοχής, αλλά δυσκολεύονταν να κρύψουν την αμηχανία τους όσες φορές τον συναντούσαν στο δάσος. Δεν ήταν τόσο οι ανεπαίσθητες υποκλίσεις του πριν παραμερίσει για να ανοίξει δρόμο στο μονοπάτι, δεν ήταν ο τρόπος που απέφευγε να τους κοιτάξει στα μάτια, όσο εκείνη η αγχώδης βιασύνη να εξαφανιστεί και οι συνεχείς αρνήσεις να καθίσει μαζί τους στην υπαίθρια ταβέρνα μετά από την κυριακάτικη βόλτα στο δάσος.
Εντάξει, ο Ντμίτρι Στόγιαν ήταν ξεπαγιασμένος, υπερβολικά φτωχός και ολομόναχος, πράγμα ξεκάθαρο, όσο και το γεγονός ότι δεν είχε καμιά πρόθεση να κάνει το παραμικρό για όλα αυτά. Ωστόσο, παρακολουθώντας αυτόν τον μεσήλικα να διασχίζει τον κεντρικό δρόμο της πόλης, με ένα μακρύ παλτό, άγαρμπα κρεμασμένο στο σώμα του, ή να πουλάει χειροτεχνήματα στον σιδηροδρομικό σταθμό, οι άνθρωποι αναζητούσαν νομίσματα για να τον ελεήσουν, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν σκέφτονταν κάτι παραπάνω για αυτόν.
Η σημαντικότερη αλλαγή στη ζωή του έγινε την εποχή της μεγάλης διαρροής. Εκείνες τις μέρες, χιλιάδες απόρρητα έγγραφα, προερχόμενα από επτασφράγιστα αρχεία, είχαν διαρρεύσει και αναρτηθεί σε κοινή θέα στο διαδίκτυο. Κι ενόσω, ο κόσμος γύρω του ήταν ανάστατος από τις αποκαλύψεις, ο ίδιος περπατούσε στο δάσος κρατώντας ένα μικρό καλάθι γεμάτο φρέσκα βατόμουρα. Πιθανότατα, ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην καλύβα και να απολαύσει μια και μοναδική μέρα αργίας, την οποία θα περνούσε δίπλα στη σόμπα∙ αργοπίνοντας σναπ και δοκιμάζοντας μικρές μπουκιές από την εορταστική τάρτα με φρούτα του δάσους, που σκόπευε να ψήσει. Όμως, καθώς τα σκεφτόταν αυτά, το κλάμα ενός κουταβιού ακούστηκε μέσα στα βάτα, λίγα μέτρα πιο πέρα. Ο Αλεξέι, ήταν ακόμα πολύ μικρός. Μολονότι, οι πιθανότητες φάνταζαν μηδαμινές, το γεγονός της οριστικής επιβίωσής του απέκτησε στα μάτια του Στόγιαν διαστάσεις μικρού θαύματος, που συντελέστηκε αργά-αργά στη μέση της καλύβας, ενόσω ο ίδιος σκαρφιζόταν τρόπους, για να βοηθήσει το ζώο να τραφεί. Στη συνέχεια, οι δυο τους άρχισαν να περνούν ατέλειωτες ώρες μπροστά στο ανεμοδαρμένο παράθυρο∙ εκείνος σκυφτός στο λάπτοπ και το κουτάβι κουλουριασμένο στο δεξί του πόδι. Πιθανότατα, αυτή η ζεστή, ξεχασμένη αίσθηση της αφής παρακίνησε τον Στόγιαν να δεχτεί αλλαγές τις οποίες το προηγούμενο διάστημα θεωρούσε ανήκουστες. Στο μεταξύ, η εντύπωση των ανθρώπων για το άτομό του άρχισε να αλλάζει, όχι τόσο λόγω της εικόνας του, καθώς διέσχιζε τον κεντρικό δρόμο ακολουθούμενος από ένα κουτάβι (πράγμα που τον έκανε να φαντάζει σχεδόν φυσιολογικός), όσο αναφορικά με τη συμπεριφορά του, αφού η διάθεσή του για συναναστροφή αυξήθηκε εντυπωσιακά, σαν η ζεστασιά της καινούργιας επικοινωνίας να του είχε ανοίξει την όρεξη. Στο κάτω κάτω, ύστερα από δεκαετίες διαφυγής, ο Ντμίτρι Στόγιαν πίστευε ακλόνητα στην ικανότητά του να παραμένει ασύλληπτος. Ή τουλάχιστον, έτσι ισχυριζόταν στις συζητήσεις με τον εαυτό του, αρνούμενος να παραδεχτεί ότι η μοναξιά τον είχε καταβάλλει και ότι αυτή η καινούργια, η τόσο απροσδόκητα αφυπνισμένη ανάγκη άρχισε στο τέλος να υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου συναισθήματος. Και κάπως έτσι, ενόσω το τρυφερό κουτάβι κούρνιαζε στο δεξί του πόδι, όλο και πιο συχνά, στις διαδικτυακές επικοινωνίες, παρέλειπε υπαινικτικές διατυπώσεις και συνθηματικές εκφορές επιβεβλημένες από τη συνωμοτική ιδιοσυγκρασία όσων περνούν μεγάλο μέρος της ζωής τους στην παρανομία.
Κατά τα άλλα, ήταν οι πρώτες μέρες μιας ιδιαίτερα ψυχρής άνοιξης. Είχε προηγηθεί η αναστάτωση της δεύτερης μεγάλης διαρροής, η οποία συζητιόταν έντονα. Σε ανύποπτο χρόνο, ένα περιπολικό διέσχισε τον κεντρικό δρόμο της πολίχνης και κατευθύνθηκε προς τον σιδηροδρομικό σταθμό. Οι αυτόπτες, είπαν ότι ο μικρός Αλεξέι τριπόδιζε δίπλα στο αυτοκίνητο με τα αυτιά σηκωμένα και βλέμμα στραμμένο στο πίσω δεξί παράθυρο, από όπου ο Ντμίτρι Στόγιαν έσκυψε και τον χαιρέτησε, αφήνοντας να φανούν οι χειροπέδες στους καρπούς του.
Η Κυριακή Σαμπατακάκη κατάγεται από την Λακωνία. Σπούδασε στο ΕΚΠΑ και εργάζεται στη δημόσια τηλεόραση (Ε.Ρ.Τ.), στην επιμέλεια και τον προγραμματισμό ζωνών ελληνικού κινηματογράφου. Έχει δημοσιεύσει διηγήματα σε έντυπα και διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά”.
