
Τόσος ήταν ο έρωτας
που πέσανε χάμω
τα μπαλκόνια
να σκοτωθούν,
στο Λαύριο
και αλλού
Εργάκι που ήθελε να γίνει κωμωδία
μα δεν τα έφερε έτσι η ζωή.
Και τώρα επιδίδεται εις διόλου
μεθοδική διερεύνηση
των βλαβερών αιτιών
του έρωτος
σε σώματα και
σε καρδιές
Οδηγίες
[Στο μοντέρνο σαλόνι του, ένα ζευγάρι περνά το σαββατόβραδο. Είναι εκείνη η ώρα της νύχτας, όταν νωρίς, θαρρείς από αντίδραση ο κόσμος ζει την τελευταία ακμή της μέρας. Λέει αντίο και δοσμένος στις προσωπικές στιγμές και τις ασχολίες ανακαλεί τα λάθη και τα σωστά της περιπέτειας.
Εκείνη, πανέμορφη, ντυμένη επίσημα με ένα πολύ τολμηρό φουστάνι. Καπνίζει νευρική, κάθεται σταυροπόδι και όλο κουνά τα πόδια της. Μια τηλεόραση παίζει βουβή και καθρεφτίζεται παντού στη σκηνή. Πρόσωπα της ρουτίνας διαβαίνουν τους δέκτες, περνούν και χάνονται.
Εκείνος κάθεται καλοντυμένος. Κάθε τόσο κοιτάζει το ρολόι του, το γιακά του σουλουπώνει που είναι αψεγάδιαστος όσο και αν επιμένει. Οι πολύχρωμοι καναπέδες, τα πολύχρωμα ρούχα, οι πολύχρωμες καρδιές τους, όλα προσδίδουν στην ατμόσφαιρα κάτι το ευτυχισμένο. Κάθε τόσο ακούγονται εκκωφαντικοί ήχοι της πόλης. Έπειτα χάνονται ακριβώς όπως συμβαίνει με τον ξαφνικό αναβάτη που μες στη νύχτα, άγνωστο για ποια αιτία, τρέχει κάτι να προλάβει. Όλα τα άλλα που δεν θα σας πουν αυτές οι σκηνικές οδηγίες αφορούν τους δυο τους. Η ζωή τους ξοδεύεται μα δεν το ξέρουν. Οι καρδιές τους σφίγγονται, δεν το λένε. Διασχίζουν τα χρόνια, περνώντας σύριζα από τις δυστυχίες. Μα όλα αυτά δεν αφορούν καθόλου αυτό το έργο που θέλησε να είναι κωμικό, δίχως να τα καταφέρει. Αρκετά λυπηθήκαμε μες στις ζωές μας, ας φυλάξουμε, λέει την ποίηση για να ζεστάνει τις ψυχούλες μας. Ω, με αυτά τα υποκοριστικά πώς μεγαλώνει ο κόσμος, λίγο ακόμη. Ή ο κόσμος. Μ’αφήστε τα όλα ετούτα. Σημασία έχει το γινάτι του νεαρού άνδρα. Βάλθηκε λέει να αρνηθεί τον έρωτα. Θέλει λέει, να προχωρήσει το δεσμό τους σε ένα άλλο επίπεδο, υπαρξιακό. Όμως, εκείνη, η Μπιάνκα, δεν είναι ότι φέρεται επιφανειακά, είναι που της λείπει η αγάπη, κάθε μέρα, της λείπει η αγάπη. Μέσα της πενθεί μα αυτό είναι δύσκολο να φανερωθεί επί σκηνής, αν δεν έχει τη θέληση ο χαρακτήρας. Και αν οι λέξεις δεν θέλουν προς τα ‘κει να σε πάνε. Εκείνον τον λένε Φιλίπ. Η Μπιάνκα μιλά. Ο έρωτας που τους διαλύει δεν έχει γυρισμό. ]
ΕΡΓΟ
Μπιάνκα: (κάτι δείχνει στην τηλεόραση, έπειτα κοιτάζει τον Φιλίπ. Αυτός συμβουλεύεται το ρολόι του) Δεν είναι χαριτωμένοι;
Φιλίπ: (με απορία, σαν να επιστρέφει από κάπου μακριά) Μα ποιοι;, Α, ναι! Χαριτωμένοι! Και λίγα λες!
Μπιάνκα: (πειραγμένη) Βάζω στοίχημα πως δεν ακούσατε λέξη απ’´όσα είπα, κύριε Φιλίπ. Λέω αλήθεια; (δεν τον κοιτάζει ούτε μια στάλα)
Φιλίπ: Κάνεις λάθος. Πάντα σ’ακούω. Και άλλωστε τι άλλο υπάρχει ανάμεσά μας, για να μην μπορέσω;
Μπιάνκα: (ειρωνικά) Μα πώς το ξέχασα! Είμαι αδικαιολόγητη, Φιλίπ…
Φιλίπ: Είσαι χυδαία.
Μπιάνκα: Εγώ; Χυδαία; Μα νομίζω πως μπορεί κανείς να με κατηγορήσει για πολλά πράγματα. Όμως η χυδαιότητα, σε ανθρώπους σαν και εμένα δεν χωρεί.
Φιλίπ: Και τι συμβαίνει με ανθρώπους όπως εσύ;
Μπιάνκα: Συμβαίνει πως όταν κοιτάζουμε τον άλλο στα μάτια, δεν του κρύβουμε τίποτε. Αυτό σημαίνει όλο και όλο (τον κοιτάζει με νόημα)
Φιλίπ: Ξέρω καλά πού το πας. Όμως, σκέψου, (την πλησιάζει, εκείνη τσακίζει μια στάλα, ρίχνοντας τα βλέφαρα για μια μόνο στιγμή), μια τέτοια απόφαση θα μας δέσει περισσότερο. Την αγάπη μας δηλαδή, θα την κάνει καλύτερη.
Μπιάνκα: (διστακτικά γλυκά ή και αθώα) Θα την κάνει; Επειδή, εμένα μου λείπεις.
Φιλίπ: (τη διώχνει με τρόπο από πάνω του) Ω Μπιάνκα, πώς μπορείς να μην αντέχεις; Είναι όλο και όλο μια δοκιμή. Αν τα καταφέρουμε, τότε ανάμεσαά μας υπάρχουν πολλά περισσότερα πράγματα, από τις αισθήσεις.
Μπιάνκα: (θυμωμένα, του αρπάζει το πρόσωπο με τα δυο της χέρια, σαν να θέλει να διαπιστώσει πως ζει) Μα εγώ θέλω την αίσθηση κύριε Φιλίπ. Δεν θέλω δοκιμές, ναυτικούς κόμπους και τα ρέστα. Θέλω μόνο τον έρωτα, απλόχερα, αδιαπραγμάτευτα. Ασύδοτα. (απογοητευμένη) Μα εσύ, γυρεύεις την ομορφιά, παντού ρωτάς ενώ στ’αλήθεια να την σκοτώσεις θέλεις, να την σκοτώσεις θέλεις χαζέ, κύριε Φιλίπ!
Φιλίπ: (με την αυτοπεποίθησή του κλονισμένη) Ο Ζακ και η Μπεά τα καταφέρανε. Έναν ολόκληρο μήνα και δεν αγγίξανε ο ένας τον άλλον. Μου τα ‘λεγε ο Ζακ. Τώρα η αγάπη τους βάθυνε. Δεν είναι σπουδαίο κάτι τέτοιο Μπιάνκα;
Μπιάνκα: Να τους πεις να προσέχουν μην τύχει και πνιγούν. Τα ‘χει αυτά ο βυθός, κύριε Φιλίπ. Και τις καρδιές τους, θυμήσου να τους πεις, πως θα πρέπει να τις φυλάνε.
(Η πόρτα χτυπά. Οι δυο τους απορούν. Η Μπιάνκα σηκώνεται, ισιώνει το φόρεμά της, διορθώνει κάτι στο κραγιόν της ή δοκιμάζει μια γουλιά υδράργυρο από την κορνίζα του δεσποτικού καθρέφτη της και ανοίγει. Απέναντί της ένας νεαρός πωλητής. Είναι εξαντλημένος, μικρές βροχές τον σκεπάσανε και τώρα το σώμα του τις ανασαίνει. Είναι πανέμορφος σαν τους λαϊκούς Τάτζιο με τα καλοκαιρινά τους τα κοστούμάκια στα φιλμ της παλιάς Κριμαίας. Μόνο πιο σωματώδης.)
Νεαρός: (με ευγενικό χαμόγελο) Δεν γνωρίζετε πόσο τυχερός είστε!
Φιλίπ: Δεν θέλουμε φίλε (κάνει να κλείσει την πόρτα)
Νεαρός: Δεν καταλάβατε. Ίσως να μην σας εξήγησαν.
Μπιάνκα: Περί τίνος πρόκειται;
Νεαρός: Εμείς κύριε πουλάμε το ελιξήριο της αιωνιότητος (εμπιστευτικά, έπειτα κοιτάζει την κοπέλα, μοιάζει να την θέλει)
Φιλίπ: Τι μου λέτε;
Νεαρός: Βεβαίως! Ένα μόνο φράγκο, τόσο κοστίζει η επιβίωσή σας.
Μπιάνκα: (με τρόπο)Ποιος θέλει να ζήσει κύριέ μου για πάντα; Πιάστε καμιά καινούρια ιδέα, η ζωή είναι ανυπόφορη (δίχως λόγο τον φιλά στο λαιμό, τόσο απαλά, εκείνος σαν να σαλεύει από έναν άνεμο ξαφνικό το χαρτονένιο φύλλο. Τον σπρώχνει και κλείνει την πόρτα αράθυμα.)
Νεαρός: Δεν έχετε και άδικο. Στο διάβολο όλα αυτά, θα γίνω αεροπόρος (και ευθύς χάνεται σαν να πετά. Η κοπέλα κάνει να κλείσει την πόρτα, κάτι την εμποδίζει. Ένα κορίτσι σκέτος πειρασμός)
Κορίτσι: Σας πρόλαβα! Τι καλά! (είναι ντυμένη αποκαλυπτικά, η Μπιάνκα την κοιτάζει σαν κάτι το αξιοσημείωτο.)
Μπιάνκα: Όπως το ερμηνεύσει κανείς.
Κορίτσι: Μα και εσείς, για εκατό χιλιάδες φράγκα ή για όλο το χρυσάφι του κόσμου, λυπηθείτε με. Σεργιανάω από το πρωί, έχω χάσει το κουράγιο μου. Μάνα είστε και εσείς. Δεν έχω καιρό για τέτοια. Είναι εδώ ο σύζυγος; Μπορώ να του μιλήσω;
Μπιάνκα:(δυνατά) Φιλίπ! Φιλίπ! Σε ζητούν!
Φιλίπ: (κοιτάζει το κορίτσι διεξοδικά) Πώς μπορούμε να σας βοηθήσουμε;
Κορίτσι: Να μιλήσουμε κάπου ιδιαίτερα;
Φιλίπ: Μετά από εσάς…
(οι δυο τους φεύγουν, για λίγο το σαλονάκι τρέμει. Έπειτα η πόρτα χτυπά, ο Φιλίπ πηγαίνει να δει. Αντικρίζει το κορίτσι και σαστίζει. Η Μπιάνκα κοιτάζει, όχι δίχως ζήλια)
Φιλίπ: Μα Μπιάνκα, δεν μου ‘πες ότι έφτασε στην πόρτα μας ένα αληθινό λουλούδι; Γιατί δεν μου το είπες; (το κορίτσι γελάει , κοκκινίζει και έπειτα μια φωνή. “Κατρίν, Κατρίν!” Το κορίτσι χάνεται, η καρδιά του Φιλίπ πάει να σπάσει)
Μπιάνκα: Βάζω στοίχημα πως την ερωτεύτηκες.
Φιλίπ: Θα χάσεις.
Μπιάνκα: Ποτέ δεν χάνω.
Φιλίπ: Και όμως, αυτή τη φορά.
(Η Μπιάνκα χορεύει δίχως αιτία. Στη μικρή οθόνη υπέροχα κορίτσια από το περσινό κιόλας καλοκαίρι. Στα μάτια τους έχουν ολόκληρο ψηφιδωτά, θα τα’βρει η σκαπάνη του αρχαιολόγου αρκετά χρόνια μετά. Ο Φιλίπ αναγκάζεται να συνθηκολογήσει. Το κορίτσι χορεύει και τον κοιτάζει και έχουν χαμηλώσει τα φώτα και οι αντιστάσεις στη σκηνή. Και κάτι κυλά υπόγεια, μια κοινή παραδοχή, η βεβαιότητα, ας πούμε των σωμάτων)
Φιλίπ: Δεν αντέχω άλλο!
Μπιάνκα: Το ξέρω.
Φιλίπ: Εννοώ τον τρόπο σου!
Μπιάνκα: (χορεύει όλο και πιο αισθαντικά) Το ξέρω.
Φιλίπ: Σκέφτομαι διάφορα…
Μπιάνκα: Κάνει να μου πεις; (η Μπιάνκα χορεύει ολοένα και πιο φανερά)
Φιλίπ: Πως κάνουμε λέει έρωτα.
Μπιάνκα: Πού ήσουν τόσο καιρό, λοιπόν; Καλώς ήλθες!
Φιλίπ: Δεν αντέχω άλλο.
(Οι δυο τους φιλιούνται παράφορα. Από μια άκρη τους παρατηρούν το κορίτσι και ο νεαρός. Παρασυρμένοι και αυτοί ανταλλάσσουν διστακτικά φιλιά. Ο Φιλίπ έχασε το στοίχημα και απόψε αποκοιμιέται στην αγκαλιά της Μπιάνκα. Εκείνη γελά με ευχαρίστηση. Τους φωτίζει η μικρή οθόνη. Τους φωτίζει η σκηνή και τα βλέμματα των θεατών.]
