Απόστολος Θηβαίος | Παραλλαγές Ρέγκερ

© Fan Ho

Τρεις Ιστορίες
του Αλφόνσο Ρέγκερ

Το δέρμα του τέρατος

Ο κύριος Αλφόνσο Ρέγκερ – γόνος της γνωστής οικογενείας Πρώσων προγόνων που σμίξανε με αίμα πορτογαλικό, στέκει με τον αιώνα του, κομμάτι και αυτός μιας τάξης που γίνηκε κιόλας αρχαία. Κοιτάζει το δρόμο και μπορεί να σου πει με πόσες όψεις γνώρισε αυτήν την πολιτεία, την άποψη της που του αναλογούσε. Κάτι τέτοιες ώρες να ξέρετε η ιστορία λιγοψυχά, ελάχιστα πιστεύει στον εαυτό της, τρέμει σαν το κεράκι της Λαμπρής που δεν τα κατάφερε, θύμα του ανέμου μες στην παιδική παλάμη. Μα θα βάλει τα δυνατά της, τούτο τον κάβο να περάσει.

Όσο για τον κύριο Ρέγκερ εμπορευόταν δέρματα. Ένα βρωμερό εργοστάσιο με σκυφτούς εργάτες και λάμπες εκτυφλωτικές, αποτελούσε την οικογενειακή επιχείρηση που κληρονόμησε ο φέρελπις, κάποτε νέος. Και είχε να το παινεύεται πως του λόγου του δεν υπέκυψε σε καμία αλλαγή. Κράτησε απαράλλαχτο το ελεεινό εκείνο εργοστάσιο πλάι στο σιδηρόδρομο. Κάρβουνο και δέρμα βάρυναν για χρόνια την ατμόσφαιρα. Μα η μοίρα το θέλησε ο κύριος Ρέγκερ να υποκύψει στα θέλγητρα των κατασκευαστών που εργάζονται απάνω σε κλασικούς ρυθμούς, ανανεώνοντας το πρόσωπο της πόλης. Υπέκυψε διότι το αντίτιμο υπήρξε κάτι παραπάνω από υψηλό. Μήτε που θα συλλογιζόταν πια με το νου του καθημερινού αγώνα, των πιστωτών οι απειλές δεν θα τον απασχολούσαν. Κάθε τόσο θα ταξίδευε στην Ευρώπη, βλέποντας πώς είναι λοιπόν αυτός ο κόσμος ο μαγικός και ο μαγεμένος. Πάνε πια τα βάρη για τον Αλφόνσο Ρέγκερ, είπε αποφασιστικά πριν από δεκαετίες. Τέρμα το δύσκολο πεντάλ, όλα ετούτα θα τα αγνοούσε ώσπου τελείως να τα λησμονήσει.

Και το έκανε. Πούλησε το τέρας και θαρρείς πως ακόμη και ο σιδηρόδρομος ομόρφυνε μια στάλα. Αμέσως γκρεμίστηκε. Οι εργάτες το μεσημέρι της ίδιας μέρας, καθώς συνηθίζεται επιστρέψανε την ξύλινη μαρκίζα. “Αλφόνσο Ρέγκερ, δέρματα”. Τη φέρανε με το κάρο, ζέψανε δυο άλογα και τη φέρανε ως τα σκαλιά του σπιτιού. Τους έδωσε το κατιτίς, εκείνοι χαιρέτησαν βγάζοντας τα κασκέτα τους και επιτέλους ο Αλφόνσο Ρέγκερ μπορούσε πια να αναπνεύσει. 

Δεν πρόλαβε πολύ να ζήσει το όνειρό του. Μια αρρώστια άγνωστη και επιθετική τον κατέβαλε. Είδε ιατρούς, ακολούθησε θεραπείες, ταξίδεψε σε ιδιωτικά βαγόνια για την Βιέννη και την Γενεύη, μα δεν κατάφερε τίποτε. Γρήγορα έμεινε μισός, του εαυτού του ο ίσκιος. Προτού πεθάνει ζήτησε από τον αμαξά μια βόλτα ως τα κακόφημα τα μέρη του λιμανιού. Κάνανε εκείνη τη βόλτα, τόσο πικρή Θεέ μου, τόσο πικρή έτσι όπως βρήκε ο αμαξάς τον κύριο Ρέγκερ, ήσυχα γερμένο στη θέση του. Θα άφησε την ψυχή του κάτω στο λιμάνι. Ο αμαξάς δεν θα τον κατάλαβε που άνοιξε την πόρτα και πήδησε έξω, εκεί που τελειώνουν τα φώτα. 

Καθένας πρέπει να πεθαίνει όπως το θέλει. Ο κύριος Ρέγκερ υπήρξε τυχερός από τούτη την άποψη. Διάλεξε την αγκαλιά της για τόπο του, για πατρίδα του αγαπημένη που νοστάλγησε βαθιά εκείνη ξεχώρισε. Τι και αν ήταν ο έρωτας μιας και μόνο νύχτας, έφτανε  για να στολίσει τα πάντα με φτερά ονείρου. Για να ξυπνήσουν δυο μάτια γκρίζα αγαπημένα έφτανε. Πώς χάθηκαν όλα, πώς γίνεται και όλες “οι χαίτες των κοριτσιών είναι ριγμένες επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού;”1

Είχε μια ακριβή κηδεία. Η ορχήστρα έπαιξε το Ρέκβιεμ, πάνω από δέκα μέτρα, που σημαίνει ότι τα κονόμησε γερά ο γέρος με το τούμπανο που παίζει σε ότι χρόνο του καπνίσει, κακοφτιαγμένος και βλοσυρός. Ο αμαξάς που παρευρέθηκε, έβγαλε το κασκέτο του. Ο εργάτης που αναλαμβάνει όταν στερέψουν τα δάκρυα κοίταξε με τρόπο. Είπε, “κοίτα τα μάτια των ανθρώπων, τι πικραμένα που είναι. Τι να σου κάνουν οι σουρτίνες, οι μουσικές τι να απαλύνουν, κύριε, τι;”

1.Μάτση Χατζηλαζάρου, ποίηση

Ο κύριος Αλφόνσο Ρέγκερ και το καλοκαίρι

Πάνε μέρες που κοιτάζει από το παράθυρο. Όλοι στο σπίτι τον λογαριάζουν για τρελό. Ή σαν κάποιο προϊστορικό ζώο αυτού του σπιτιού που παραμένει το ίδιο εδώ και έναν αιώνα. Κρατά ανοιχτό μονάχα το στόρι του παραθυριού εμπρός του. Το υπόλοιπο σπίτι βρίσκεται στο σκοτάδι. Και ο ίδιος μες στη νάρκη του, σαν τα ζώα που πατώντας προσεκτικά μες στις περσινές τις φωλιές τους αποχαιρετούν την εποχή, προσμένει το καλοκαίρι. Όχι τον μεγάλο έρωτα που τόσο επόθησε, κατά το ποιητικότερον και το οικουμενικότερο. Οι φίλοι του τηλεφωνούν, τον μαλώνουν για το πείσμα του, έπειτα συνθηκολογούν και υπόσχονται πως θα περάσουν “μια από αυτές τις μέρες”. Κάποιοι πάνε ως εκεί, πασχίζουν να τον συνεφέρουν, να του δώσουν όλο το κουράγιο του κόσμου μα τίποτε δεν του κάνουν. 

Σε λίγο νικημένοι τον εγκαταλείπουν. Μες στις καρδιές τους ρίχνουν εκείνο πέπλο που συνηθίζουν να βάζουν στους καθρέφτες όταν λείπει κάποιος από τη φαμίλια. Μες στη μοναξιά του εκείνος συγκεντρώνεται πια σε έναν παράφορο σκοπό. Μόνο που δεν τα υπολόγισε σωστά και η αναμονή κρατάει ολοένα και περισσότερο. Το καλοκαίρι δεν έρχεται στην ώρα του, τα δελτία ειδήσεων δίνουν και παίρνουν, με αναλύσεις και σχόλια επί της “φυσικής ανωμαλίας”. Η παροδικότητα του φαινομένου, ο ρυθμός της αγροτικής παραγωγής και μια σειρά από θέματα αναβάθμισαν το πρόβλημα. 

Ο κύριος Αλφόνσο Ρέγκερ μες στα δωμάτια του παλιού σπιτιού, ένας νους τσακισμένος πια αφού το καλοκαίρι, για πρώτη φορά εδώ και χίλια χρόνια δεν έρχεται στην ώρα του. Παντού χιονίζει και το κρύο παραμένει αισθητό. Ο Αλφόνσο όμως ονειρεύεται θάλασσες και εκτυφλωτικά μεσημέρια, όταν το θάμπος όλα τα παραμορφώνει.  Και όλο λέει σε εκείνους που παίρνουν διαρκώς πως περιμένει το καλοκαίρι. Πως το είδε να φτάνει από πέρα στο λόφο, από εκεί που νυχτώνει δίχως νύχτα. Άδικος κόπος να μεταπείσει κανείς τον κύριο Ρέγκερ που ξέρει καλά πως τα καλοκαίρια μάς περιμένουν, εκεί έξω.

Ο Αλφόνσο ενώπιον της επιτροπής

Εμπρός του τα βλοσυρά πρόσωπα των επιτρόπων. Μοιάζουν όλοι τους με έναν σορό ερειπίων που δεν παρουσιάζει το παραμικρό, αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Συστήνεται στα μέλη της επιτροπής, τάξη και έτος. 

“Από τα άσματα του Μάλντορορ”. Πρέπει να συγκεντρωθεί, έπειτα κάποιος άλλος, όχι εκείνος, λέει, “τι είναι βαθύτερο μου λες, ένας ωκεανός ή μια ανθρώπινη καρδιά; Πες μου τι είναι πιο σκληρό, ο θάνατος ή η απουσία του; Τι είναι λοιπόν βαθύτερο, πες μου, αν ξέρεις, αλλιώς καλύτερα να σωπάσεις, επειδή δεν είσαι παρά μια ζωή, στολισμένη και πεντάμορφη και αδειανή, ένας γύρος του κόσμου δίχως ανθρώπους, μια μουσική που χτυπάει στην ερημιά της πέτρας, ηχώ παλιά, σχεδόν αρχαία. Τι είναι βαθύτερο από το βλέμμα των κοριτσιών μες στις φωλιές τους τις θαλασσινές, εκατόν σαράντα οργιές ανατολικά του ονείρου; Τι; Τι είναι βαθύτερο από την αμφιβολία, από τον αδέξιο τον έρωτα, τι;”

“Θα σας ειδοποιήσουμε”, τον διέκοψε ο μεσαίος. Ο Αλφόνσο υποκλίθηκε, προχώρησε προς το σκοτάδι της σκηνής. 

Επόμενη σκηνή, ο Αλφόνσο Ρέγκερ μεθυσμένος μέχρι θανάτου στο μπαρ του Λοστρόμου. Λέει μονάχος του, “τι είναι βαθύτερο τι, πείτε μου, τι; Στο διάβολο οι καλογυαλισμένοι έρωτες!” ουρλιάζει απεγνωσμένα, ένα φεγγάρι που τρεκλίζει. Οι θαμώνες του ποτοπωλείου δεν σαλεύουν, συνηθισμένοι στις βίαιες εξάρσεις. Ακούνε τα γλυκανάλατα τραγούδια του πικρού έρωτα και δεν ανησυχούν. Είναι όλοι τους σκυφτοί σαν να έχουν αφήσει κάποιοι στη ράχη τους ένα τσουβάλι χώμα. Μάλλον τους έχει καταβάλει η ζωή με τη βιαιότητά της, με των χρωμάτων της τη δύναμη, με όλα αυτά που την καθιστούν πραγματικότητα και όχι φιλολογία. 

Τελευταία λήψη. Χρόνια μετά, ο Αλφόνσο Ρέγκερ με τους ώμους σκυφτούς στο μπαρ του Λοστρόμου να πεθαίνει μαζί με την εποχή του. Στάχτη και χιόνι, Αλφόνσο, στάχτη και χιόνι παλιόφιλε.

Απόστολος Θηβαίος