
Ημέρα της ποίησης
[…CAMILLE O´SULLIVAN Song for Old Lovers…]
Κάθε τέτοια μέρα οι άνθρωποι ζωγραφίζουν στις πόρτες τους ένα τόσο, μικρούλι άνθος. Το αναθέτουν στα παιδιά που ως γνωστόν διατηρούν την αθωοτέρα των προοπτικών. Όταν τους ρωτήσεις την αιτία για την ύπαρξη εκείνης της ζωγραφιάς, σου μιλούν για ποίηση, τα πρόσωπά τους γελούν. Κυρίως οι χειρώνακτες και οι παρίες αυτού του κόσμου, αρχινάνε να σου αραδιάζουν τραγουδάκια που σου σφίγγουν την καρδιά. Ή κάτι άλλα που διαβαίνουν από τον κόσμο μας τον ψυχικό, με τα ξέφτια της ελπίδας μας.
Άλλα μιλούν για τις πολιτείες και κάτι άλλα, γράφουν μάτια μου και το εννοούν. Είναι εκείνη η ώρα που οι λέξεις οργιάζουν, χιλιάδες κύματα σμίγουν στην ακτή, σαν να ‘θελε η θάλασσα να τελειώσει εδώ και τώρα. Είναι η ώρα που ακούγεται το ουρλιαχτό σου, ακόμη και μες στην πιο πικρή σιωπή. Ποίηση τα αίματα που αναμοχλεύονται στην κόψη απάνω του φιλιού που δώσαμε μια φορά και έναν καιρό. Ποίηση και εκείνο το σε χίλια χρόνια, λάβαρο του ακατόρθωτου που είναι και η ουσία της ποίησης.
Τις άλλες μέρες δεν μιλούν για εκείνη. Μόνο κάτι αυτόχειρες που κόβουν την εγκράτεια στα δυο, ξέρουν για τι πράγμα σας μιλώ. Αποκαλύπτονται μες στο μεγάλο πλήθος σαν στρέψουν το βλέμμα όπως τα άλογα στον άνεμο της Μεσσήνης. Αποκαλύπτονται σε αυτό το η ποίηση είναι ύψος που ειπώθηκε ακριβώς εκεί που ο άνθρωπος όλα τα έχασε και με όλα μετρήθηκε, πρώτη και τελευταία φορά στο άγριο αγώνισμα της ζωής.
Αυτοί λοιπόν φανερώνονται και επιμένουν, εκεί που κάμπτεται το λίγο της θάμβος, εκεί που κρίνεται η ανασεμιά της ποίησης, αυτοί φανερώνονται και κρατούν το ίσο της φαντασίας μας.
Τους βρίσκεις μες στα μουσεία που κλείσαμε τις ζωές μας, τους βρίσκεις να κοιτάζουν ανάμεσα στις ρωγμές, ψάχνοντας για εκείνο το φωταγωγημένο που μας στέλνει ως τ’όνειρο και πέρα ακόμη από το πολύχρωμο το σκηνικό του.
Κάθε τέτοια μέρα οι άνθρωποι ζωγραφίζουν στις πόρτες τους ένα τόσο , μικρούλι άνθος. Καθένα είναι διαφορετικό, επειδή καθένας βρίσκει αλλού την ποίηση.
Πρόσωπα
Μάρκος Μπότσαρης
[…Τα δημοτικά της Βιτάλη. Μάρκος Μπότσαρης…]
Σηκώθηκαν οι κόρες της άνοιξης από τα αρχαία νεκροταφεία να πάνε να τον στεφανώσουν. Λιγνές, αποστεωμένες, με τα φουστάνια τους να πλέουν, πανιά πεπρωμένου ανέβηκαν στην ντάπια. Και άφησαν καθεμιά τους μια δάφνη για τον ήρωα Μάρκο Μπότσαρη.
Όλα ετούτα γίνηκαν πριν ο Πολυλάς ανασύρει τούτο τ’απόσπασμα που σήμερα φέρει τον τίτλο Εις Μάρκον Μπότσαρη.
Εβγήκαν μαζί τής θλιμμένης
Τρωάδας απ’ όλα τα μέρη
γυναίκες, παιδάκια και γέροι,
θρηνώντας, να ιδούν το κορμί
που χάνει γι’ αυτούς την ψυχή.
Δεν θα τον έβρει τον Μάρκο Μπότσαρη η ύστερη απολησμονιά του Σολωμού. Πέτα, Μεσολόγγι, Κεφαλόβρυσο. Δεμένη η Ελλάς, ακίνητη σε πάσσαλο πυράς και αυτός μαζί με μια χούφτα άλλους, αδιάκοπα να τοκίζουν το νόημά της το βαθύτερο, το αιωνίως φωταγωγημένο.
Τα τραγούδια μας
Τσάμικος
Ν. Γκάτσος, 1975
Βρύσες κυλούσαν μέσα από τα γένια τους, όπως στους μύθους των ποταμών που λαμβάνουν μορφή ανθρώπινη. Ο Άγγλος Όντεν το ‘γραψε καλύτερα από όλους. “Κλαίνε οι πηγές και τα καθάρια νερά των ποταμών το μέγα πόνο”.
Και δώστου να ροβολάνε από το σκοτάδι ως τη λευτεριά. Ότι ψιθυρίζει τούτη τη λέξη αηδόνι ‘ναι και έχει την αθανασία του κερδισμένη.
Ο Τσάμικος του Γκάτσου είναι γραμμένος με συγχορδίες που λύουν και τελειώνουν τη μουσική της ύπαρξής μας.
448
Τόσοι είναι οι συμπολίτες μας που μες στο τελευταίο δωδεκάμηνο οδηγήθηκαν στην αυτοχειρία. Το δημοσίευμα εξειδικεύει μάλιστα το σύνολο σε υποκατηγορίες. Με άλλα λόγια, ιδού η εξειδίκευση του θανάτου. “195 με αγχόνη, 37 με κατακρήμνιση και 86 με πυροβόλο όπλο”.
Τι παράξενο να διαχωρίζει κανείς το θάνατο. Άραγε ποια να ήταν όλοι αυτοί; Γνωρίζαμε άραγε κανέναν από αυτούς τους ανθρώπους; Είχαμε ποτέ φανταστεί πως θα προχωρούσαν σε μια πράξη τόσο τρομερή; Πόση μοναξιά χωράει αυτή η κατακρήμνιση που θέλεις η λέξη ή πάλι η ίδια η χειρονομία με σημαδεύει;
Η εφημερίδα ολοκληρώνει το άρθρο με άλλες μετρήσεις που καταγράφουν το έγκλημα, τη διαδικτυακή απάτη και αυτήν την ατέλειωτη γκάμα επιλογών που διαθέτουμε για να κάνουμε κακό στους διπλανούς μας.
Ο συντάκτης θα επανέλθει με νέα στοιχεία από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία για το επόμενο δωδεκάμηνο. Νούμερα που παραμένουν αδέκαστα και αδιαμφισβήτητα, νούμερα που θα βοηθήσουν την εποχή μας να αποφασίσει.
Ελπίζω πως δεν θα έχει τίποτε να γράψει για αυτοχειρίες το επόμενο διάστημα. Φυσικά θα αφθονούν άλλες κατηγορίες όπως οι γυναικοκτονίες, η ενδοοικογενειακή βία, ο σχολικός εκφοβισμός και τα εγκλήματα με οπαδικά κίνητρα. Όποια εφημερίδα και αν ανοίξεις, όποια τηλεοπτική εκπομπή και αν διαλέξεις, θα δεις το αίμα να προσφέρεται αφειδώς. “Ορίστε λίγο αίμα για να στοχαστείς” κατά παράφραση του Μίλτου Σαχτούρη που κάποτε έγραψε, “θα σου δώσω και άλλο αίμα να παίζεις”.
Επιστρέφω στην κατακρήμνιση. Κάπως με ενδιαφέρει ετούτη η λέξη, η κάπως αναπαραστατική, με το στοιχείο της ψυχικής συντριβής αδιάκοπα παρόν. Πρόκειται για τη συνέπεια μιας δύναμης βαρυτικής, όπως η μοναξιά. Ίσως.
Α.Θ
