Απόστολος Θηβαίος | Αμίλητη Κλαίρη

© Helga Paris

Ο καπελάς έρχεται στην πόλη μια φορά το μήνα. Τον ακούμε που ανεβαίνει το δρόμο. Βάζει ένα χαρακτηριστικό τραγουδάκι στη διαπασών, τα παιδιά το γνωρίζουν απόξω. Το λένε μέρες μετά αφού έχει φύγει ο καπελάς. Τα μάτια τους δακρύζουν, ντρέπονται. Σκουπίζουν το πρόσωπό τους με την ανάποδη του χεριού και ρίχνονται στον μεγάλο αγώνα του ονείρου τους. Ω, πόσο σύντομα Κλαίρη όλα θα τελειώσουν.

Μην νομίζετε πως του λόγου του – για τον καπελά λέω – μοιάζει με εκείνους τους πλανόδιους εμπόρους που πουλάνε αδιάφορα πράγματα, ευτελούς ποιότητας. Αυτός το ‘χει μετρημένο το εμπόρευμα, βαλμένο στα ράφια που ‘χει καρφώσει στην καρότσα του παλιού του φορτηγού. Καμιά φορά τα παιδιά στοιχηματίζουν αν θα τα καταφέρει το καμιόνι στην ανηφόρα. Ποντάρουν τους καλύτερους βόλους, τα ποδήλατά τους, τέτοια πράγματα, ιερά για την παιδική τους ηλικία. 

Τα κατάφερε και πάλι ο καπελάς. Το αμάξι ζορίστηκε μα τώρα μοστράρει την πραμάτεια του κάτω από τον πλάτανο. Τι μεσημέρια που ‘ναι εκείνα, όταν ανοίγει τους μουσαμάδες ο καπελάς. Και ο κόσμος πλουτίζει με λογιών πράγματα. Τα χιλιάδες πρόσωπα των κοριτσιών μες στους καθρέφτες, τα αγόρια που φορούν το ένα πουκαμισάκι πάνω από τ’άλλο όσο η μητέρα παζαρεύει τις τιμές, παντού χαρά. Σε κανέναν δεν λέει όχι ο καπελάς. Μερικοί το παρακάνουν μα ο καπελάς τίποτε δεν τους αρνείται. Γνέφει καταφατικά και ευχαριστιέται με τη χαρά του τσούρμου που φτερουγίζει και χαλά τον κόσμο κάτω από τον πλάτανο. 

Πολύ αργότερα, όταν όλοι έχουν χορτάσει με μια τρομακτική χαρά, ο καπελάς αναλαμβάνει να τελειώσει τη δουλειά που ‘χει αναλάβει. Κάθε φορά που έρχεται μοιράζει τα καπέλα του πεπρωμένου. Είναι φτιαγμένα στα μέτρα ενός ορισμένου ανθρώπου και αυτόν πρέπει να γυρέψει ο έμπορος. Αφήνει το καπέλο έξω από τις πόρτες των σπιτιών και ακούγονται μόνο τα βήματά του καθώς κατηφορίζει την παγωμένη συνοικία. Τα αδέσποτα δεν τον πλησιάζουν μόνο γαβγίζουν , σαν τάχα να καίγονται από κάποιον πυρετό, πλαταγίζοντας κάθε τόσο τις φοβερές τους γλώσσες. 

Όσο για εκείνους που πήραν το καπέλο τους, έχουν κιόλας μάθει τη μοίρα τους. Το φορούν και νιώθουν όσα δεν περιγράφονται μες στη ζωή. Κάποιοι κλαίνε και άλλοι το βάνουν μόρτικα και γεύονται την καλή τους μοίρα.

Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τον καπελά όταν φεύγει. Θαρρείς και το φορτηγό του δεν κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Μόνον σαν βγουν τ’απόγευμα, πασχίζοντας να ξεχωρίσουν αν ήταν όνειρο, μονάχα σαν βρίσκουν αδειανή τη θέση κάτω από τον πλάτανο και πάνω στο δέρμα τους τυπώνεται το μερίδιο του αισθητού μιας παράξενης αιωνιότητας ξέρουν πως όλα περάσανε. Και οι σαραβαλιασμένες ομορφιές τους που αναστήθηκαν μια στάλα, τώρα ξεθωριάζουν σε μια ιστορία δίχως γλαφυρότητα.

Η Κλαίρη, με τη συνενοχή φανερή στο πρόσωπό της, κάθεται πλάι στο παράθυρο. Η βροχή που πέφτει απ’όταν έφυγε ο καπελάς είναι μονότονη. Αποδίδει στα πάντα ένα χρώμα σκέτο λούστρο, σαν τάχα καινούριος να γίνηκε ετούτος ο κόσμος. Όλα ψέμματα.

 Θέλει και εκείνη να της φέρουν το δικό της καπελάκι, ένα εξαιρετικά γουστόζικο, γυναικείο καπέλο με ωραία, μεταξωτή κορδέλα και ψάθινο, σκληρό γείσο να κρατάει τον ήλιο μακριά. Και δεν φοβάται, δεν φοβάται όπως οι άλλοι. Επειδή η Κλαίρη δεν έχει χώρο μες στην καρδιά της για το θάνατο. Είναι ολόκληρη ένας έρωτας, κάθε μέρα μοιάζει ξεχωριστή για εκείνη. 

Μόνο που θα’θελε να ‘χει και εκείνη τα δυο της πόδια, μια μητέρα, έναν αδελφό, ένα δωμάτιο με ένα μικρό κρεβάτι και άστρα καρφωμένα στο ταβάνι. Ή ποιήματα, δεν την πειράζει, μόνο να αντικρίζει λιγάκι ουρανό. Και ας μην μπορεί τίποτε να πει, το πρόσωπό της μοιάζει με μιας ζαχαρένιας κούκλας. Τόση χαρά, τόση λάμψη. Οι φιλενάδες της που την αγαπούν τόσο πολύ της λένε πως είναι σίγουρες, πως θα δει. “Ο καπελάς θα σου φέρει και εσένα το καπελάκι σου. Και θα ‘ναι τ’ομορφότερο από όλα, με ένα ζωηρό φτερό πιασμένο στην κορδέλα του. Θα σ’άρεσε έτσι δεν είναι;” Ύστερα επιστρέφουν στις ζωές τους που ‘ναι κανονικές. Ακούει τις ρομαντικές προλετάριες που γελούν, με μαλλιά τραγικά να καπνίζουν το απέραντο σκοτάδι.

Έτσι και έγινε. Δίκιο είχαν οι φιλενάδες της. Την άλλη Κυριακή ο έμπορος ανέβηκε ως το χωριό. Γίνηκε χαμός, το παζάρι κράτησε ως αργά. Έπειτα ο καπελάς κατηφόρισε στον κάτω μαχαλά. Η Κλαίρη σχεδόν άκουγε τα βήματά του. Πλησίαζε, τώρα βρισκόταν έξω από την πόρτα της. Του φωνάζει με τα μάτια της, ολόκληρο τ’ανήμπορο σώμα της τινάζεται, θαρρείς και από στιγμή σε στιγμή θα πάρει μπρος η φοβερή μηχανή της ζωής. 

Ο καπελάς μπαίνει στην κάμαρη του κοριτσιού. Της αφήνει ένα κομψό καπελάκι , ομορφότερο από ότι ονειρεύτηκε. Όταν το φορά, βλέπει τον εαυτό της με φόρεμα εποχής. Την χορεύει ένας καβαλιέρος που ξέρει τα μάγια ενός επιδέξιου χορευτή. Τα πόδια τους ακολουθούν σαν από ένστικτο τα βήματα, όταν ένα κόκκινο κινέζικου κουτιού αργά σκεπάζει τη σκηνή. Αυτοί δεν μαντεύουν τίποτε και προχωρούν ίσια μες στην αγάπη τους. 

Η Κλαίρη , αν ήσαν τα πράγματα διαφορετικά, τώρα θα γελούσε με την καρδιά της. Μα τώρα πια είναι αδύνατο για εκείνη. Και έτσι καλά βαλμένη μες στην φτωχική της κάμαρη, προσμένει τον καπελά, προσμένει να’ρθει μια γιορτή. Κουρνιάζει σαν το σπουργίτι μες στη φωλιά του. Πέρα από την όχθη του σεντονιού της, τ’ατέλειωτο, σταρένιο καλοκαίρι. Και η σάλα ενός μαγεμένου χορού.

Απόστολος Θηβαίος