
Φιλμογραφίες
Μια αιωνιότητα και μια μέρα
Θεόδωρος Αγγελόπουλος
27 Απριλίου 1935 – Πειραιάς, 24 Ιανουαρίου 2012
[…στα ηχεία οι φωνές από το φιλμ…]
“Αν είχα χρόνο θα σου έλεγα μια ιστορία, για έναν ποιητή που αγόραζε λέξεις”.
Έπειτα ο χρόνος συνεχίζει, μια αιωνιότητα και μια μέρα. Σαν ορίζοντας ή κάτι μεγαλεπήβολο, γεμάτο ευγνωμοσύνη, γεμάτο από φως και μουσικές εγχόρδων.
Είναι σαν να λέμε ο ένας στον άλλο, στο πουθενά των αυτοκινητοδρόμων, σαν να λέμε, “θα σε αγαπώ για πάντα. Και μια μέρα”, ανοίγοντας δρόμους που βγάζουν στ’όνειρο, μοιράζοντας σαν αντίδωρο την ψυχή μας.
Όσο για τον ποιητή, τον φαντάζομαι να τρυπώνει στο παλιό μαγαζί. Η μαρκίζα κάνει λόγο για ραφτάδικο μα τα πιο μαγικά πράγματα παραμένουν μες στο ασύλληπτο, απολύτως συγκαλυμμένα, κρατώντας μακριά από τις υποψίες μας την ξεχωριστή τους διάσταση. Παζαρεύει μερικές επειδή λέει γύρισε ο καιρός και ακρίβυναν. Άλλες τις αγοράζει με το κομμάτι, πληρώνει με τη ζωή του και φεύγει ευτυχισμένος.
Κάποιος για χάρη μας,διασώζει τη μορφή του. Το έργο διαθέτει ανώτερο χρώμα και η τέχνη του τα προσόντα της ποιήσεως.
Φιλμογραφίες
Ο Θίασος
[…στα ηχεία, “Γιαξεμπόρε”, Λουκιανός Κηλαηδόνης. Η λέξη σήμαινε, “γεια σου αμόρε!” και την έλεγαν οι Ιταλοί θεατρίνοι ξεσηκώνοντας τα πλήθη στα ξέφρενα τα βαριετέ…]
Ήταν όλα σαν νύχτα, σιγανά που λέει και ο Βιζυηνός. Και τότε από το δρόμο κάτω φωνές ακούστηκαν ρυθμικές που εφώναζαν κάτι λόγια ακατάληπτα. Όλο και ζυγώνανε και ήταν βέβαιος πως δεν τον γελούσε ο νους του. Βγήκε στο παράθυρο και κοίταξε τη λεωφόρο, αδειανή και αυτή . Κοίταξε ψηλά απάνω, τ’άστρα εβάδιζαν την ατέρμονη πορεία τους.
Και τότε τους είδε. Άνδρες και γυναίκες, βγαλμένοι θαρρείς από κάποιο φιλμ. Οι άνδρες με γκρίζα, βαριά παλτά και κασκόλ και οι γυναίκες με τα παρκά τους τα φθαρμένα, όλοι τους σε διάταξη αυστηρή μιας διμοιρίας καλλιτεχνικής που τραβά στο πουθενά.
Του φάνηκαν τραγικές οι φιγούρες τους, φώτιζαν όλες από μια ξενιτιά απρόσμενη. Δεν είχαν θέση οι άνθρωποι αυτοί στην πολιτεία του. Και ήταν άγνωστη η αιτία που τους έβγαζε έξω στο δρόμο, να τραγουδούν, σχεδόν έξω από το χρόνο.
Του φάνηκε το πιο κουρασμένο μπαλέτο του κόσμου ετούτου. Μα παραδέχθηκε πως συνιστούσε μια κάποια χειρονομία ζωής, μια αλληγορία ίσως πάνω στον πολύτιμο πλούτο του εφήμερου Μορφές απόκοσμες να υφαίνουν, λέει τις μαγγανείες τους κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό.
Μετά, με τη σιωπή παραταγμένη κατά μήκος των πεζοδρομίων, συλλογίστηκε πως από έρωτα και πίκρα θα ‘χαν ξεχυθεί μες στο τραγούδι τους, εκείνοι οι ήρωες οι κινηματογραφικοί. Ήσαν μια μικρή βροχή στο χωράφι της ζωής μας της μονότονης, ποίηση ήσαν, τίποτε λιγότερο. Μια ατμόσφαιρα διανοητική και αίσθηση ακέραια.
Πρόσωπα
Λόρδος Βύρων
22/1/1788 – 19/4/1824
[…Το μεθυσμένο κορίτσι με τα ανεξίτηλα κουπλέ του. Μάνος Χατζιδάκις…]
“Σε αυτήν εκεί τη λακκουβίτσα εγώ την είδα την πατρίδα μου. Μεγάλη, μαύρη, γεμάτη ζάρες και μυστικά. Με θάλασσες πολλές και βράχια. Με σκοτεινά περάσματα και πετεινά από αίμα”, γράφει ο Νίκος Χουλιαράς κάποτε στα 1981.
Έκτοτε τα πράγματα αλλάξανε, εκείνη η λακκουβίτσα θα σβήστηκε από την ασφαλτόστρωση που σαρώνει τα πάντα. Ή επειδή μια πινακίδα κυκλοφορίας ή κάποια με την επιγραφή του ονόματος του δρόμου, υψώνεται ακριβώς εκεί που κάποτε μπορούσες να διακρίνεις κάποτε την μικρή λακκούβα. Ο Χουλιαράς, φευγάτος και εκείνος πια, πήρε εκείνη την τόση δα πατρίδα μαζί του. Τα καλύτερα πράγματα τα παίρνουν μαζί τους οι φίλοι που φεύγουν.
Ποια αφορμή με έκανε σήμερα να ανακαλέσω ετούτο το απόσπασμα; Ποια αφορμή με έκανε να θυμηθώ το παράθεμα που περιλαμβάνεται στο επίμετρο μιας υπέροχης, μικρής έκδοσης. Οι εκδόσεις Αιγαίον το 2000 φιλοξενούν τον Δημήτρη Β. Παπαθέου. “Ντόρος” λέγεται το μικρό εγχειρίδιο του Μεσολογγιού. Περισσότερο ένας φόρος τιμής σε εκείνο που χάνεται κάθε μέρα, ολοένα και περισσότερο ώσπου αχλή να γίνει και τίποτε. Έχει στο εξώφυλλό του κάποιον ποδηλάτη. Στέκει έξω από το καφενείο, μια στιγμή κοιτάζει από τη βιτρίνα. Λίγο μετά από τη φωτογραφία του Βασίλη Αρτίκου ο ποδηλάτης αργά θα κινήσει για τον προορισμό του. Δυο θαμώνες καθισμένοι στη ροτόντα του μαγαζιού, παίζουν χαρτιά. Ακόμη μια παρτίδα, έτσι για την ιστορία και έπειτα σπίτι.
Χρόνια πίσω θα ‘ταν δυο απελπισμένοι κάτοικοι μιας πολιτείας καταδικασμένης να εκπληρώσει το πεπρωμένο της. Δυο άνθρωποι που πιθανότητα θα ‘χουν χάσει τα πάντα. Και που προσδοκούν την ύστατη επίθεση. Τώρα πια δεν τους φοβίζει ο θάνατος, ετούτη η πολιορκία τους έκανε σοφότερους. Απόψε αγαπούν περισσότερο από ποτέ το Μεσολόγγι. Απόψε αγαπούν περισσότερο από ποτέ τον Λόρδο Βύρωνα και όλα φαντάζουν εκεί έξω, ηρωικά, σαν να μεγαλώνουν μια μεγάλη πράξη.
Κανείς τους δεν μιλά. Σαν τάχα η ευθύνη να βαραίνει όλους ανεξαιρέτως. Κάθε τόσο κάποιο χαμίνι, με τα πόδια γυμνά έρχεται και τους λέει τα καθέκαστα. “Πήρε μια ανάσα βαθιά, είπε μια λέξη εγγλέζικη, δίψασε, πάει ώρα που δεν σαλεύει”. Κάθε φορά περιμένει πως τα χαμίνια δεν θα τολμήσουν να ξεστομίσουν την αλήθεια, πως θα τους φανεί αδύνατο να του πουν πως “πάει θείε, ξεψύχησε, να βρούμε τον παπά να ιδούμε τι θα γίνει”.
Έτσι τελειώνουν οι ήρωες, έτσι σμίγουν οι βαθιές ψυχές με τη μοίρα τους. Ανυποψίαστα προχωρούν προς τους σταθμούς της ζωής τους. Έτσι και ο Λόρδος Βύρων, αυτός ο λαμπρός φιλέλληνας που εγκαταστάθηκε στην Ιερή Πόλη του Μεσολογγιού και διέθεσε ολόκληρη την προσωπική του περιουσία για να κρατήσει όρθιο το πιο σημαντικό κομμάτι ενός αποδεκατισμένους στρατεύματος. Ήρθε με όλες τις τιμές που του άρμοζαν, μα τώρα παλεύει με τον άγγελο. Ολόκληρη η πόλη βρίσκεται στο πλευρό του και κανείς δεν συλλογίζεται την Έξοδο. Μετά από αυτό έχει ζωή ή θάνατο, τι να λογαριάσει κανείς; Θα αποφανθεί η βρώμικη ιστορία.
Ο Λόρδος όμως, ο Βύρων όλων των Ελλήνων, αυτός κάτι σημαίνει καθώς μένει σε τούτο τον τόπο τον μικρό , τον μέγα, έτοιμος να πεθάνει για χάρη του. Άλλωστε είναι κιόλας νεκρός, ανάμεσα στα φαντάσματα που κυκλοφορούν στην πόλη τους τελευταίους μήνες της πολιορκίας. Πρόκειται για ανθρώπους που αργά μεταλλάσσονται σε ήρωες. Τι ωραίος που φαντάζει ο Βύρωνας που ψυχοπαλεύει, τι ηρωικός που μοιάζει, ένας πένθιμος νέος μες στην Ελλάδα που γεννιέται από την αρχή.
Και έτσι μες στο θάμβος της πράξης που ετοιμάζεται να συντελεστεί, στο χείλος της λιμνοθάλασσας που ότι και αν γίνει συνεχίζει να ζει με τον δικό της τρόπο τον χρόνο, ένας νέος πεθαίνει. Και από σπίτι σε σπίτι μαθεύεται το νέο και όλοι σκύβουν το κεφάλι. Τον παίρνουν να τον πλύνουν, να του φορέσουν την φορεσιά του την καλή. Το κράνος του θα το δώσουν στον φίλο του τον αδελφικό. Μετά από δεκαετίες θα επιστρέψει στην Αθήνα. Πάνω από το Μεσολόγγι, ίδιο μες στο βιβλίο του Παπαθέου με εκείνη την πολιτεία την ιστορική που στάθηκε σύμβολο απαντοχής και αξιοπρέπειας, φέγγει τ’άστρο του Λόρδου Βύρωνα. Τι αιώνιο πράγμα η ομορφιά, πώς λάμπει έτσι τ’άστρο πάνω από του Μεσολογγιού τις ντάπιες.
Απόψε στον Κήπο των Ηρώων κάποιος αφήνει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στον τάφο του Βύρωνα. Το γεγονός επαναλαμβάνεται κάθε τέτοια μέρα. Μα κανείς δεν πρόλαβε ποτέ να ιδεί ποιος είναι εκείνος ο επισκέπτης που εισέρχεται μες στον ηρωικό κήπο με όλου του κόσμου τον σεβασμό. Και έχουν όλοι να λένε, αργότερα στα καφενεία και τα αναψυκτήρια για το περιστατικό. Κάποιος σημειώνει πως “αξιοπερίεργο είναι το γεγονός του κόκκινου τριαντάφυλλου. Μα πώς βρέθηκε έτσι γινομένο καταμεσής του χειμώνα;”
Και όλοι πίνουν σιωπηλοί και εντός τους καθόλου δεν νοιάζονται για τις εξηγήσεις. Αφού τους φτάνει και τους περισσεύει το γεγονός πως το τριαντάφυλλο φαντάζει πράγμα πολύ ποιητικό. Έτσι ακριβώς δικαιώνονται οι καλλιτέχναι που λένε πως την ποίηση κανείς ξέρει πού θα τη βρει.
Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Λόρδος Βύρων που στάθηκε ένα μεγάλο κεφάλαιο για το πολύπαθο Μεσολόγγι. Και που από τις κακουχίες της Πολιορκημένης Πόλης έπεσε άρρωστος και πέθανε προτού ιδεί ελεύθερη την αγαπημένη και ένδοξη πολιτεία.
Α.Θ
