Απόστολος Θηβαίος | Δυο Ιστορίες

© Martin J. Dain

Ο Σαρλ,
θύμα της νοσταλγίας

Ο καιρός ήταν υπέροχος και το καλοκαίρι στα καλύτερά του. Είθισται, βλέπετε, να ονειρευόμαστε εκείνο που δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο να έχουμε. Έτσι κάνει και αυτή η ιστορία.

Ο Σαρλ κάθισε στην αναπαυτική πολυθρόνα από μπαμπού. Έτσι μικρόσωμος που ήταν χανόταν μες στην περίτεχνη σύνθεση από εξωτικά καλάμια, υψηλής αντοχής. Ο Ζενέ βαριεστημένα ήπιε λίγο νερό και ακούμπησε τη μουσούδα του στο φρεσκοκομμένο χορτάρι. Σκυλίσια ζωή, συλλογίστηκε ο Σαρλ. 

Μεσημέριαζε. Είχε σημειώσει μερικούς στίχους και ίσως να σκάρωνε κανένα τραγουδάκι όταν ο κύριος Νταμιάν έκανε την εμφάνισή του. Ντυμένος άψογα και σοβαρός πολύ, ανήγγειλε την άφιξη του Πιερ. “Κύριε, έχω την τιμή να σας αναγγείλω τον ερχομό του κυρίου Ρος. Σας περιμένει στο σαλόνι ή…”.

“Καλύτερα εδώ κύριε Νταμιάν. Καλύτερα πείτε του να έρθει εδώ. Και φροντίστε τα διάφορα, ξέρετε εσείς. Και έπειτα δεν σας χρειάζομαι για κάτι άλλο. Μπορείτε να αποσυρθείτε, αναλαμβάνω εγώ κύριε Νταμιάν”. 

Ο Πιερ έκανε την εμφάνισή του λίγο μετά. Φορούσε λευκό λινό κοστούμι και είχε κάπως ατημέλητα τα μαλλιά του, σημάδι πως υπήρξε για πολλοστή φορά ερωτευμένος. Κάποια μικρή θαυμάστρια, κάποιο διαμαντάκι από αυτά που σου κόβουν την ανάσα, θα του’χε κλέψει την καρδιά. Τι δύναμη που έχουν τα νιάτα μα δεν το ξέρουν. 

“Μονάχα σαν περάσουν αρχίζουμε να τα εκτιμούμε. Και έπειτα, αφιερώνουμε τη ζωή μας στη νοσταλγία. Δεν είναι έτσι , παλιόφιλε Σαρλ;”

Χαιρετήθηκαν και κάθισαν στις πολυθρόνες. Ένα σιγανό αεράκι ξύπνησε τον Ζενέ, γάβγισε μέσα από τα πλατιά του χείλη και επέστρεψε στη σιέστα του. 

“Αυτό το σκυλί ξεκουράζεται πολύ, μα τον Θεό. Καμιά φορά σκέφτομαι πως είναι άνθρωπος, ντυμένος με προβιά ζώου. Και πως μας κάνει χάζι. Έι Ζενέ, είσαι άνθρωπος μήπως;” Ο σκύλος κοίταξε από την άλλη και έμεινε ακίνητος. Ίσως να σάλεψε το αυτί του μια στάλα, μα κανείς ζωγράφος δεν θα μπορούσε να συλλάβει την ανεπαίσθητη κίνηση. Είναι ασύλληπτη αυτού του είδους η ομορφιά, καμιά τέχνη δεν θα την κατορθώσει.

“Τα κατάφερες καλά Σαρλ”. Ο άλλος έγνεψε, κάπως μεθυσμένος, με ριγμένα τα μπροστινά του φανάρια. “Ίσως”, αποκρίθηκε. 

Ο κύριος Ρος τον ρώτησε αν έχει στα σκαριά κάποιο τραγουδάκι. Τ’αρνήθηκε όλα ή μάλλον απέμεινε σιωπηλός, κρατώντας το ποτό του πλάι στα χείλη, έτσι σαν αφορμή για να μην μιλήσει. Δεν είχε τίποτε να πει, μόνο πως “τον τελευταίο καιρό κάτι χάθηκε Πιερ. Μια μέρα ξύπνησα και είχα γεράσει τόσο πολύ Πιερ. Δεν θα ήμουν ποτέ ο ίδιος, μου φάνηκε συγκλονιστική η στιγμή. Και ήταν τότε, ακριβώς τότε, δεν μπορεί να κάνω λάθος. Ήταν τότε που ακούστηκε μια χορδή να τεντώνει. Ύστερα ένας ήχος σαν να τελειώνουν όλα, δίχως κύματα που θα έρχονταν ξανά και ξανά, κουβαλώντας μια ιδέα από όλες αυτές τις φαντασίες. Από τότε δεν μπορώ να τα καταφέρω με τις λέξεις. Νομίζω πως το ‘χασα για πάντα Πιερ. Μου γυρνάνε την πλάτη, πάντα λείπει κάποια που αδυνατώ να βρω”.

Ο Πιερ σχολίασε πως ίσως να χρειαζόταν μια μικρή αλλαγή. Μπορούσε να ταξιδέψει για λίγο καιρό, κανείς δεν θα του αρνιόταν τη φιλοξενία. Τα καλύτερα ξενοδοχεία του κόσμου τον περιμένουν, αρκεί ένα τηλεφώνημα, τίποτε περισσότερο. Ο Σαρλ συνέχισε σαν να μην άκουγε καθόλου τη φωνή του κυρίου Ρος.

“Σκέφτηκα να βάλω ένα τέλος σε όλα αυτά. Μα δείλιασα, δεν είμαι άξιος ούτε για αυτό Πιερ. Ίσως δεν καταφέρω να ξαναγράψω ποτέ. Αν δεν βρω τι συνέβη με εκείνη τη χορδή, αν δεν βρω τι έσπασε μέσα μου εκείνη τη μέρα, δεν μπορώ να σωθώ Πιερ. Είμαι χαμένος. Μόνο χθες, στεκόμουν ακριβώς εδώ, όταν ο σκύλος έριξε την ιδέα. Μάλιστα, ο Ζενέ ήταν η αιτία για λίγη χαρά, μια τόση δα συγκίνηση που ίσως να με κράτησε στη ζωή. Σήκωσε το κεφάλι του. Σαν να ερχόταν κάποιος κοιτούσε, μα στα αλήθεια ήταν ένα βλέμμα που ταξίδευε πολύ μακριά από εδώ. Ίσως εκεί να βρισκόταν η απάντηση Πιερ. Τότε, για μια στιγμή, τα θυμήθηκα όλα. Τα καλοκαίρια, τα πρόσωπα, τις φωνές, κυρίως αυτές που νόμιζα πως ήσαν χαμένες ακούστηκαν όλες ξεκάθαρα. Και αμέσως μεγάλωσε λιγάκι ο κόσμος, βρήκα την ανάσα μου, σου λέω, Πιερ. Ήμουν χαμένος μες σε εκείνες τις ζωγραφιές της φρίκης, ολομόναχος Πιερ. Ήταν όλα ανώδυνα και πληκτικά, μα για μένα στάθηκαν όλα μια αποκάλυψη. Με συνάντησα στην παλιά μας γειτονιά, θυμάσαι Πιερ; Μας είδα που βρισκόμαστε τ’απόγευμα, μετρώντας τα ψιλά μας, γελώντας με την φτωχική μας ζωή, μεγαλώνοντας ακόμη μέσα μας Πιερ εκείνο το όνειρο, θυμάσαι Πιερ; Καταλαβαίνεις τίποτε από ότι σου λέω; Καμιά φορά θαρρώ πως δεν βγαίνει κανένα νόημα και πως όλα αυτά δεν είναι παρά συμβατικότητες δίχως τίποτε το αξιοθαύμαστο, ή έστω το συγκινητικό. Ίσως έχεις δίκιο Πιερ. Χρειάζομαι ένα μακρινό ταξίδι. Τι λες;”

Πέρασαν όλο τ’απόγευμα μαζί στον κήπο. Μέθυσαν τόσο που δεν προσπάθησαν καν να σηκωθούν από τα μπαμπού. Γελούσαν με αναμνήσεις, συγκινούνταν με πράγματα που σήμερα συγκαταλέγονται στα σύνεργα της νοσταλγίας. Και ήταν στιγμές που έμειναν σιωπηλοί, κρατώντας ενός λεπτού σιγή για εκείνο που χάθηκε, μια έγχρωμη φιγούρα, σαν πυροτέχνημα μες στον ασπρόμαυρο χρόνο. 

Ο κύριος Νταμιάν που θέλησε να δει αν χρειάζονται κάτι, ανανέωσε την κάβα τους και χάθηκε στο πλακόστρωτο του κήπου. Η σκηνή της αποχώρησης δεν είχε τίποτε το επικό ή έστω το ενδιαφέρον, έξω από τους αντικατοπτρισμούς του κυρίου Νταμιάν πάνω στα νερά που λιμνάζουν εδώ και εκεί. Αυτά τα καθρεφτίσματα παραχωρούν το δικαίωμα στη ζωή να εκφραστεί, ίσως είναι κάτι.

Δεν αποφάσισαν ποτέ για εκείνο το ταξίδι.

Ένας δρόμος
La Strada
Felini

[…στα ηχεία ενός κοραλλένιου μπαρ κάπου στο νότο, ο  Νίνο Ρότα …]

“Μήπως γνωρίζετε αυτόν εδώ το δρόμο;”, ρώτησε ο νεαρός. Τους έδειξε με το δάχτυλο, δίχως να μιλά πού βρίσκεται η οδός που γυρεύουν. Έπειτα έκανε μια μικρή υπόκλιση, χάιδεψε το γείσο του καπέλου του και επέστρεψε στη ζωή του. Έριξε μια ματιά στον καιρό, υπήρξε βαρύς κάπως. Πήρε τον κατήφορο, μα σαν κάτι να σκέφτηκε, κάτι που ‘ταν πολύ σημαντικό και που θα μπορούσε να καθορίσει οριστικά και αμετάκλητα την αναζήτηση εκείνου του δρόμου.

Αφού πήρε μια χαριτωμένη πόζα, κάτι σαν ξεχαρβαλωμένη μαριονέτα, είπε τα παρακάτω λόγια. Στα πόδια του τριγύρω παίζανε τα σκουπίδια με μια ανεμοσυρμή που ‘χε ξεσπάσει, άγνωστο πώς.

“Υπάρχει ωστόσο και ένας άλλος δρόμος, εδώ λίγο πιο πέρα. Θα ‘ταν καλύτερα να αναζητήσετε αυτόν που σας λέω. Διότι εκεί κάποτε παίχτηκαν μερικές σκηνές ενός διάσημου έργου. Εις μνήμην εκείνης της φαντασίας που γίνηκε σήμερα θρύψαλα τον αφήσαμε να γερνάει δίχως επεμβάσεις και οδοποιίες και άλλα έργα που θα τον έκαναν να μοιάζει καινούριος. Ένα μικρό μα σύγχρονο δρομάκι. Όχι, όχι, υπάρχουν πράγματα που μένουν απείραχτα από τη ζωή, από τις μικρότητες της υπάρχουν πράγματα που πρέπει να τα φυλάμε. Αν πάτε προς τα εκεί, θα δείτε το σημείο όπου ο Τρελός Ισορροπιστής στάθηκε προτού εκτελέσει το παράτολμο νούμερο του. Θα δείτε και ένα σπίτι, με μια πόρτα σαθρή, κάπως τσακισμένο το ξύλο, πελεκημένο με μίσος. Το συνηθίζουν τα παιδιά να χαλούν τους καθώς πρέπει δρόμους μας. Μια μέρα ελπίζω πως θα γκρεμίσουν ολάκερη αυτήν την πολιτεία με τα καφέ, τα μπορντέλα και τα καθαριστήρια της. Σε εκείνο το σπίτι στάθηκε ο Ζαμπάνο έπειτα από μια έκρηξη οργής, μια στιγμή που του’φτανε για να συλλογιστεί την άγρια καρδιά του. Τα καλοκαίρια τα παιδιά του ωδείου κλείνουν το δρομάκι με αυτοσχέδια εμπόδια και όλη μέρα παίζουν τη μουσική του Νίνο Ρότα. Και δείχνουν τόσο ευτυχισμένα, ακόμη και όταν ξεφεύγουν στο ρυθμό και τα πνευστά παίζουν με διαφορά ενός τετάρτου. 

Αυτή η ελαφριά παραφωνία ίσως να συνιστά και την βαθύτερη γοητεία της μουσικής, αυτή η παραφωνία που πηγαίνει κόντρα σε κάθε πραγματικότητα, ίσως να ‘ναι η γοητεία της ζωής και η κρυμμένη της ομορφιά. Πηγαίνετε να βρείτε εκείνο το δρόμο. Μα μην σας ξεγελάσει η σιωπή αφού από στιγμή σε στιγμή μπορεί να ανάψουν οι μαγεμένοι φωτισμοί, ένα κορίτσι με τον τρόπο του Σαρλό ίσως να βγει στη σκηνή. Ίσως, λέω ίσως να γίνετε μάρτυρες του φοβερού θυμού του Ζαμπάνο. Μα αυτός είναι ο τρόπος του για να αγαπά, με ότι έχει σώσει από την τσακισμένη αθωότητα του κόσμου γύρω του. Βρείτε εκείνο τον δρόμο, σας προτρέπω. Λίγη παγωνιά δεν σας κάνει τίποτε, εσείς έχετε την αγάπη, έτσι δεν είναι;”

Ο άνδρας απομακρύνθηκε. “Κάποιον μου θύμισε, το πρόσωπό του ήταν χαρακτηριστικό”. Περπάτησαν σκεφτικοί ώσπου στη θέα ενός γκράφιτι η  μορφή του Φελίνι, απάντησε σε όλα τους τα ερωτήματα. “Τον Φελίνι, ναι, αυτόν!”, είπε ο άνδρας και έδωσε ένα ζεστό φιλί στο κορίτσι του. Εκείνο σάστισε, έπειτα οι αντιστάσεις του κάμφθηκαν. Έγειρε του ανταπέδωσε το φιλί, όσο τα παιδιά του ωδείου – μόνο τρομπέτες παρακαλώ – περνούσαν αργά. Ένα άρωμα μουσικό πλανήθηκε στην πολιτεία και ο δρόμος άναψε τα κινηματογραφικά του φώτα. Η ώρα είχε περάσει και κανείς τους δεν γνώριζε τι από εκείνο το τοπίο δεν ήταν όνειρο. Σίγουρα όλα υπήρξαν τα πάντα και πολλά περισσότερα από έναν καλό διατηρημένο δρόμο, με την πατίνα του παλιού και με τη σοφή φθορά της απώλειας εδώ και εκεί. Πάνω από το κεφάλι του – δεν τον είχε δει – ο περιβόητος Τρελός Ισορροπιστής εκτελούσε το νούμερο του. Εκείνος ο ακροβάτης έμοιαζε απόψε με φλογισμένη καρδιά. Όλα ήσαν τόσο όμορφα που εκείνο το ζευγάρι βάλθηκε να κλαίει. Θα ‘ταν από την ομορφιά που με όλη την ταπεινοφροσύνη του κόσμου περνούσε με το  κάρο της στιγμής που τρίζει.

Απόστολος Θηβαίος