Ιωάννα Τάσιου | Δύο ποιήματα

© Saul Leiter

Το λεωφορείο

Φοράω τα ακουστικά
ο ήχος είναι χαμηλός,
όχι για να ακούω
μόνο για να μη με ρωτάει κανείς τίποτα.

Το λεωφορείο μυρίζει βροχή και ανθρώπους.

Μπροστά μου, ένας άντρας με μαδημένα λουλούδια
τα κρατάει σαν να του ‘πεσε η συγγνώμη απ’ τα χέρια
ψάχνει βλέμμα να σταθεί,
μα κανείς δεν τον κοιτά.

Ένα ζευγάρι, πολύ νέοι για τόσο σίγουροι
αγγίζονται αδέξια,
η παλάμη του ακουμπά τη μέση της λες και φοβάται
μην λιώσει.
Γελούν χωρίς λόγο
και με πιάνει φθόνος.

Δίπλα μου κάθεται μια γυναίκα
με βλέμμα που έχει σπάσει από μέσα,
σαν κρύσταλλο.
Τα μάτια της είναι υγρά
αλλά δεν δακρύζει
κρατάει γερά
όπως κρατάς ένα ποτήρι
όταν δεν θες να ακουστεί ο ήχος του σπασίματος.

Πιο πέρα, δυο ηλικιωμένοι
κρατιούνται απ’ την ίδια λαβή
αλλά δεν κοιτιούνται.
Μιλούν, ίσως για καιρό ή για κάποιο ιατρικό πρόβλημα,
δεν τους ακούω –
βλέπω μόνο τα χείλη τους να κινούνται
σαν ήσυχες σκιές
στο τέλος μιας μέρας.
Πιο πέρα, δίπλα στην έξοδο,
ένας άστεγος
με σακούλες ζωής κρεμασμένες στους ώμους.
Χαϊδεύει το μούσι του με τον ρυθμό της διαδρομής,
τα μάτια του χαμένα στο τζάμι
όχι έξω,
μέσα.
Τον κοιτάζω ώρα.
Και για λίγο,
δεν ξέρω ποιος βλέπει ποιον.

 


Πολυκατοικία, ώρα δειλινού

Ο ήλιος χαμηλώνει πίσω από τα μπαλκόνια
και η πολυκατοικία γέρνει ελαφρά
σαν να κουράστηκε να κρατάει τόσες ζωές.

Στον πρώτο, μια γιαγιά κοιτάζει έξω
δεν περιμένει κανέναν
κρατάει ένα ποτήρι νερό και το ακουμπά στην ψυχή της.

Στον δεύτερο δεξιά, ακούγεται φωνή που δεν θέλει να ακούγεται.
Ένα ζευγάρι τσακώνεται για το τίποτα
που κρύβει όλα όσα δεν ειπώθηκαν εδώ και χρόνια.
Το μωρό στο άλλο δωμάτιο σωπαίνει –
ίσως έχει μάθει πια.

Αριστερά, το διαμέρισμα είναι άδειο.
Όχι μόνο από έπιπλα,
μα και από μνήμη.
Μια λάμπα κρέμεται αναμμένη χωρίς λόγο
κι ένας λεκές στον τοίχο μοιάζει με φάντασμα.

Στον τρίτο, ένα παιδί διαβάζει σκυμμένο.
Έχει βάλει ακουστικά,
ίσως για να κρατήσει τον κόσμο μακριά
ή να φτιάξει δικό του.
Δεν έχει προσέξει το φως που χάνεται.

Στο διπλανό, ένα αγόρι κάθεται μόνο του.
Κρατά το κινητό, το κοιτά
χωρίς ειδοποιήσεις.
Το βλέμμα του ταξιδεύει
σε τοίχους που δεν αλλάζουν.

Στον τέταρτο, μια γυναίκα κλαίει.
Όχι δυνατά.
Απλώς τα μάτια της στάζουν σαν βρύση που δεν επισκευάστηκε ποτέ.
Το δωμάτιο μυρίζει τσιγάρο και παλιό άρωμα.
Ο ήλιος τη βρίσκει,
μα δεν τη ζεσταίνει.

Δίπλα της, άλλοι δύο γελάνε με ένα αστείο.
Έχουν παγωτό και ανοιχτό τον ανεμιστήρα.
Χαζεύουν κάτι στη τηλεόραση,
ακουμπισμένοι ο ένας στον άλλον.
Το καλοκαίρι μοιάζει να έμεινε λίγο παραπάνω εκεί.

Στην ταράτσα, ένα παιδί παίζει μόνο του.
Τρέχει ανάμεσα στα σύρματα
σαν να φτιάχνει δικό του κόσμο.
Και ο ήλιος πέφτει πάνω του,
σαν να του λέει: εσύ ακόμα μπορείς.

 


Η Ιωάννα Τάσιου σπούδασε Φιλολογία στο τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι τελειόφοιτη του μεταπτυχιακού Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση στο ΕΚΠΑ ενώ παράλληλα σπουδάζει Ισπανική Φιλολογία στο Εκπα και εργάζεται στον χώρο της εκπαίδευσης.