Άγγελος Μανουσόπουλος | Η ποίηση θα σε βοηθήσει

© Helga Paris

«Θα αργήσω το μεσημέρι. Γεια σου» της είπε κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
Δεν τον χαιρέτησε. Δεν μπόρεσε καν να γυρίσει για να του χαρίσει ένα τελευταίο απευθείας βλέμμα. Πρόλαβε μόνο να του στείλει ένα αμήχανο χαμόγελο μέσα από τον καθρέφτη, όπου παρίστανε ότι χτένιζε τα μαλλιά της.
Κατηγορούσε τον εαυτό της για τη δειλία της. Αλλά, αν του μιλούσε, πώς να αντέξει αυτό που θα ακολουθούσε; Την έκπληξή του, το πιθανό ξέσπασμά του, τα ερωτήματά του, την ικεσία του, ίσως το κλάμα του… Και με κάθε απάντησή της, τα νέα ερωτήματα που θα έπεφταν πάνω της, μία βροχή από “γιατί” που δεν θα μπορούσε να απαντήσει, που δεν θα άντεχε καν να ακούσει. Το γράμμα ήταν η μόνη λύση. Αλλά τώρα, μπροστά στο λευκό χαρτί, διαπίστωνε ότι και αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο. Πώς να τα χωρέσει όλα σε μία σελίδα;
Ήταν σίγουρη ότι και αυτός στη θέση της το γράμμα θα επέλεγε. Αλλά θα τα κατάφερνε καλύτερα. Θα ξεδίπλωνε με τη γνωστή του μαεστρία όλο το ιστορικό της σχέσης τους από το πρώτο πάθος ως τη φθορά του τέλους και δεν θα άφηνε αναπάντητο κανένα “γιατί”. Και σίγουρα θα διάνθιζε το κείμενό του με κάποιο στίχο.
«Σε κάθε δύσκολη περίσταση, η ποίηση μπορεί να σε βοηθήσει» της έλεγε συχνά.
Αυτή όμως, καθόταν και κοίταζε άπραγη την κενή σελίδα και τα εξίσου κενά μάτια της στον καθρέφτη. Στον καθρέφτη… Πώς ήταν εκείνη η στροφή; Τι ήταν; Ελύτης; Σεφέρης; Λειβαδίτης; Έτρεξε στη βιβλιοθήκη. Ναι, θυμόταν ότι της το διάβαζε από ένα γκρι βιβλίο. Το βρήκε. Γιώργος Σεφέρης «Ποιήματα». Χρειάστηκε να ψάξει στις σελίδες του δέκα λεπτά για να αναφωνήσει «επιτέλους!». Και αμέσως ένιωσε άβολα με τη χαρά της.

❖ ❖ ❖

 

Καθώς γύριζε το κλειδί του στην πόρτα, παραξενεύτηκε που δεν άκουσε ούτε την τηλεόραση ούτε το ράδιο. Φώναξε το όνομά της και δεν πήρε απάντηση. Την αναζήτησε ανήσυχος σε κάθε δωμάτιο, μέχρι που ανακάλυψε ένα χαρτί κολλημένο στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας. Ήταν μόνο ένα τετράστιχο. Δεν χρειάστηκε να το διαβάσει καν. Από τις πρώτες λέξεις αναγνώρισε μία στροφή που ήξερε ήδη πολύ καλά:
Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς.
Τσαλάκωσε το χαρτί και έπεσε στο κρεβάτι. Ένιωθε σχεδόν εξαντλημένος από τη σκληρότητά της. Όχι που τον εγκατέλειψε. Αλλά που διάλεξε ένα από τα αγαπημένα του ποιήματα για να το συνδέσει με τη φυγή της.

 


Ο Άγγελος Μανουσόπουλος γεννήθηκε το 1971 στη Λάρισα όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε Φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και παρακολούθησε δύο σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικές ιστοσελίδες και έχουν συμπεριληφθεί σε δέκα περίπου συλλογικές εκδόσεις. Η συλλογή νοσταλγικών ιστοριών Ο πόνος της επιστροφής κυκλοφορεί ελεύθερα στο Ίντερνετ σε μορφή ψηφιακού βιβλίου. Το 2019 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Bell το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Στην πόλη των ξένων που περιλήφθηκε στο βραχύ κατάλογο για το βραβείο Μένης Κουμανταρέας (πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα) της Εταιρείας Συγγραφέων.