Τα παιδιά του ποταμού

© Humberto Rivas

Τα παιδιά του ποταμού
εκλογές

Υπόθεση Λορσύ
[…Μυθολογία, Μ. Χατζιδάκις…]

Η περίπτωση του Ζεράρ Λορσύ φαντάζει ενδεικτική για την πλατιά καρδιά του Μάνου Χατζιδάκι. Διότι, ακόμη και αν πρόκειται για ένα ποίημα με αβέβαιη μοίρα και ραγισματιές ανθρωπιάς εδώ και εκεί, ακόμη και αν περιέχεται μες στη μεγάλη ιστορία της “Μυθολογίας” του συνθέτη, η περίπτωσης Λορσύ καταμαρτυρά δίχως αμφιβολία με ποιο πλευρό τάχθηκε για πάντα ο συνθέτης. 

Ήταν η ομορφιά και η καλοσύνη που έκαναν τον Χατζιδάκι να φανταστεί αυτήν την τόσο σύντομη και πικρότατη ιστορία. Σύντομη, διότι ο νέος φεύγει βιαστικώς και ο άλλος, χαρακτήρας απλόχερα δραματικός, απομένει πίσω. Τη φωνή του την πήρε η βροχή και έτσι δυο καρδιές δεν σμίξανε. 

Η ιστορία που λέτε έχει ως εξής.

Κάθε που ανεβαίνει τους ορόφους το λιφτ – μπόυ χαμογελά. Καπνίζει στα κρυφά ένα μισό τσιγάρο κάπου στον πέμπτο όροφο και έπειτα παίρνει ξανά το δρόμο του ισογείου. Και έχει μάθει να χαμογελά και το κάνει δίχως κόπο. Μα όχι από ευγένεια, όχι ο Ζεράρ Λορσύ δεν κάνει τίποτε για λόγους πέραν της αθωότητος. Αυτήν υπερασπίζεται νύχτες ολόκληρες στα συννεφένια σινεμά με το λαμπρό στερέωμα του ονείρου και το βλέμμα του πρωταγωνιστή. Του αρέσει πολύ ο Μπριαλί και δεν χάνει ευκαιρία να τον παρακολουθεί. Και έτσι όταν ο Διευθυντής τον αποδιώχνει, ο Ζεράρ βρίσκει καταφυγή στους κινηματογράφους του ενός φράγκου, πλάι σε μεθύστακες και κίναιδους που δεν θα νιώσουν ποτέ πόση αγάπη κρύβει ο νέος εντός του. 

Την ιδιοσυγκρασία του Μάνου που πίστευε βαθιά στους ανθρώπους και τους ήθελε τόσο πολύ κοντά του, εκφράζει το τέλος της ιστορίας. Μια ευκαιρία χαμένη, μια φωνή πνιγμένη στα νερά της βροχής, μια απουσία που αφήνει σημάδι στην καρδιά. Με την πίκρα του απομένει μονάχος στο τέλος του ποιήματος ο Χατζιδάκις. Και κάθε Κυριακή πηγαίνει στα θερινά της Αχερουσίας, κάτι αιώνιους κινηματογράφους, βλέποντας έργα με αδιαφορία έκδηλη. Το κάνει μην τύχει και δει εμπρός του σε κάποιον ρόλο πρωταγωνιστικό, τ’αγόρι που στοίχειωσε τη Μυθολογία του. Την νοσταλγία γεύεται και πικραίνεται. Παντού μια μυρωδιά, αλκοόλ και μάλλινης κουβέρτας και παλιού ψωμιού. Μα όλα αυτά είναι από ένα άλλο ποίημα, Ζεράρ. Εσύ, ω, εσύ μες στα όνειρα των ανθρώπων είσαι κιόλας ένας σταρ πρώτης στα αλήθεια τάξεως.

Ήταν η ομορφιά και η καλοσύνη του Μάνου. Και οι άνθρωποι που από έρωτα εκπίπτουν, μυστικά και αδιάκοπα. Είναι όλα αυτά που δένονται αναμεταξύ τους, ετούτα είναι που στερεώνουν μια τόσο σύντομη και πικρότατη ιστορία, αντιστρόφως ανάλογη με όσα κόμισε στη ζωή μας ο συνθέτης.

Κλοντ Λοραίν
Ρωμαϊκή εξοχή

Μια ιστορία
[…στα ηχεία η Αθανασία που σε κανέναν δεν ανήκει…]

Το τοπίο ήταν ειδυλλιακό, συλλογισμένο με το θάμβος του ήλιου μέσα από τις φυλλωσιές. Και με το μικρό βοσκόπουλο που τραγουδά και παίζει, καθισμένο πάνω στο βράχο. Και ήταν στο βάθος σχεδόν λευκά τα νερά και ο ίσκιος έπεφτε βαρύς. Και να που η ζωή και τ’ονειρικό συμβιώνουν στο έργο του Λορραίν, φύλλα και τα δυο του μεγάλου βιβλίου. Μια ατμόσφαιρα μοναξιάς και θαύματος τριγύρω στα λιθάρια και τα ζωντανά. Και η σκηνή μια από τις αναρίθμητες που περιέχει το ιερό και άπειρο βιβλίο. Κάτι σαν σκηνικό παραμυθιού, μιας ιστορίας που κρύβει έναν νοσταλγικό αποχαιρετισμό. 

Πρόλαβε να ξεχωρίσει την αμίαντη αθωότητα. Και ευθύς, κοιτάζοντας εκείνη τη ζωγραφιά του 17ου αιώνα, ένιωσε πως ο κόσμος όλος υπάρχει για να καταλήξει σε ένα βιβλίο. Είμαστε εδάφια στο μεγάλο βιβλίο του ονείρου, σκέφτηκε. 

Αμέσως μετά συνέχισε γνέφοντας στην παρέα που ‘χε ξεμακρύνει στο βάθος του διαδρόμου της Πινακοθήκης. Κοίταξε πίσω του μια τελευταία φορά. Αντίκρισε την αιωνιότητα και μια ομορφιά τόσο μελαγχολική, σχεδόν συγκινητική. Αργότερα, μες στη νύχτα φαντάστηκε πως ήταν μέρος και αυτός, αυτού του προοπτικού πανοράματος. 

Τα παιδιά του ποταμού
Άντριου Γκούντμαν

Το λεωφορείο σταμάτησε στο πουθενά. Δυο μουσικοί με τα όργανά τους, βαριά και ογκώδη επιβιβάστηκαν βιαστικά. Και το ταξίδι στα νότια συνεχίστηκε. Οι τύποι που πήραμε από το δρόμο γρήγορα αποδείχτηκε πως είχαν τη φασαρία στο αίμα τους. Γελούσαν και πείραζαν ο ένας τον άλλον. Κάθε τόσο έδειχναν φωτογραφίες των κοριτσιών τους και έπειτα έκλεβε ο ένας από τον άλλον τις φθαρμένες λήψεις. Ίσως ένα ενσταντανέ, μια καταγραφή βιαστική από την εμποροπανήγυρη που κρατάει δέκα μέρες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Ή το μικρό φεστιβάλ που διεξάγεται σε ένα πλάτωμα πλάι στον ποταμό και έχει κερδίσει το ενδιαφέρον του κοινού. Αποτέλεσμα της προτίμησης, οι μουσικοί  φθάνουν από κάθε πολιτεία. Καταλαβαίνεις την απόσταση που οι συμμετέχοντες έχουν διανύσει αν τύχει και ρίξεις μια ματιά στη σκόνη των παπουτσιών και σε κάτι τέτοιες αδιόρατες για τους πολλούς λεπτομέρειες. Είναι στα αλήθεια γεγονός πως τα υποδήματα ενός ανθρώπου έχουν να πουν πολλά για τα μίλια που ‘χει διανύσει.

Οι μουσικοί πήραν να παίζουν έναν εύθυμο σκοπό σε τζαζ εκδοχή. Αυτός με το κοντραμπάσο είχε κλειστά τα μάτια του και έμοιαζε σαν έτοιμος να δώσει κάποιον παράδοξο χρησμό. Είχε το νου του μόνο στην τήρηση του τέμπο, αλλάζοντας το παίξιμό του σε ένα ξέφρενο κρεσέντο κάθε μερικά μέτρα. Το λεωφορείο  περνούσε από μικρές, άγνωστες πόλεις και άλλες με φτωχοκάλυβα δίχως σταματημό. Εμπρός μας η άλλη πραγματικότητα μιας παράξενης, μελαγχολικής Αμερικής. Πέρα τα κρινάκια και οι ήλιοι, ως εκεί που βλέπει το μάτι σου, ανάβανε όλα τα φώτα της μέρας. Και μια ομορφιά πρωτόγνωρη αποκαλυπτόταν διαρκώς, ποτισμένη με τη δροσιά του ποταμού. 

Θα βρισκόμασταν λίγο έξω από Μερίντιαν όταν οι μουσικοί απότομα σταμάτησαν τα τραγούδια. Αυτός με το κοντραμπάσο, βουβός τώρα μαζί με το όργανό του, κράτησε τα μάτια του κλειστά. Λίγα μίλια πιο πέρα ο οδηγός στάθμευσε στην άκρη του δρόμου. Δεν είπε τίποτε άλλο έξω από “δέκα λεπτά διάλειμμα, δέκα λεπτά”. Και στάθηκε μερικά μέτρα πιο πέρα ατενίζοντας το μέλλον ή κοιτάζοντας χρόνια πίσω, όταν σε τούτα εδώ τα μέρη, η πολιτική ορθότητα επέβαλε τις φριχτές της πρακτικές, τις πιο αποτρόπαιες. Η παρέα των μουσικών βγήκαν από το λεωφορείο, έγνεψαν του οδηγού και εκείνος τους υπέδειξε το ρολόι του. Τους είδαμε να προχωρούν προς το παροπλισμένο κοιμητήρι. Αργότερα έμαθα πως από εδώ δεν περνά ποτέ το φεγγάρι, μήτε έζησε ποτέ στα αλήθεια ο Θεός. Κάποιος στις πρώτες θέσεις, κοίταξε διεξοδικά το ξέφωτο με τους σκόρπιους σταυρούς, ίσως κάπου κάπου ετοιμόρροπους, με όλο το βάρος του χρόνου απάνω τους. 

Ο τραγουδιστής εκείνης της παρέας που κατευθυνόταν στο Μερίντιαν, δίχως να πάρει το βλέμμα του είπε πως εδώ, σε αυτά τα μέρη ετάφη ο Άντριου Γκούντναμ. Έβγαλε το καπέλο του οπλισμένος με κάποιο μυστικό και ανομολόγητο σεβασμό που ήταν βαθιά εντυπωμένος μέσα του. “Κανείς δεν θα ‘θελε να ‘ναι στη θέση του Άντριου. Είχε πεισμώσει και τα είκοσί του χρόνια έμοιαζαν στα αλήθεια πυρκαγιά. Θα ‘πρεπε να το βάλει κάτω μα δεν είναι αυτός ο τρόπος που προχωρεί ο κόσμος. Λίγο πιο πέρα”, συμπλήρωνε δείχνοντας με το δάχτυλο κατευθύνσεις που παρέμενε δύσκολο να προσδιοριστούν με ακρίβεια, “πέταξαν το σώμα του Άντριου”. Δεν το ήθελε κανείς, ήταν η Αμερική που δεν ήθελε κανείς, μια ενδοχώρα πεισματικά δεμένη με την ηθική της. Μαζί με τον Άντριου, οι άνθρωποι εκείνοι σκότωσαν την ελπίδα. Είχαν λέει βάλει ξόβεργες και τα κατάφεραν, έβαλαν στο χέρι καλέ μου φίλε, μερικές αθώες καρδιές”.

Αργότερα στην ανταπόκριση που έστειλα είχα σκαρώσει ένα κομμάτι για αυτούς που κατορθώνουν να μείνουν ζωντανοί, σε πείσμα κάθε καιρού. “Ο Άντριου Γκούνταμ, είκοσι ενός μόλις χρόνων, κατέληξε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Το σώμα του έφερε κτηνώδη, παραμορφωτικά χτυπήματα που δεν θα μπορούσαν παρά να διακόψουν το νήμα της ζωής του νεαρού. Εδώ, λίγα μόλις μίλια από την πόλη, ο Άντριου Γκούντμαν έπεσε θύμα των φυλετικών διακρίσεων. Μέλη της παρακρατικής οργάνωσης επιτέθηκαν στην παρέα των ερευνητών. Και έτσι έκλεισαν τα στόματά τους  μια για πάντα. Ανάμεσά τους ήταν ο Άντριου. Τέσσερεις δεκαετίες μετά η δικαιοσύνη έκανε τη δουλειά της. Ποτέ δεν είναι αργά για να το κάνει ξέρετε”.

Έπειτα όλοι μαζί σωπάσαμε και αφήσαμε να ακουστεί η ιστορία του Άντριου. Το ποτάμι έπαιρνε τις φωνές μας, το ποτάμι μας πήγαινε τόσο μακριά, δεκαετίες ολόκληρες πίσω.  Σαν να μην είχαν περάσει, σκορπούσαν ακόμη θλίψη και αγωνία, μια ταραχή στο νου τ’ανθρώπου. Λίγο έξω από το Μερίντιαν , δυο νέοι, όχι πάνω από είκοσι χρονών, ανέβηκαν το λεωφορείο και ταξίδεψαν μαζί μας. Είχαν στην έκφραση κάτι το μυθολογικό, θέλω να πω πως ήταν δυο όμορφα αγόρια, πάντα πρόθυμα να δουλέψουν για το καλό αυτού του κόσμου.

Από τα ηχεία του οχήματος ακουγόταν μια διακριτική μελωδία. Ήταν στα αλήθεια σπαραχτική, δίνοντάς σου την εντύπωση πως πλάι στους μουσικούς που παίζουν εγκεφαλικά, πάει να πει με σύνεση, υπήρξαν ορισμένοι ρομαντικοί, μετρημένοι στα δάχτυλα. Τέτοιοι μουσικοί κατορθώνουν να γκρεμίσουν το αρχιτεκτονικό πλαίσιο αυτού εδώ του κόσμου, ξέρετε. Ω, πόση ανάγκη τους έχουμε στα αλήθεια, αυτούς που γεννήθηκαν ήρωες δίχως να το μάθουν ποτέ. 

Στο Μερίντιαν χαιρετηθήκαμε εγκάρδια με τους μουσικούς. Και εκείνοι, με μια τρυφερότητα ανθρώπων που πολεμούν το άδικο, μου ζήτησαν, “να μην λησμονήσω τον Άντριου”. Τον φαντάστηκα για μια μόνο στιγμή. Είχαν λέει τα μάτια του, το χρώμα του βάλτου. Δεν τον θυμήθηκα ποτέ από τότε. Όχι μέχρι να επαναληφθεί η ζωή του σε κάποια γρήγορη είδηση από εκείνες που καταδεικνύουν πέρα από κάθε αμφιβολία, πως ο κόσμος είναι σκληρός, πως δύσκολα αλλάζει και πως ίσως τόσο τραγικά να επαναλαμβάνεται. Η απώλεια διανυκτερεύει μα είναι στην ουσία της πράξης όλο το νόημα πυκνά συγκεντρωμένο. 

Κάπου στον κόσμο, τώρα που εμείς γράφουμε πυρετωδώς  μπορεί να γεννιέται ένας νέος Άντριου Γκούντμαν που θα θελήσει να αλλάξει τη μοίρα των κατατρεγμένων. Άλλωστε, τέτοιοι μικροί Χριστοί κρατούν όρθια την ανθρωπότητα και ανάμεσά τους ο κάθε Άντριου, το κάθε παιδί που παίζει και γελά με τον δικό του τρόπο,  πλάι στο ποτάμι. Ο Άντριου δεν το βάζει ποτέ κάτω. Και άλλοι, και άλλοι πολλοί από το τέμπλο ενός παράφορου, αμερικανικού αιώνα έρχονται να επιβεβαιώσουν την ακέραια πεποίθηση ενός δίκαιου κόσμου. Άνθρωποι απλοί, σαν και αυτόν.

Α.Θ