
[…αφήγημα με αφορμή το βιβλίο του Α. Χιόνη
“Όντα και μη Όντα”
Μια ιστορία…]
Είχε ξεχαστεί και μόνο σαν τον έλουσε το κίτρινο το φως της ξέφρενης μοτοσικλέτας κάπως ξαναβρήκε τον εαυτό του. Στο βάθος του δρόμου είχαν ανάψει τα φώτα, τριγύρω κάτι λίγοι διαβάτες, πρόσωπα ενός δράματος που πέρασε και πάει. Μερικοί από μακριά θύμιζαν παράδοξα πλάσματα καθώς ο ίσκιος τους αποκτούσε μυθολογικές διαστάσεις. Αποφάσισε να κάνει ότι έπρεπε. Και έτσι, οπλισμένος με πόσο θάρρος Θεέ μου, άνοιξε εκείνη την πόρτα. Δεν υπήρχε τίποτε , μόνο γυμνό σκοτάδι και ίσως κάτι τ’ανάγλυφο που παρέμενε απροσδιόριστο. Πέρασε αρκετή ώρα για να διαβεί εκείνο το κατώφλι.
Και σαν να μην είχε άλλο σκοπό παρά μόνον αυτόν, προχώρησε εκεί μέσα,, βρίσκοντας από την αρχή τα γνώριμα στέκια. Το μικρό το χολ, ένας διάδρομος, η εσοχή με τα σύνεργα της καθαριότητας κάποτε, σήμερα της μοναξιάς. Τα δωμάτια, τα κρεβάτια, το ρολόι που μετράει δίχως λόγο το χρόνο, τώρα που όλα ακίνητα μένουν πια. Πράγματα.
Η σιωπή γιόμιζε τα παράθυρα και τις πόρτες. Κάτι βαρύ έπεφτε χάμω στην καρδιά του σαν σίδερο, ναι, σαν σίδερο. Έσκυψε στη γωνιά του δωματίου, σαν τάχα να ‘θελε να προσευχηθεί με τρόπο δικό του. Και έτσι όπως παραμέριζε το παλιό έπιπλο σκέφτηκε πως η τρυφερότητα είναι μια επιλογή.
Ψηλάφισε εκείνο το μισοζωγραφισμένο τον ουρανό και ευθύς πήρε να φυσάει ο νυχτερινός άνεμος. Σφύριζε εκεί έξω στους ακάλυπτους της πόλης, μικρά, λέει ξέφωτα που βρήκαν τον τρόπο να σωθούν από τον βέβαιο χαμό. Πάνω του έπεφτε η νύχτα και η ανάμνηση, πάνω του. Και ένιωθε, εκεί, πλάι στον μισοζωγραφισμένο του ουρανό πως ήταν η τελευταία φορά που κοιτούσε εκείνο το δωμάτιο, η τελευταία μες στη ζωή του.
Πήρε λίγο ουρανό μες στις χούφτες του και σαν τις αγγελοποιούς, από μέσα του ξερίζωνε όλου του κόσμου την αθωότητα.
Δεν τον χωρούσε ο κόσμος. Πήρε μια άγνωστη κατεύθυνση, δεν τον ένοιαζε πού τραβούσε, μόνο να φύγει από εκείνο το σπίτι ήθελε. Και ας χαθεί. Και ήταν ο ίδιος τ’αρχαίο χρονικό του ανθρώπου που μάχεται τη μοναξιά του με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο.
Κάθισε στην έρημη πλατεία. Πάει καιρός που σωθήκανε και οι τελευταίοι και τώρα όλα παγώνουν. Στο νου του φέρνει τις μορφές, πορτραίτα καμωμένα με σαγκίνα, να τον κοιτάζουν όλο έκφραση. Σε λίγο φάνηκε ένας πολύ ηλικιωμένος άνθρωπος. Φορούσε πλατύγυρο καπέλο και μια παλιά καμπαρντίνα. Του πήρε ώρα εκείνου τ’ανθρώπου να διασχίσει την πλατεία. Σαν κάθισε πήρε να χιονίζει, ένα πυκνό χιόνι. Όλα τα σκέπαζε αργά και μεθοδικά, τις γραμμές του κόσμου ακολουθούσε δίνοντας μια άλλη όψη των πραγμάτων, ακόμη και των πιο συνηθισμένων.
Ο γέρος από την άλλη πλευρά της πλατείας κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Άνοιξε το στόμα του και σαν τον διψασμένο ήπιε όλο εκείνο το χιόνι. Έπειτα , όπως το πουλί που στέκει στην κεφαλή της πολιτείας, είπε. Να με συμπαθάτε, είμαι πεινασμένος, πάνε χρόνια που χιόνισε και πώς να αντισταθώ.
Θα ‘ταν τρελός, σκέφτηκε, μα τούτος είναι ο μόνος άνθρωπος μες σε ολόκληρη την πλατεία. Και τον είχε με κάποιον τρόπο, ανάγκη. Του χαμογέλασε με συγκατάβαση και βυθίστηκε στις σκέψεις του. Τον διέκοψε η φωνή του ηλικιωμένου. Ξέρετε, το είδος μου είναι πολύ σπάνιο. Είμαι ο χιονοφάγος που αν έχετε διαβάσει , θεωρείται εξαφανισμένος. Μα είμαι και εγώ και όλη μέρα πάω και ενημερώνω τους καταλόγους και τις υπηρεσίες πως υπάρχει ένας ακόμη εκεί έξω. Κανείς δεν με πιστεύει, το καταλαβαίνετε; Εσείς, με πιστεύετε εσείς;
Δεν ήξερε τι να του πει. Στο νου του ήρθε ο Χιόνης με τα παράξενα τα όντα του. Πλινίου, Φυσικά – να προσέχετε την γενική, επειδή, λέει μαρτυρά την κτήση ενός πράγματος, ενός ανθρώπου – και τα Φανταστικά Όντα του Μπόρχες. Και έπειτα ο μεγάλος, συνολικός μύθος του κόσμου που παραλλάζει και πάλι δένεται με χίλιους τρόπους, από άλλους τόσους δρόμους. Θυμήθηκε ένα προς ένα τα τρομερά όντα του Χιόνη που ‘χει φύγει χρόνια τώρα. Ήταν λέει, ένα ωραίο βιβλίο και ο Χιόνης σαν άλλος Αίσωπος έδινε στις Ερινύες μια υπόσταση ανθρώπινη. Και άλλοτε πάλι απαριθμούσε τα πλάσματα που κατοικούν στο πλάι μας δίχως ποτέ να υποψιαζόμαστε τη μοναδικότητά τους. Τι και αν κουβαλάνε τις ατέλειες του Θεού, τα πλάσματα του Χιόνη χαρίζουν και πάλι στη φύση τον πρώτο ρόλο. Καμιά φορά η γοητεία του κινδύνου μας κάνει να περιεργαζόμαστε τα κρυμμένα πλάσματα, ίσα για να αντικρίσουμε πόσο πολύ ξεχωριστά είναι και απρόσμενα μαζί, τούτο τον καιρό της λογικής. Ω, τα πλάσματα του Χιόνη, με μάτια από τρελό αλουμίνιο πώς μας κοιτάζουν μέσα από τον κόσμο της διδαχής που βρίσκει τον τρόπο να φτάσει ως τις καρδιές μας, δίχως τίποτε το διδακτικό. Ω, τα πλάσματα του Χιόνη, ω η μοναξιά τους, για να βρίσκουν άσυλο οι κυνηγημένοι αυτού του κόσμου. Όντα και μη Όντα, αισθήσεις και πλάσματα, κλίμακες να οδηγούν στην αποθέωση της φαντασίας, εκείνου του μεγάλου ασθενούς που διατηρεί ψήγματα μελλοντικού μεγαλείου.
Έριξε μια ματιά στον γέρο. Τώρα δεν σάλευε, τυλιγμένος μες στο παλτό του τον σκέπαζε το χιόνι. Ίσως κιόλας να ‘χε εγκαταλείψει εκείνο το παλτό. Κανείς δεν θα μάθει πως κάποτε σε τούτη την πλατεία εθεάθη ο περιβόητος χιονοφάγος, που όλοι τον θεωρούσαν μια χαμένη υπόθεση και όμως εκείνος τους διέψευσε. Μια μουσική έσκισε τον αέρα. Δεν έμοιαζε με οτιδήποτε είχε ακούσει. Ίσως ήταν εκείνο το δαιμονικό οργανάκι που μνημονεύει ο Αργύρης Χιόνης , εκείνο που άμα λέει τ’ακούσει ο άνθρωπος παγώνει και η καρδιά του ραγίζει. Είναι τότε που θέλει κανείς να πεθάνει του λόγου του, όταν το οργανάκι , λέει πάρει μπρος. Θυμήθηκε κάτι πράγματα επεξηγηματικά που του’χαν ξεδιαλύνει τις απορίες πάνω σε τούτη την παράδοξη συλλογή, συνέχεια θαρρείς μιας παλιάς, παράξενης ιστορίας.
Η νύχτα του φάνηκε ποιητική, αλλιώτικη. Θαρρείς και ένα κρινάκι μονάχο του μπορεί να φωτίσει όλο τον κόσμο, να τόση ήταν η ελπίδα και το πνεύμα λευτερωμένο, ζωηρό. Τι και αν δεν υπήρχε ψυχή, ο γέρος που ‘χε πια απομείνει μια αδειανή καμπαρντίνα αρκούσε. Και λίγος άνθρωπος καμιά φορά αρκεί, λίγος, τόσος δα, να διαβαίνει σαν νερό, ολότελα άπιαστος κάτω από το πόδια σου. Τώρα πια δεν θυμόταν τίποτε από όσα είχαν προηγηθεί, το σπίτι, τον ουρανό, τη μοναξιά του καθώς περιφερόταν στην πόλη δίχως σκοπό. Μόνον ο Χιόνης ερχόταν κάθε τόσο, πλαταίνοντας κάθε τόσο τις όχθες της ζωής και του χρόνου, ανοίγοντας ζητήματα που είναι δύσκολο πολύ να υπολογιστούν.
Η καινούρια μέρα ερχόταν από την πλευρά των Χαυτείων. Κοίταξε στο βάθος της προοπτικής. Πάει ώρα που περπατάει στη χιονισμένη πόλη. Δεν υπάρχει ψυχή, μόνο τ’αδέσποτα έρχονται και ρωτάνε για αγάπη. Αρπάζουν ένα έναντι και απομακρύνονται. Η ποίηση ετοιμάζεται να ριχτεί εκεί έξω, σώζοντας ότι μπορεί από τη φαντασμαγορία. Τα πιο παράξενα από τα όντα αυτού του κόσμου κρύβονται μες στις σελίδες του Χιόνη.
Οι οδοκαθαριστές κάνανε την εμφάνισή τους δειλά. Στα στενά και τους κεντρικούς δρόμους, συνεργεία σπεύδουν για να στρώσουν το σεντόνι της πολιτείας. Περνά δίπλα από κάποιον και ξαφνικά η αφήγηση παίρνει επιτήδεια τροπή και μια ολόκληρη σκηνοθεσία εικονογραφείται, μια σκηνοθεσία που χρειάζεται τη φαντασία τ’ανθρώπου για να λάμψει και να αποκαλυφθεί. Αυτός ο ανώνυμος οδοκαθαριστής που θα μπορούσε να είναι ένας στρατιώτης, ένας φοιτητής, ένας σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος που διαβάζει νύχτες ολόκληρες ποιήματα θέλοντας να γράψει μια και μόνη αράδα, αυτός ο διπλανός είχε την όψη του Χιόνη. Να λοιπόν, που το πράγμα δεν θα τελείωνε έτσι απλά. Επειδή θέλει θάρρος και κάτι σαν ταλέντο, βλέπετε για να μπορέσει κανείς να δώσει μια καθώς πρέπει παράσταση με υποκαταστάσεις και μεταθέσεις και προσθήκες ή αφαιρέσεις, με συσσωρεύσεις γραμματικές. Έπρεπε να το’χει στοχαστεί νωρίτερα.
Είχε ξημερώσει για τα καλά. Σταμάτησε στη βιτρίνα με τις τηλεοράσεις, κάθε μια σε μια άλλη συχνότητα. Ξαφνικά πέσανε οι τίτλοι των ειδήσεων και ακόμη πιο αναπάντεχα ο εκφωνητής αναφέρθηκε στην περίπτωση του χιονοφάγου. Ώστε λοιπόν μόνο ψέμα δεν ήταν.
Από το δρόμο πέρασε το καμιόνι του δήμου. Είχαν μόλις τελειώσει με τη φροντίδα της πόλης και τραβούσαν για πίσω. Στην καρότσα διέκρινε έναν άνδρα. Είχε μια τρομερή ομοιότητα με τον Χιόνη και καταβρόχθιζε μεγάλες μπουκιές ουρανού. Ώστε, όλα όσα φαντάστηκε την προηγούμενη νύχτα, ήσαν αληθινά. Χάρηκε σαν συλλογίστηκε πως και εκείνος σαν τον αλησμόνητο ποιητή, θα μπορεί να λέει πως κάποτε μπήκε με όλες του τις δυνάμεις στο πιο βαθύ στοιχείο κάποιας νύχτας.
Απόστολος Θηβαίος
