Τα σημεία της αναφοράς

[…τ’όνειρό σου ανασταίνω
και το κάθε σου γιατί,
επειδή “τίποτε δεν πάει χαμένο”.
Έτσι δεν είναι;…]

Η γενιά

Να το κλείσουμε, λοιπόν. Να μην ξαναπούμε τίποτε, να σφίξουμε τις καρδιές μας σαν να δένουμε τα χέρια μας.  Και να υποσχεθούμε ο καθένας σιωπηρά, πως άμα χρειαστεί, μια αρχαία νύχτα, από την αρχή θα βγούμε στους δρόμους. Θα σεργιανίσουμε με τις αφίσες στο δρόμο, θα σταματήσουμε τα αυτοκίνητα, να μοιράσουμε το μήνυμα, αν χρειαστεί. Επειδή πάντα χρειάζεται να ξαναπούμε τα ίδια πράγματα και έρχονται καιροί που πάμε να σβήσουμε. Δεν θα μας προειδοποιήσει κανείς, μια νύχτα μονάχα θα βρεθούμε μες στην καρδιά της πυρκαγιάς. Και τότε, μια μελλοντική γενιά, παιδιά ακόμη, θα ορμήσει να κοινωνήσει το μέλλον. Και πάνω απ’όλα να ‘σαι αυτός που είσαι και είναι σίγουρο, όσο η νύχτα ακολουθεί τη μοίρα, ότι κανέναν δεν θα εξαπατήσεις”, μας λέει μυστικά ο Άμλετ κάθε μιας εποχής. Μας λέει, το μέλλον θα σας επινοήσει από την αρχή, μια καινούρια ανάγκη θα πέσει μπροστά στα πόδια σας, μην δειλιάσετε, μην φοβάστε, είναι το απλήρωτο στοίχημα της ζωής που θέλει κόπο. 

Η γενιά του Πολυτεχνείου σίγησε απότομα μετά τη δόξα. Πήρε εκείνη το ρόλο του δυνάστη και από άλλο μετερίζι, αιώνια δικαιολογημένη και αθώα, θέρισε όλη τη σοδειά. Και άφησε συντρίμμια, μαζί με κάτι μπουκάλια, πεταμένα στο πέλαγο της ιστορίας, με το μήνυμά τους απείραχτο, λίγο κουράγιο για να προχωρείς μες στα χρόνια. Λίγη αξιοπρέπεια, το θάρρος που ποτέ δεν είναι μάταιο όταν στοχεύει στο μεγάλο και το υψηλό. Αυτό το θάρρος που ποτέ δεν θα μάθω πώς είναι στ’αλήθεια, μα το παραδέχομαι και το τιμώ. 

Η πύλη

Τώρα πια κανείς δεν το επισκέπτεται το Πολυτεχνείο. Κανένας δεν φταίει, η απόσταση είναι κιόλας μεγάλη. Μισός αιώνας είναι πολύς καιρός και δυο γενιές περάσανε από πάνω και προχωρούν και πάνε, σαν τους ήρωες των δημοτικών των τραγουδιών. Κανείς δεν στρέφει το βλέμμα του προς τη μεριά του κτιρίου που ‘ναι το δίχως άλλο, μια όμορφη αντίστιξη στην Αθήνα του πυκνού μπετόν. Οι πάγκοι και οι υπαίθριοι ζωγράφοι αποσύρθηκαν, η οδός Στουρνάρη σαρώθηκε από την κρίση και άλλαξε ύφος. Οι φοιτητές και αυτοί ακόμη λείπουν από παντού. Η Πατησίων με άλλες βιτρίνες κάθε μήνα, δεν μπορεί να κάνει τίποτε για να σβήσει το παρελθόν. Η πόλη παλιώνει, οι φροντιστές επεμβαίνουν κάθε τόσο. Όταν αποσυρθούν η πόλη θα θυμάται ακόμη λιγότερα για τον εαυτό της τον ίδιο. Εδώ και εκεί μια πλάκα αναμνηστική, ο πιο βέβαιος τρόπος για να ξεχάσεις. 

Κοιτάζω μέσα από τα κιγκλιδώματα. Τώρα πια εκεί μέσα δεν είναι άσυλο, ο νόμος ρύθμισε αυτήν την αβλεψία, αυτή την αχαλίνωτη δημοκρατική αρχή, κάποιος έπρεπε να την τακτοποιήσει. Μαζί μου κοιτάζουν κανά δυο περίεργοι. Έχουν παρκάρει ένα μεγάλο κορίτσι γεμάτο πράγματα για τις στράντζες επί της Πατησίων και συζητούνε σοβαρά, δείχνοντας την πόρτα. Η αστυνομία παραμένει άφαντη και τώρα ο ένας έχει σκαρφαλώσει και με λίγη προσπάθεια πέφτει μέσα στο χώρο του ιδρύματος. Δεν τολμώ τίποτε να πω. Τον κοιτάζω που χάνεται, ύστερα ακούω έναν θόρυβο, σαν να σέρνει κανείς μια μεγάλη, σιδερένια κατασκευή. Σπρώχνει τη βαριά πύλη, κάτι πρέπει να κάνω, να βάλω τις φωνές, να καλέσω το εκατό. Ο ένας από τους τύπους με κοιτάζει απειλητικά, έπειτα  μου λέει, τι σε νοιάζει. 

Η αλήθεια είναι πως κάτι θα έπρεπε να απαντήσω. Μα καθώς το συλλογίζομαι, αυτοί ξεγλιστρούν, το τρόλει περνάει από δίπλα τους, κορνάροντας ενοχλημένο. Όλα μετακινούνται προς τ’αριστερά, μια ξαφνική αναστάτωση, μα στο βάθος η Πατησίων βρίσκει το ρυθμό της. Όλα επιστρέφουν και το παραμύθι αρχινά.

Ένας κιθαρίστας καθισμένος στην άκρη της μάντρας τραγουδάει. Η κιθάρα του είναι τσακισμένη, οι χορδές της πετούν εδώ και εκεί, σαν δέντρου κλαδιά. Στο Γιουσουρούμ, λέγεται το εύθυμο και πνευματώδες εκείνο τραγουδάκι. Τον πλησιάζω διστακτικά, πρέπει κανείς να προσέχει τούτες τις μέρες. Ξέρετε του λέω, πήραν την πόρτα. Εκείνος βάζει τα γέλια, ο ζωγράφος δίπλα που δεν υπήρχε μέχρι πριν, φτιάχνει το πορτραίτο μιας κοπέλας. Την φτιάχνει πιστά, σαν να την αγαπάει πολύ. Και ο πατέρας μου από τ’απέναντι πεζοδρόμιο μου γνέφει και χάνεται. Όλα παλιά και ζωντανά ξανάρχονται. Ξέρετε, επαναλαμβάνω, η πόρτα εκλάπη. Και εγώ δεν κάλεσα την αστυνομία, δεν έκανα τίποτε. Είμαι δειλός, ξέρετε. Και εγώ μου απάντησε και με φίλησε, σαν να ‘χαμε πολλά χρόνια να βρεθούμε. Ακούστηκε σούσουρο, φάνηκαν οι φοιτητές στα σκαλιά του ιδρύματος. Πάνε να ερωτευτούν, να παίξουν τάβλι, να βάλουν βόμβες στη συνήθεια, να πετάξουν με μια κιθάρα, με ένα ούζο χωρισμένο στα τρία. 

Ο κιθαρωδός με κοίταξε. Από πάνω μας χιόνιζε, πίσω από το τραγουδάκι, ένας πομπός κάτι προσπαθεί να πει, ουρλιάζοντας άστοχα. Δεν θα πάνε μακριά, κοιτάξτε. Πράγματι, μια κόκκινη γραμμή πήγαινε ξοπίσω από τους κλέφτες, σε κάθε ξεδοντιασμένο σίδερο καρφώθηκε κάποτε μια ελπίδα. Αυτά τα πράγματα δεν εκποιούνται. 

Δεν πέρασε λίγη ώρα και οι δυο κλέφτες φάνηκαν από την πλευρά της οδού Στουρνάρη. Εκεί κάποτε πέφτανε νεκρά τα παιδιά της Ελλάδας. Τα πυροβολούσε αδιακρίτως η αστυνομία και ο στρατός. Άρπαξαν την πόρτα, την αφήσανε στη θέση της. Γύρισαν να την δουν μια τελευταία φορά και ήταν σαν να την αποχαιρετούσαν με μια συγνώμη μες στα μάτια τους. 

Όλα επανήλθαν, φρόντισε για αυτό η μοτοσικλέτα που έρχεται ρουθουνίζοντας σαν άγριο τέρας. Ο τραγουδιστής, οι φοιτητές, οι πλανόδιοι πωλητές, το κορίτσι, όλα χάθηκαν. Ένας νεαρός επαναλαμβάνει κάτι που δεν καταλαβαίνω. Στο τέλος μου δίνει μια αφίσα, με κοιτάζει ακόμη μια φορά ενοχλημένος, το ίδιο και οι διαβάτες που έρχονται κοπαδιαστά. Τους άφησε το λεωφορείο λίγα μέτρα παραπάνω. Κανείς δεν κοιτάζει προς την πλευρά του ιδρύματος. Η ίδια παλιά ιστορία και τα λήμματα νεκρά. Χάμω στα πόδια μου ένα χαρτόνι. Απάνω με μολύβι το πορτραίτο ενός κοριτσιού. Πού βρέθηκε, ποιος σκέφτηκε να φτιάξει αυτή τη νοσταλγία, να ‘ρχεται λέει μες στην ερημιά και να σε χαϊδεύει, ποιος;

Μαγεμένος προχώρησα προς την Πατησίων. Τριγύρω βάθαινε αργά, μεθοδικά ο χειμώνας, κάτι σαν ξενιτιά έσταζε από παντού.

Τα παιδιά

Του’παιρνε ώρα πολλή να φτάσει στο χαμηλό το σπιτάκι. Τραβούσε την ανηφόρα, δίχως ποτέ του να κοιτάζει πού θέλει να φτάσει. Θα ‘χανε το κουράγιο του τότε, ο αγώνας του θα’ταν μια χαμένη κιόλας υπόθεση. Μα δεν το μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ζούσε μονάχος εδώ και χρόνια, κανέναν δεν είχε να τρέξει για εκείνον. Έτσι το ‘θελε η ζωή, να μείνει μονάχος του λέει, κανέναν δεν κακίζει. Μα τώρα πρέπει να σφίξει τα δόντια, δεν το μπορεί να κάνει αλλιώς. Πρέπει να τα καταφέρει, κάθε μια μέρα, πρέπει να τα καταφέρει. 

Λίγο ακόμη, μερικά βήματα και έφτασε. Τότε είναι που ακούει  τις φωνές των παιδιών. Ήταν από το διπλανό σχολειό. Ίσως να ‘ταν μέρα γιορτινή, συλλογίστηκε και κοίταξε το ρολόι του. Έπειτα θυμήθηκε, το Πολυτεχνείο, τα παιδιά , θεέ μου τα παιδιά κάτω από τις ερπύστριες, οι νεκροί. Είναι τα τραγούδια της γιορτής, είπε μονάχος του και κάθισε στην άκρη του σκαλοπατιού. 

Ωραία που τραγουδούσαν τα παιδιά, όλο νεύρο και θέληση, πιο πάνω πηγαίνανε οι φωνές τους από το τραγούδι, στο ύψος του νοήματός του και ακόμη παραπέρα. Μπορεί οι νεκροί και οι ζωντανοί να μην μοιράζονται τον ίδιο κόσμο, μα τους συγκινούν οι  ιδέες και οι αξίες οι πιο μεγάλες. 

Ένιωσε τ’αεράκι του Νοέμβρη που ερχόταν φορτωμένο με μικρές καταιγίδες, με βροχές και μια υποψία του χειμώνα. Πήρε τα χρόνια του παραπέρα, το βλέμμα του καθάρισε εκείνος ο άνεμος. Τα παιδιά τραγουδούσαν τώρα με όλη τους τη δύναμη, κάτι γυναίκες είχαν βγει στα μπαλκόνια και ακούγανε ακουμπώντας τη θλίψη τους για τα περασμένα στον αγκώνα που γερνάει. Πουλιά πετούσαν κοπαδιαστά, σαν να’ταν άνοιξη. Όχι, όχι δεν ήταν μολυβένιος ο ουρανός, κόκκινο ήταν το χρώμα του. Του φάνηκε πως ήταν ξανά νέος, το σήμα συρμάτινο ερχόταν διακεκομμένο, εδ..Π..χν.. , λίγα πράγματα καταλάβαινε μες στη γιορτή. Ένα παιδί πέρασε τρέχοντας, μικρό, πολύ μικρό. Στάθηκε μια στιγμή παραπάνω, πήρε το κρινάκι και άναψε μια χαμηλή φωτιά. Από εκεί θα ξεδιψάσει μια φορά και έναν καιρό ο κόσμος. 

Και έτσι μες στο τραγούδι των παιδιών το ξέφρενο, νέος πια, πήρε τον ανήφορο και όσο βάδιζε φυλλομετρούσαν τα χρόνια ώσπου να απομείνει παλικαράκι είκοσι χρονών. Τον βρήκανε νεκρό, στο σκαλοπάτι τ’απόγευμα. Είχε στο πρόσωπό του ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο και λιγότερη μοναξιά στην έκφρασή του. 

Α.Θ