
Η τετρασύλλαβος μέθοδος
της εκπνοής
διήγημα
“Απ’ εδώ”, του είπε ένας μουστακαλής με στενό σακάκι. Δεν του πήγαινε καθόλου το στυλ και ήταν να βάζει τα γέλια κανείς με την κορμοστασιά του, η οποία δεν ήσαν βρε αδελφέ, για τέτοιο κοστούμι. Διαγραφόταν ακαθόριστη και στενή καθώς κατέληγε εις την κεφαλή με το μουστάκι. Πάει να πει ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο πύραυλο, σαν να λέμε ο τάδε ο πύραυλος, δίχως προεκτάσεις του συρμού, ευτελέστατες που συνηθίζει πορνογραφικώς η εποχή μας. Κατηφόρισε την τσιμεντένια σκάλα, στρίψανε αριστερά, έπειτα πάλι δεξιά, να μην σας τα πολυλογώ ακολούθησαν μια δαιδαλώδη διαδρομή που του’ ταν αδύνατο να την ανακαλέσει αν το απαιτούσε η ανάγκη. Σφίχτηκε η καρδιά του, αμάν, στον άλλο κόσμο πάω ο άμοιρος μα συνέχισε. Άλλο δρόμο δεν είχε, χρωστούσε παντού, κατέβαινε αργά ως την αγορά, έπαιρνε τσιγάρα και ανέβαινε βιαστικά. Όλη του τη ζωή τη χώρεσε στην αυλίτσα τη χορταριασμένη. Αλλά τώρα δεν πήγαινε άλλο.
Ο μουστακαλής, ο πύραυλος στάθηκε εμπρός από μια πόρτα. Χτύπησε δυο φορές, από την άλλη μεριά ακούστηκε ησυχία. Έπειτα γύρισε ο σύρτης, αντήχησε μες στους διαδρόμους, δυο μάτια σταθήκανε στη χαραμάδα. “Φως”, είπε ο μυστακοφόρος, “το βλέπω”, αποκρίθηκαν τα μάτια και η πόρτα διάπλατα άνοιξε. Ήταν το φουαγιέ ενός καλού ξενοδοχείου. Ο χαμηλός φωτισμός δεν επέτρεπε τίποτε περισσότερο να διακρίνει. Ο μουστακαλής τον έσπρωξε, έκλεισε πίσω του την πόρτα, τα μάτια χαθήκανε, της νύχτας θα ‘ταν πλάσμα. Προχώρησε προς το σαλόνι, τόπους τόπους παρέες συζητάγανε χαμηλόφωνα. Στις γωνιές είχε άχυρο και μερικά νεαρά μοσχάρια σιτίζονταν. Κάθε τόσο , σαν να συμφωνούσαν με όλα ετούτα, ρουθούνιζαν ευτυχισμένα, νωθρά και έπειτα πάλι σκύβανε το βαρύ το σβέρκο, όλο σοφία και υπομονή χορτασμένο. Οι ποτίστρες ήταν παραπέρα, τα μοσχάρια περνούσαν όμορφα τον καιρό τους στις γωνιές. Το σκηνικό επαναλαμβανόταν δεξιά και αριστερά του κεντρικού διαδρόμου. Στο βάθος φαινόταν ένα γραφείο, κάτι ψευτόμαγκες παίζανε τα κομπολόγια τους , φτύνανε χάμω και γελούσαν. Η βρώμα και η μυρωδιά της δερματίνης είχαν νοτίσει την ατμόσφαιρα. Τα άλλα τα συμπλήρωνε μια μυρωδιά φτηνού κρασιού και καπνού.
Κάποιος τον πλησίασε, χάιδεψε το μούτρο του μοσχαριού. “Εσύ θες χωράφια ή μοσχάρια;” Τα ‘χασε, κάποιος τον έσπρωξε, δυο τρεις βάλανε τα γέλια, εκείνος που ρώτησε έσφιξε το χαλκά στο ρουθούνι του ζωντανού, εκείνο έκανε μια κίνηση νευρική και απέμεινε με χαμηλωμένη τη ράχη. “Λοιπόν; Μοσχάρια ή βοσκοτόπια;” Τ’απάντησε, “χωράφια”, ο άλλος κάτι βλαστήμησε τον έσπρωξε παράμερα και τράβηξε στην άκρη. Το μοσχάρι τον ακολούθησε, μια στιγμή μονάχα τον μύρισε και ακολούθησε μες στις φριχτές οδύνες του χαλκά του.
Ένας καθώς πρέπει κύριος, πολύ σοβαρός με ντεγκραντέ γυαλιά, καθόταν πίσω από ένα μεγάλο δρύινο γραφείο. Είχε εμπρός του το χάρτη της Ελλάδος, έναν διαβήτη, μολύβι και μια χρυσή κασετίνα. Κάθε τόσο χανόταν μες στους καπνούς του τσιγάρου του, το τασάκι πλάι του ξέχειλο, κάπνιζε σαν το ιερό κάποιου μαντείου. Σήκωσε το βλέμμα. Τον κοίταξε με ενδιαφέρον και του’γνεψε να καθίσει. “Ακολουθώντας το Στρυμόνα, θα συναντήσετε ορισμένες εκτάσεις. Διατίθενται με το αζημίωτο, ωραία χωράφια για βοσκή. Σας το λέω γιατί έχω βρεθεί εκεί. Όχι διά βοσκή, αλλά διά επιθεώρηση, διότι και ας μην σας το λένε και ας μην το πιστεύετε ακόμη, μια τέτοια επιχείρηση θέλει προγραμματισμό και τακτική επιθεώρηση, ώστε όλα τα γρανάζια να λαδωθούν καταλλήλως και αρμοδίως. Λοιπόν, σας συστήνω να πάρετε μερικά στην περιοχή. Έπειτα θα λάβετε και ικανό αριθμό μοσχαριών διά τη σύνθεση του κοπαδιού σας και έπειτα, ιδού μια περιουσία εις χείρα σας. Τι να φοβηθείτε μετά; Τι; Πάρτε να χαρείτε ολίγες εκτάσεις τώρα που γυρίζει!” Συμφώνησε, ο άλλος του έγραψε το ποσό, φανήκανε κάτι τσιρκολίνοι , πήραν με χάρη τα λεφτά, πλησιάσανε ορισμένοι, έλαβαν όλοι το μερτικό τους, βιαστικά, με τρόπο, ύστερα το κοπάδι σκόρπισε, όλοι πήγαν παραπέρα, το σαλονάκι, άδειασε και όλα μπήκαν σε τάξη. Ακούστηκε ένα βαθύ μουγγάνισμα, σημάδι πως είχε σωθεί το χορτάρι και ευθύς οι ίδιοι τσιρκολάνοι φανήκανε με δυο αγκαλιές τριφύλλι, το ρίξανε στις ταΐστρες, όλα επέστρεφαν σε μια ειρήνη τρομερή και απαρασάλευτη.
Σε μια γωνιά παραπέρα, κάποιος μιλούσε και οι άλλοι ακούγανε με προσοχή. “Σε περιπτώσεις άγχους και κατά τη διάρκεια έντονα στρεσογόνων καταστάσεων, όπως η εύρεση χωραφιών ή μοσχαριών, μην παραδοθείτε στη δίνη της στιγμής. Θα πρότεινα μια διαφορετική αντιμετώπιση του όλου ζητήματος. Το οποίο θέμα, λέγω, προϋποθέτει τη σωστή εκπνοή. Διότι εισπνεύστε ότι εσείς κρίνετε κατάλληλο, αν η εκπνοή δεν είναι η αρμόζουσα, τότε το άγχος θα σας καταλύσει τις αντοχές όλες. Οπότε, τις κρισιμότατες εκείνες ώρες, επαναλάβετε παρακαλώ μετά από εμένα, “ο”, εισπνοή, “πε”, παρατεταμένα σαν βέλασμα μισό, “κε”, ομοίως, “πε”, όπως στα πολυφωνικά με διακυμάνσεις όσο αντέχουν τα πνευμόνια σας. Εξαντληθείτε και πάλι παρακαλώ, επαναλάβετε τρεις φορές και έπειτα ησύχως διαλογιστείτε. Θα δείτε, η περίσταση η άσχημη θα αντιμετωπισθεί”.
Επανέλαβε την μέθοδο και είδε πως ηρέμησε και έτσι περνώντας μέσα από εκείνο το ακριβό σαλόνι που ‘μοιαζε περισσότερο με στάβλου παράπηγμα σανιδένιο και φτηνό και έρμαιο, πλησίασε το γραφείο. Οι ψευτόμαγκες πλησιάσανε, τον μετρήσανε όπως κάνουν πριν τον καυγά, από πάνω ίσαμε κάτω. “Από πού πατριώτη;”, ρώτησε ένας. Ο άλλος του γκισέ, του υπέδειξε, “εδώ, υπογραφή και εδώ, ολογράφως”. Έπειτα επανέλαβε και εκείνος. “Σας ρώτησε, από πού πατριώτη;” Κάποιος έσκυψε στον κόρφο του, “πείτε γενικώς, Ρούμελη”, “Ρούμελη”, είπε και αυτός, οι μάγκες σπάσανε παραπέρα. “Σε καλή μεριά, κύριοι” και ευθύς ένας Γερμανός εθελοπρόξενος και ο αντίστοιχος αρμόδιος της τάδε γαλλικής δημοκρατίας, υπογράψανε φαρδιά πλατιά. Κόψανε την επιταγή, του τη δώσανε, ένα γραμματέας του προσέφερε το μοσχάρι εγγραφής στα μητρώα, φωτογραφήθηκαν μάλιστα όλοι μαζί. Έπειτα πήρε το ζωντανό του που μούγκριζε το βλογημένο. Τι να το κάνει, τώρα είναι εκατομμυριούχος, συλλογίστηκε και κίνησε κατά την αγορά. Έστριψε παρακάτω και ευθύς αντίκρισε εμπρός του τα σφαγεία. Ένα σφαγέας τον πλησίασε, έσταζε πάνω του το αίμα. “Παρακαλώ, μπορώ να σας εξυπηρετήσω;”. Η ευγένειά του φάνταζε ολότελα αντίθετη με το αντικείμενο της εργασίας του και με όλο αυτό το αίμα κατάχαμα. “Είμεθα εδώ διά την πρόνοια και την φροντίδα σας”. Σκούπισε το μπαλτά στην ποδιά του και αυτός έλαμψε κάπως, ωραίος, μια δύναμη κόντρα στη ζωή. Του έδειξε το μοσχάρι, του εξήγησε πως είχε γίνει πια εκατομμυριούχος, πως το μοσχάρι ήταν δώρο εγγραφής, διάφορα τέτοια. Ο άλλος του ‘δωσε τριάντα δραχμές, το χτύπησε με τη βαριά, παράξενο ακούστηκε το μουγκρητό του ζώου τώρα που ξεψύχαγε. Ώσπου πέθανε. Όταν σώπασε το ζώο, στάθηκε μια στιγμή, θυμήθηκε πως ήταν εκατομμυριούχος. Λυπόταν βεβαίως όσο να πει κανείς για το άμοιρο ζώο. Ένιωσε μια κάποια αγωνία και επανέλαβε, “Οπεκεπέ” κρατώντας το ίσο μες στο λογισμό του, σαν τους παλιούς ψαλτάδες και τους μοναχούς ενός τάγματος μακρινού.
el becerro milagroso
μια σκηνή
[Αργά έρχεται ο φωτισμός στη σκηνή. Έπειτα όλα φανερώνονται. Μια πόρτα κλείνει, κάποιος παραπατώντας εισέρχεται στη σκηνή. Κοιτάζει γύρω του, προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει, του είναι αδύνατο να εννοήσει πού βρίσκεται. Ξέρει μόνο πως τον μετέφεραν εδώ κάτι τύποι νωρίτερα. Μια ματιά που έριξε δεν είδε ψυχή τριγύρω. Υπέθεσε πως πρόκειται για κάποιο παράπηγμα, ένα ξεχασμένο τολ υποθέτει πως θα είναι εκεί που τον πήγανε. Ακούει και το θόρυβο του ελενίτ στις στέγες, ξέρει πως πατεί χώμα ελληνικό. Ώσπου ακούει ένα παρατεταμένο μουγκρητό π’αφήνει αντίλαλο μες στο θέατρο. Τα φώτα ανάβουν, ένα πλήθος που μέχρι τότε παρέμενε αόρατο, αναλαμβάνει δράση. Κάποιοι φροντιστές σπρώχνουν μια θηριώδη σκάλα, ανεβαίνουν και κάτι μαστορεύουν στη μαρκίζα. Αυτή ανάβει, οι φροντιστές δίνουν τα χέρια, , “Κομισιόν”, λέξης ωραία και ευρωπαϊκή. Μια μπάντα στην άλλη άκρη παίζει κάτι δημοφιλή τραγουδάκια των καλοκαιρινών πανηγυριών. Οι οργανοπαίχται μεταπηδούν από το ένα τραγούδι στο άλλο, μετ’επιτάσεως δίχως να ενδιαφέρονται για τίποτε παραλλαγές στο ύφος. Λάμψε φολκλόρ μου, λάμψε! Όλα εκτελούνται με τον ίδιο τρόπο, κυρίως βάναυσα. Το μέρος είναι πολύβουο, μια έντονη δυσωδία τον πλημμυρίζει. Του θυμίζει στάβλο ή κάτι νοτισμένο χώμα. Ή πάλι κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Μέσα έπεσε, δυο γύφτοι απαγγέλλουν το δωδεκάλογο και την ίδια στιγμή δειγματίζουν νεαρά μοσχάρια. Τα τραβάνε από τους χαλκάδες, αυτά να δείτε τι εύκολα που προσκυνάνε. Οι άνθρωποι εκεί είναι ντυμένοι παράταιρα. Θέλω να πω ορισμένοι φορούν κοστούμι με λονδρέζικο κόψιμο, φερμένο από το Σίτι και άλλοι παντελόνι και φανέλα λευκή με βαθύ λαιμό, έτσι που να αναδεικνύεται όλη η αντρειοσύνη τους. Τα μοσχάρια οδύρονται, οι γύφτοι τα κάνουν καλά. Αλλού κάποιος διδάσκει μια τέχνη πολεμική. Οι κινήσεις του είναι μετρημένες και σε κάθε πόζα επαναλαμβάνει τις λέξεις. “Οπεκεπέ!” και ευθύς ρίχνει μια ωραία, εναέρια κλωτσιά. Οι άλλοι χειροκροτούν με την καρδιά τους. Ολλανδοί, Γάλλοι και Γερμανοί τριγυρίζουν στο χώρο και επιβλέπουν το χάος. Ο μεν Ολλανδός είναι βγαλμένος από το χρωστήρα του Βερμέερ, ο δε Γερμανός έχει την κοψιά του Χέρμαν Έσσε. Όσο για τον Γάλλο, αυτός έχει το χέρι στον κόρφο όπως ο διάσημος χαρακτήρας, μα εξαιτίας του κνησμού που του προξενεί το κίτρινο, φωσφορικό γιλέκο. Όλοι αυτοί πρέπει να τα καταφέρουν με ένα σορό αδόκιμα υλικά που σμίγουν εκεί μέσα. Ο ιερέας με τ’άμφια περνά και αγιάζει με το πετραχήλι του ανθρώπους και πράγματα. Οι άλλοι σκύβουν το κεφάλι τάχα από σεβασμό, ωστόσο γυρεύουν στο χάρτη τα καλύτερα οικόπεδα. Ιδού, εμπρός σας το φαινόμενο του αναδασμού με πρωτοβουλία ιδιωτικιά (sic) και το μάνατζμεντ του δημοσίου. Παραπλεύρως εκείνου του σύμπαντος, υπάρχουν ολόκληρες ταπισερί με θεματολογία τους τον σπουδαίο, ελληνικό πολιτισμό. Η μάχη της Τριπολιτσάς, οι Θερμοπύλες, Δερβενάκια, Κιουτάχεια, Σαλαμίνα, ο Καρλ Μαρξ και ο Λένιν, μεταπολίτευση στην παραλιακή, το παλιό έμβλημα της Γιουγκοσλαβίας, δάφνες και άνθη, η “αλλαγή”, το μυθικό τέρας και πορτραίτα καπνισμένα των προγόνων μας. Τα καντηλέρια καίνε και το μόνο που ακούγεται καθαρά είναι τα κουμπώματα των βαλιτσών που ανοίγουν, τα χέρια που σφίγγονται, οι μετρητές των χαρτονομισμάτων, ένα μουγγάνισμα, βελάσματα, πολυφωνικά, ήχοι σφραγίδων, δημοτικά, κλαρίνα, το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας και ο ύμνος του κυπέλλου πρωταθλητών Ευρώπης. Πλησιάζει κάποιον που του χαμογελά. Του γνέφει να κάτσει. Καπνίζει πούρο και πίνει φραπέ, έχει ανοιχτό το πουκάμισο στο ύψος του αφαλού και μια τούφα τρίχες – αντρειοσύνη μου που λέγαμε – προβάλλει από το σατέν ύφασμα. Διότι αν συγκεκριμένα σημεία του σώματός μας επιμένουν να μην μεταμορφώνονται σε μετάξια, τα στομάχια τα αναθρέψαμε με τόση φροντίδα που τ’αξίζουν τα Βερσάτζε.
Επισκέπτης: Καλησπέρα σας, ξέρετε εγώ διαθέτω πέντε μοσχάρια και θα επιθυμούσα…
Κύριος με πούρο: Πέντε; (κάνει νόημα σε κάτι Ολλανδούς, τους εξηγεί, έπειτα γελούν όλοι μαζί) Five Cows, imagine! , (λένε οι άλλοι και όλοι μαζί γελάνε, μαζί και τα μοσχάρια τα τρισευτυχισμένα)
Επισκέπτης: Να ρωτήσω και εγώ με τι γελάμε ρε παιδιά; (οι άλλοι γελούν πιο πολύ τώρα)
Κύριος με πούρο: (συνέρχεται) πειραχτήκατε; Να με συμπαθάτε. Δεν το θελα. Ωστόσο, ένεκα της παρεξηγήσεως και του γεγονότος πως είστε συμπαθέστατος (εκείνη την ώρα ένα πολύ θελκτικό κορίτσι ντυμένο φραπέ δειγματίζει μερικές συσκευασίες έτοιμου καφέ, κάνοντας την γνωστή κίνηση της παλινδρομήσεως) θα σας διαθέσω άλλα χίλια!
Επισκέπτης: Χίλια; Μα ξέρετε, μου είναι αδύνατο, δηλαδή, όσο και να πάει κατά κεφαλήν, είναι αδύνατο, ξέρετε, κύριε…
Κύριος με πούρο: Δωρεάν! Δεν θέλω τίποτε! Να, πάρτε και χίλια στρέμματα που ‘μαι κιμπάρης. (εμπιστευτικά) Παντρεύω την κόρη μου, ξέρετε.
Επισκέπτης: Α, τι λέτε; Η ώρα η καλή. Ο γαμπρός καλός; (δίχως να προσμένει απάντηση) Ωστόσο, συγχωρέστε με, αλλά πώς θα σας τα ξεπληρώσω όλα ετούτα;
Κύριος με πούρο: Το μόνο που πρέπει να κάνετε είναι να ευλογάτε την Κομισιόν (του δείχνει τη μαρκίζα, ο παπάς τη λιβανίζει και όλοι σταυροκοπιούνται.) Εγώ τίποτε δεν θέλω, λειτούργημα κάνω, να πεθάνει η φτώχεια του λαού μας.
(Βάζουν να πιουν οι δυο τους, τριγύρω η δουλειά πάει καλά, οι τσιρκολάνοι κάνουν δεσμίδες τα χαρτονομίσματα, τα βοοειδή ειρηνεύουν, οι άνθρωποι επιδίδονται σε πράξεις εμπορικές και σε συναλλαγές. Αργά κλείνει η κουίντα, δίχως τίποτε να σώνεται από τ’αλισβερίσι.)
Αποστολος Θηβαίος
