
Ανοιχτόκαρδος Φανατισμός*
[Αλέκος Φασιανός]
Ο Μπολιβάρ και ο Καραγκιόζης
στα μαρμαρένια αλώνια ανταμώσανε,
στο θάνατο το ρίξανε
και στο όνειρο
Νίκος Εγγονόπουλος
Μην είδατε τον Μπολιβάρ;
21/10/1907-31/10/1985
[…στα ηχεία Γιάννης Μπαχ Σπυρόπουλος, “Περνάμε καλά”. Ο Μπολιβάρ, σε πολλαπλή προβολή να κρατάει, λέει το αίσθημα…]
Πάντα θεωρούσα τις ζωγραφιές του, καμωμένες από κάτι μεγαλειώδες και σπουδαίο. Είχαν βεβαίως μια θλίψη και μια μελαγχολία και μια γεωμετρία αυστηρότατη. Μα δεν αφορούσαν απλά τη συμφωνία του χρώματος, την ανάδειξη του σχεδίου. Οι μορφές του όλες, με τα καλοκαιρινά τους τα ρουχαλάκια, πιάνανε λιμάνι μετά από αιώνες. Και η Αργώ εφάνταζε το θαύμα που δεν παλιώνει.
Ανάμεσά τους, για πάντα ο Μπολιβάρ, γενναίος σαν όνειρο, θαυμάσιος και απρόσιτος, από χώμα και ελληνισμό φτιαγμένος. Τίποτε δεν του ‘κανανε τα χρόνια, ρωμαλέος σαν πάντα τριγυρίζει μες στα ρουμάνια και μιλάει για μαρμαρένια αλώνια, για παραμύθια, για την Λατινική Αμερική του, έναν κόσμο πέρα από τους χάρτες. Θα τον σμιλέψουν άραγε οι ζωγράφοι μετά από χρόνια ή τάχα θα ‘χουν λησμονήσει τη μορφή του; Κανείς δεν ξέρει, κανείς.
Μα αν τύχει και τον λησμονήσουμε μια μέρα και αδυνατούμε να τον φτιάξουμε όπως είναι μες στις καρδιές μας το μέγεθός του, έχουμε τη λύση. Τη φυλάμε σαν μυστικό επτασφράγιστο μες στα βιβλία του Νίκου Εγγονόπουλου, στα ωραία τα βιβλία που τραβούν για τον ουρανό, χαρταετοί μες σε κάποια ζωγραφιά του Σπύρου Βασιλείου. Θυμήσου, τότε τα μάτια σου να μην στερεώσεις στην άλογη τη φρίκη του καιρού μας. Θυμήσου, τότε, πως τον Μπολιβάρ κάποιος τον έφτιαξε να’ναι εις τους αιώνας, μια καταβόθρα αιθέρος, πηγάδια θες φωτιάς, σαν αυτά που μας κληροδότησε ο Ρεμπό. Θυμήσου τις άγριες μέρες τον ωραίο σαν Έλληνα Μπολιβάρ.
Διόλου χαρτονένιος
Μάνος Χατζιδάκις
23/10/1925-15/6/1994
[…πάντα στα ηχεία, “Κύριε”…]
Χάρτινο το φεγγαράκι, σαν ψέμα σηκώθηκε να μας καλησπερίσει. Τίποτε δεν είπε, στάθηκε στη γωνιά του, μισό, φθινοπωρινό φεγγαράκι, ίδιο και αυτό με τον κόσμο τον χαρτονένιο. Κάτω, ξυπνούσε το σαββατόβραδο, κάπου στον κόσμο ο χρόνος σταματούσε μόνο για μας.
Και οι ξέφρενες παράτες παίρννανε τέλος. Καιρός για μια ζωή πιο εσωτερική, για μια ζωή μυστική και ανομολόγητη, καμωμένη από έρωτα και νοσταλγία αξεπέραστη. Ένα κορίτσι λέει “σε χίλια χρόνια, το ίδιο θα σ’αγαπώ” και είναι αυτό το πνευματικό υπόβαθρο που φέγγει εντός μας. Άραγε, ποιο χημικό στοιχείο, ανεξερεύνητο ακόμη επιδρά μες στην εξίσωση την άλυτη της ζωής μας.
Χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη η ανατολή, θαρρείς βγαλμένα όλα από μια παλιά σκηνογραφία του Θεάτρου Τέχνης. Εκεί που διδάχτηκε ο Μάνος Χατζιδάκις το αλλιώς της ψυχής μας. Και αν περνούν νωχελικά και αγαπημένα τα νεαρά παιδιά, τίποτε δεν ξέρουν ακόμη για τη ζωή. Άθελά τους, σαν την Αντιγόνη ζούνε, μες στο μύθο τους.
Όσο για τ’όνειρο τους, αυτό παλιώνει εδώ και εκεί. Το ‘χει παραμερίσει το κακό που όταν θέλουμε ν’αρέσει του δίνουμε όψη τ’ακριβού και του σπουδαίου. Ωστόσο, αρκεί ο πρώτος στίχος και ευθύς θεριεύει το θάμπος που ποτέ δεν στεγάζεται και ποτέ δεν χωρεί.
Κάπου οι άνθρωποι προσπαθούν να τ’αγγίξουν. Το φως εκείνο σας λέω, που ποτέ δεν φθάνουν. Όλα είναι μάταια, ώσπου μια Κυριακή, ακούγονται τα ορχηστρικά του Μάνου και εμείς πιστεύουμε περισσότερο σε κάτι.
Μια αγάπη που δεν ήταν ψέμα
Κάρλο Κολόντι
24 Νοεμβρίου 1826 – 26 Οκτωβρίου 1890
[…στα ηχεία Ludovico Einaudi – Experience..]
Στους αθηναϊκούς κάδους των σκουπιδιών μπορείς να βρεις μια ολόκληρη περιουσία. Μια περιουσία που κανείς δεν θέλησε και τώρα ετοιμάζεται να συσσωρευτεί στις χωματερές κάποιας πολιτείας. Στην Φλωρεντία, την Αθήνα, την Νέα Υόρκη, την Δρέσδη, παντού όπου παλεύουν οι άνθρωποι με το χρόνο, το παλιό παραχωρεί τη θέση του σε ένα νέο σύμπαν αγαθών που πρόκειται και αυτό να φθαρεί πιο γρήγορα από την τόσο γοργά δαπανημένη μας εκτίμηση.
Ίσως κάπου εκεί μέσα να βρει κανείς εκείνη την πολυκαιρισμένη μαριονέτα. Τον νεαρό Πινόκιο που μας δίδαξε τι πάει να πει ψέμα, μια μαριονέτα που μας έδειξε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο πόσο δύσκολος και αναγκαίος είναι ο δρόμος της αγάπης, τον Πινόκιο που έζησε, γελάστηκε, είπε όσα ψεύδη χρειάζεται η ζωή μας για να ομορφύνει. Την μαριονέτα που μετάνιωσε, κάνοντας πράξη εκείνο που δεν κατόρθωσε ποτέ η ανθρωπότητα.
Είναι σίγουρο πως κάπου ανάμεσα στις σορούς των ανεπιθύμητων πραγμάτων θα βρει κανείς τη μαριονέτα του Κάρλο Κολόντι. Θα έχει τα μάτια της ορθάνοιχτα και ένα διακριτικό χαμόγελο ζωγραφισμένο πάνω στο ξύλο. Ίσως να ‘χει διαλυθεί κάτω από το βάρος του χρόνου, όμως κάπου αλλού στον κόσμο, κάποια μητέρα, κάποιος πατέρας πιάνουν από την αρχή το νήμα του μύθου που φέρνει τον συμπαθή Πινόκιο ως τις μέρες μας. Σήμερα που το ψέμα γιγαντώνεται και κανείς αδυνατεί να διακρίνει την αλήθεια από την παραχάραξη, ο μύθος του Φλωρεντινού παραμυθά ξανανιώνει, βαλμένος πια μες στις προθήκες του καινούριου μας αιώνα.
Κρατώ για το τέλος την αφορμή για τη δημιουργία του Πινόκιο. Δεν ήταν τίποτε λιγότερο από την αγάπη του μαστρο Τζεπέτο, εκείνου του γεμάτου καλοσύνη ανθρώπου που με τ’απόθεμα της ψυχής του δωρίζει τη ζωή στην ξύλινη μαριονέτα. Να τον θυμάσαι λοιπόν, όταν θα τριγυρίζεις μες στην πολιτεία, ανάμεσα στις άλλες μαριονέτες, μια τέτοια και εσύ με κομμένα συρματόσχοινα, με τσακισμένα όνειρα. Να τον θυμάσαι τον γέρο από το παραμύθι του Κολόντι, επειδή συνιστά μια απόδειξη του τι θαύματα σκαρώνει η αγάπη όταν σμίξει με τις λέξεις και όταν ντυθεί τ’απέριττο ρούχο της παιδική αθωότητας. Είμαι σίγουρος ότι έχετε μια ιδέα για τι πράγμα μας μιλά ο Πινόκιο του Κολόντι που έφυγε για πάντα μια μέρα σαν σήμερα το 1890. Ο μύθος λέει πως κάθε τέτοια μέρα ένα μικρό αγόρι, αλλιώτικο από τ’άλλα λίγο πριν κλείσει τις πύλες του το κοιμητήριο της Μόντε Μπασίλικα, αφήνει στον τάφο του Φλωρεντινού παραμυθά ένα μπουκέτο με ξύλινα ρόδα.
WWII
Οι γυναίκες του μετώπου μας
Μια νοσοκόμα γράφει το γράμμα του στρατιώτη προς τους οικείους του. Σε μια άλλη λήψη η Αθηνά Μεσολωρά συνομιλεί με κάποιον οπλίτη. Στις ιστορικές καταγραφές οι νοσηλεύτριες ποζάρουν παρέα με τους ιατρούς σε κάποιο αυτοσχέδιο διοικητήριο, λίγα μόνο χιλιόμετρα από την πρώτη γραμμή του μετώπου.
Σε άλλες φωτογραφικές λήψεις, γυναίκες εξοπλισμένες με φτυάρια εκχιονίζουν τα σημεία από τα οποία θα περάσει ο ελληνικός στρατός. Σε κάποιο σκίτσο, οι γυναίκες σκαρφαλωμένες στα βράχια κουβαλάνε μπαούλα με σφαίρες και οπλισμό. Σκαρφαλώνουν τις κορυφές της Πίνδου αγόγγυστα, παλεύουν, μοχθούν κρίνοντας με τις πράξεις τους έναν συλλογικό σκοπό.
Οι γυναίκες του έπους του 1940 στάθηκαν στο ύψος των ηρώων εκείνης της εποχής. Δίχως να διασώζονται τα ονόματά τους, παραμένουν εκείνη h αφανής δύναμη που κράτησε όρθιο το πνεύμα του ελληνικού στρατού. Μητέρες, κορίτσια στον πρώτο ανθό της νιότης τους, ηλικιωμένες με όλα τα σημάδια του χρόνου πάνω στις μορφές τους, όψεις βγαλμένες μέσα από το τέμπλο της συνείδησής μας. Σήμερα φέγγουν στα φωτογραφικά εικονοστάσια εκείνου του καιρού, ομορφότερες από ποτέ. Μανάδες όλων μας.
Το άλογό μου
Τίποτε δεν θα είχε κατορθωθεί αν δεν ήταν εκείνα. Αν δεν σήκωναν επάνω τους όλο το βάρος της εθνικής παλιγεννεσίας μας, αν δεν άντεχαν όλο το φορτίο του κόσμου. Τα άλογα και τα μουλάρια από το έπος του 1940 προσέφεραν αγόγγυστα ότι είχαν και δεν είχαν. Προχωρούσαν στα κακοτράχαλα μονοπάτια των ορεινών όγκων, έβρισκαν όσο θάρρος χρειαζόταν σαν ακουγόταν το σύνθημα της επίθεσης και οι επιλαρχίες εφορμούσαν για να προχωρήσει λίγα μέτρα πιο πέρα το θαύμα. Άλογα που κείτονταν μες στο χιόνι, ξεψυχούσαν για έναν σκοπό μεγαλύτερο. Άλογα που παρέμεναν ότι πιο τρυφερό και λογικό μπορούσε να αναγνωρίσει κανείς μες σε εκείνες τις φριχτές και ανυπόφορες συνθήκες, κουφάρια εδώ και εκεί, βουβά δίχως να μπορούν να ιστορήσουν όλα όσα αντιμετώπισαν, όλα όσα συνέβησαν εκείνες τις στιγμές.
Ο Νίκος Καββαδίας , οπλίτης στο μέτωπο του ‘40 μαζί με τον αδικοχαμένο Σαραντάρη, τον Ελύτη, τον Καραντώνη, τον Ξεφλούδα, έγραψε τις αναμνήσεις του από εκείνο τον καιρό. Και φρόντισε να υμνήσει “Το άλογό του”, να του αποδώσει τις τιμές που ο πόλεμος, άγριος και αδυσώπητος του αρνήθηκε. Ο ίδιος γράφει και τίποτε περισσότερο δεν χρειάζεται από αυτό.
“Άλογα και μουλάρια πεσμένα μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως. Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι…Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.
Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου. Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!”
Α.Θ
