
διήγημα
[…ο κόσμος θα είχε αλλάξει αν διάλεγες Ντόναλντ κάποια γκρεμισμένη συνοικία στην Παλαιστίνη ή την Χερσώνα, για να ανακοινώσεις μεταξύ των επιζώντων, το τέλος του πολέμου. Τότε, λέει ο κόσμος θα είχε αλλάξει…]
Αγαπητέ Ντόναλντ, πολύ λυπάμαι που δεν πήρες το Νόμπελ της Ειρήνης. Σε υπονόμευσαν τα κυκλώματα και σε πλήγωσε αυτή η επαναστάτρια που στέκει απέναντι στο καθεστώς του Μαδούρο. Ας είναι, ο Μπίμπι σου υποσχέθηκε, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, πως του χρόνου το βραβείο δεν μπορεί παρά να γίνει δικό σου. Ο Μπίμπι ποτέ δεν κάνει πίσω, όσα παιδιά και αν χρειαστεί να σφαγιαστούν.
Λίγη υπομονή Ντόναλντ. Συνέχισε να τερματίζεις πολέμους και να δίνεις μια λύση στα μεγάλα και δυσεπίλυτα προβλήματα του κόσμου. Και ίσως στην επόμενη απονομή, μπορέσεις να σταθείς πρώτος ανάμεσα στα πρόσωπα που ξεχωρίζουν επειδή κάνουν ότι μπορούν για να αντέξει ο κόσμος λίγο ακόμη.
Και έπειτα, Ντόναλντ, και έπειτα, θα καρφώσουν το κάδρο με την φωτογραφία σου στην αίθουσα των βραβευμένων προσωπικοτήτων. Θα το βάλουν, όχι όπου να’ναι, μα σε περίοπτη θέση. Ω, Ντόναλντ, μια περίοπτη θέση συνιστά την καλύτερη εκδοχή για τη βράβευσή σου, κάτι πιο σίγουρο από κάθε άλλη βεβαιότητα.
Θα δεις, θα σταθείς ανάμεσα στις προσωπικότητες που άλλαξαν για μια στιγμή τον κόσμο. Εσύ, πρώτος απέναντι σε όλους και στο πλευρό σου όλη η ανθρωπότητα, να σου λέει με κάθε τρόπο ευχαριστώ, ευχαριστώ Ντόναλντ που έσωσες τον κόσμο από τον βέβαιο χαμό.
Θα κάτσεις στην πρώτη γραμμή των προσκεκλημένων. Κάποιος από την επιτροπή θα σου εμπιστευτεί χαμηλόφωνα πως είσαι εσύ που κερδίζεις το βραβείο. Και μαζί σου, όλη η Αμερική που ξόφλησε από όνειρα και ευκαιρίες και γυρεύει το βηματισμό της. Θα κοιτάς αγέρωχος προς πάσα κατεύθυνση, τα μαλλιά σου αψεγάδιαστα, η Αμερική σου τέλεια από κάθε άποψη, η Ιβάνκα χαμογελαστή, γαμπροί, κόρες, εγγόνια, όλοι ευτυχισμένοι και αποφασισμένοι να ξανακάνουν την Αμερική μεγάλη, μεγάλη όσο ένα καπέλο, μικρή όσο μια πληγωμένη χώρα.
Τα φλας θα αστράφτουν και οι δημοσιογράφοι θα περιμένουν για μια σου δήλωση. Απέναντί σου, σε έναν καθορισμένο χώρο, όχι παραπάνω από ένα στενό δωμάτιο, οι νεαροί δημοσιογράφοι που ξημεροβραδιάζονται για μια σου διατύπωση, θυμίζουν άγρια άλογα έτοιμα να ξεχυθούν στην αφετηρία. Ψυχραιμία Ντόναλντ, σου ψιθυρίζει ο Μπίμπι και σταυρώνει τα δάχτυλά του σαν τα μικρά παιδιά.
Να που εξέρχεται η επιτροπή. Οι ακαδημαϊκοί έχουν συζητήσει εκτενέστατα όλες τις υποψηφιότητες και τώρα κρατούν στα χέρια τους την ετυμηγορία. Πρέπει να δείξεις αυτοκυριαρχία Ντόναλντ, μιμήσου τον Μπίμπι που σε κάτι τέτοια παριστάνει πως δεν ακούει τίποτε και στέλνει τους νέους να πεθάνουν δίχως ενδοιασμό ή ντροπή. Η ανάσα του Ντόναλντ πάει, κόπηκε, άλλο κουράγιο δεν έχει. Πρέπει να κερδίσει τ’αναθεματισμένο το βραβείο και έπειτα μπορεί να επιδοθεί σε πολέμους και εκβιασμούς, όπως ξέρει καλά να κάνει. Κοιτάζει τα μέλη της επιτροπής βαθιά μες στα μάτια, να ιδεί παλεύει τι βαραίνει μες στο νου τους. Οι φύλακες στέκουν γύρω του, οι φύλακες θέλουν να πάρει το βραβείο ο Ντόναλντ που είναι τ’αφεντικό τους. Όλοι τους φορούν σπιρούνια και χλιμιντρίζουν με κέφι όταν ανοίγουν τα κεφάλια των διαδηλωτών που γυρεύουν να στερεώσουν την ελπίδα μες στον κόσμο. Ο Ντόναλντ κοιτάζει τα χέρια του που ‘ναι ιδρωμένα από την τόση του την αγωνία.
Η ώρα ήρθε. Κανείς δεν μιλά μες στην αίθουσα. Ένας νεαρός ντυμένος με στολή αξιωματικού ενός άγνωστου στρατού, κάνει την εμφάνισή του. Κρατεί έναν φάκελο, εκεί μέσα περιμένει τ’αποτέλεσμα να ανακοινωθεί. Το παραδίδει στον πρόεδρο της επιτροπής. Έπειτα κάνει μια υπόκλιση και χάνεται, ο νεαρός πάντα. Όλοι συμβουλεύονται εκείνο το χαρτί, ανέκφραστοι παραμένουν ώστε τίποτε να μην προδοθεί.
Ο Ντόναλντ κέρδισε! Κοίτα να δεις, ο Ντίναλντ είναι κάτοχος του βραβείου Νόμπελ. Καθόλου έκπληξη, αφού εδώ και καιρό ο κόσμος συζητάει το πλασάρισμά του στις σοβαρότερες υποψηφιότητες. Οι τύποι με τα σπιρούνια σπεύδουν να του δώσουν ένα κατακόκκινο, καινούριο καπέλο που δεν θέλει μόνο μεγάλη την Αμερική, μα θέλει και τον Ντόναλντ νομπελίστα, σαν τους ποιητές και τους επιστήμονες που γυρεύουν μια λύση για τα μεγάλα, τα δυσεπίλυτα προβλήματα αυτού εδώ του κόσμου.
Τώρα όλη η παρέα, βραβευμένοι και επίσημοι και αξιωματούχοι κυβερνητικοί, όσοι δηλαδή κάνουν ότι μπορούν για να κρατήσουν όρθιο τον πόλεμο, τραβούν για τη μεγάλη αίθουσα. Εμπρός πηγαίνει ο πρόεδρος, πίσω ο Ντόναλντ, με καουμπόικο βήμα και έκφραση σοβαρή. Σπανίως την επιστρατεύει μα όταν το κάνει πολύ αρέσει στην λεγομένη, την γνώμη την κοινή. Τώρα όλος εκείνος ο θίασος στέκει προσοχή εμπρός στις μορφές όσων ξεχώρισαν μες στην ανθρώπινη ιστορία. Ο Ντόναλντ θέλει να διαλέξει την καλύτερη θέση για του λόγου του, τα ψυχοπαίδια του Ντόναλντ, αναλαμβάνουν να πάρουν από μπροστά του τα προηγούμενα κάδρα. Για την ακρίβεια τα παίρνουν και τα πάνε στη χωματερή.
Και ο Ντόναλντ που μέσα του βαθιά ξέρει καλά πως δεν αγοράζονται όλα και πως μερικά πράγματα δεν διαθέτουν αντίτιμο, κοιτάζει τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ που παίρνει το δρόμο της εξορίας. Από το Μέμφις ως τις αίθουσες του Καπιτωλίου, η Αμερική θυμάται τα πιο σπουδαία της παιδιά. Ο Ντόναλντ που έμαθε καλά κοιτάζει την κορνίζα που φεύγει για να βρει τη θέση της η δική του. Ο Ντόναλντ νιώθει το βλέμμα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ να τον κυριεύει και μεμιάς, έστω και την τελευταία στιγμή διατάζει όλους να σταθούν. Παίρνει το κάδρο του Κινγκ και το ξαναβάζει στη θέση του. Επειδή ακόμη και ο Ντόναλντ ξέρει καλά ποια είναι η θέση του. Και επειδή ο αδικοχαμένος Πάστορας διαθέτει ακόμη και μετά θάνατον, ένα βλέμμα ακλόνητο, σαν στέρεα και αναλλοίωτη πεποίθηση.
Απόστολος Θηβαίος
