Μιχάλης Κατσιγιάννης | Μία προσωπογραφία για τον ποιητή Νίκο Εγγονόπουλο

Νίκος Εγγονόπουλος

1. Η ποιητική κατάσταση του Νίκου Εγγονόπουλου

 

Η ποίηση του Εγγονόπουλου είναι ένα οριακά αψεγάδιαστο μέσο κριτικής της κοινωνίας και του πολιτισμού, σε βαθμό τέτοιο που η ουσία της να μεταλλάσσεται σε θεμελιακό επίπεδο, να υπερβαίνει τα καλλιτεχνικά εσκαμμένα και να ταυτίζει την τέχνη της ποίησης με τις κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές αναλύσεις, χωρίς όμως ποτέ να αποστασιοποιείται από την αισθητική. Η τέχνη του δεν αφορά την έκφραση της λυρικής προσωπικής απόγνωσης και της μη οριακής περίσκεψης, αλλά τη διάσωση της κριτικής, καθώς και όλων των παραγόντων που δρουν σε αυτή την κατεύθυνση, συμβάλλοντας στις διαδικασίες εξιχνίασης και εντοπισμού των περιστάσεων των δυσφοριών.

Στο πλαίσιο αυτό, τα ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου δεν είναι μία σειρά από κείμενα που προσφέρονται για αισθητική τέρψη και δολοφονία ωρών. Αντίθετα, η ποιητική του αναλαμβάνει να επιτελέσει το έργο εκείνο που αποσκοπεί στην εξαντλητική περιγραφή και ανάλυση των κοινωνικών γεγονότων, με αφετηρία και προορισμό τον κοινωνικό μετασχηματισμό, μέσα από μία επίπονη και επίμονη διαδικασία αυτογύμνωσης η οποία τον φέρνει συνεχώς αντιμέτωπο με την τραγωδία. Όπως γράφει η Αμπατζοπούλου (1987: 11-12), ο Εγγονόπουλος «ξεκίνησε με ένα όραμα διαμορφωμένο, με μια συγκεκριμένη πρόταση για την τέχνη και τη ζωή».

Ο αναστοχασμός, που προϋποθέτει τόσο η συγγραφή τέτοιων έργων όσο και η ανάγνωσή τους, φανερώνει και το κίνητρο της βούλησης του Εγγονόπουλου. Είναι αυτή η απίστευτα πολύτιμη και ιερή στιγμή όπου το υποκείμενο αρνείται τις ενστάσεις που του (αυτο)επιβάλλονται και συνειδητοποιεί την αναγκαιότητα για χάραξη μίας δρομολόγησης ενός εναλλακτικού και προοδευτικού τρόπου θέασης, όχι της πραγματικότητας, αλλά όλων των παραμέτρων που την οικοδομούν. Είναι η στιγμή εκείνη που το υποκείμενο θα νομιμοποιήσει την πνευματική αναστάτωση εγκαθιδρύοντας τη μονιμότητα της ικανότητας της κριτικής. Ο Νίκος Εγγονόπουλος και το μεγαλειώδες ποιητικό του αποτύπωμα μπορούν πολύ εύστοχα να συνοψιστούν σε αυτό που ο Αρτώ (1981: 66) πολύ διορατικά είχε πει: «δεν έχω τόσο ανάγκη για τροφή όσο για μια κάποια στοιχειώδη συνείδηση».

Ο λόγος του ποιητή πρόκειται για λόγο όμοιο με κρούση, στον οποίο διακρίνεται ένα πεδίο ενόρασης από το οποίο αναβλύζει η διαθεσιμότητα της έγνοιας του για την βύθιση στην αταραξία, για την μη απορρόφηση στο περιβάλλον έρεβος, για τον μη καθησυχασμό και για τη διάχυση της ενότητας της ανάτασης. Όταν ο Εγγονόπουλος σκαρώνει τον στίχο, τον μελετά, δεν τον επιτηρεί, γι’ αυτό άλλωστε είναι και σοβαρός ποιητής. Μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε στο χρόνο του, να φανταστούμε τον ρυθμό της αγωνίας του και να ψηλαφήσουμε την ρυμοτομική ποιότητα των πλευρών που προσπαθεί να διανοίξει, διαπλάθοντας τις εκφράσεις του. 

Ο Νίκος Εγγονόπουλος είναι ο ποιητής της υπέρβασης, της συνασπισμένης εξαθλίωσης. Η αρχή και το τέλος των νοημάτων με τα οποία αποφασίζει να καταπιαστεί (χωρίς απαραίτητα να υπάρχει εντός τους) εντοπίζεται, όχι σε ενδότερους και κρυφούς ψυχοκοινωνικούς χώρους, αλλά στην βαθιά και έντονη έλξη που αισθάνεται από τη δυναμική που βιώνει μέσα από την κοινωνική αλληλεπίδραση και τους ριζοσπαστικούς οραματισμούς του. Δεν αντιμετωπίζει το υποκείμενο με μετωπική αλληλεγγύη και θρήνο, αλλά με το αναγκαίο αίσθημα ευθύνης που τον διακατέχει ως μη αλλοτριωμένο ον, που επιχειρεί να διευρύνει την ποιότητα και την ποσότητα της αντοχής και της δημιουργίας σε μία ασφυκτικά παγωμένη ατμόσφαιρα, καταφέρνοντας πραγματοποιήσιμα όνειρα. Σύμφωνα με την Αμπατζοπούλου (1987: 49), «επανάσταση, ανατροπή, συμφιλίωση είναι οι ποιητικές επιλογές του Νίκου Εγγονόπουλου, και μ’ αυτές τοποθετείται εξ αρχής απέναντι στις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες του καιρού του, προτείνοντας μια νέα ανάγνωση του κόσμου».

Είναι ο ποιητής που κάποιος θα πει ότι επιδεικτικά αγνοεί την εσωτερική επαφή που μπορεί να αναπτύξει με τον αναγνώστη, τόσο έκδηλα που ενδεχομένως και να αδυνατεί. Στην πραγματικότητα, αυτό που συμβαίνει και που επικρατεί στον ποιητικό θίασο του Εγγονόπουλου είναι η επιστράτευση μίας τεχνικής που στέκεται μόνη και όρθια απέναντι στις ξέπνοες και βουβές αναπαραστάσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Η περιγραφή της τεχνικής αυτής είναι ότι δεν αδιαφορεί για τίποτα και για κανέναν. Χωρίς να παρουσιάζεται ως ήρωας ή ως δειλός, προσπαθεί να διαρρήξει τις επίπεδες επιφάνειες που μονίμως μέμφονται την ποικιλομορφία και την ικανότητα δημιουργίας θεάσεων, μέσα από τη σύνθεση αλληλένδετων διαφορών.

Η ποίηση του είναι μια ποίηση που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την ανάλυση των θεμελίων και των επιλογών που τα επικυρώνουν (τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο) και που συγκροτούν τόσο τον εξουσιαστικό μηχανισμό των μορφών της κοινωνικής οργάνωσης και του κοινωνικού ελέγχου όσο και τις αντιστάσεις απέναντι στην ατομική και συλλογική καταπίεση (και καταναγκασμό) που, όχι κρύφια, αλλά μάλλον διστακτικά αναδύονται. Η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου (1988: 18) λέει για τον ποιητή:

ο Νίκος Εγγονόπουλος, γνήσιο παιδί του 20ου αιώνα και των προβληματισμών του, που βρίσκονται τη βάση κάθε πρωτοπορίας, δεν διάλεξε τον υπερρεαλισμό ως μια απλή σχολή, μια τεχνοτροπία, αλλά ως μια θεωρία επαναστατική και ανατρεπτική για την τέχνη και τη ζωή.

Συμφώνα με όλα τα παραπάνω, ο Εγγονόπουλος φαίνεται ότι δεν είναι προσωπικός ποιητής, αλλά ούτε και το αντίθετο. Είναι απλά μία μορφή διαλεκτικών αντιθέσεων που ίσως αγωνιούν πολύ περισσότερο για τη συλλογική αποτραυματοποίηση από ότι για την ατομική, χωρίς να σημαίνει ότι η ποίηση του αδυνατεί να λειτουργήσει επιτυχώς, τοποθετημένη και σε πιο προσωπικά όρια. 

Ο Νίκος Εγγονόπουλος είναι σουρεαλιστής ποιητής και δεν υπάρχει αμφισβήτηση γι’ αυτό (Αμπατζοπούλου, 1987: 51). Ωστόσο, τόσο το λογοτεχνικό του πείσμα όσο και η ιδιότυπη απόχρωση της ικανότητας των καλλιτεχνικών επιλογών του, διοχετεύεται με ποικίλες εκφάνσεις και εκφραστικά μέσα εκτός των ορθόδοξων σουρεαλιστικών ποιητικών εργαλείων. Πρόκειται για «ποίηση πολύ περισσότερο πλούσια απ΄ όσο υπολογίζει ο πρόχειρος οφθαλμός» (Μπουκάλας, 2014: 37). Αναπολεί, αναστοχάζεται, εξαντλεί, δημιουργεί, θυμάται, συνθλίβει και απορεί, αλλά ποτέ δεν ανασύρει αναμνήσεις και γεγονότα ως ολοκληρωμένα. Ο Εγγονόπουλος «δεν πειραματίζεται, ακολουθώντας έναν συρμό, αλλά πραγματώνει-έχοντας συνείδηση του επιτεύγματός του- το διαμορφωμένο όραμα μιας ποίησης, που αποτελεί την επίσημη, προσωπική του πρόταση, και πρόκληση, στο ποιητικό αδιέξοδο του καιρού του» (Αμπατζοπούλου, 1987: 34). Το επίδικο της ποιητικής του τέχνης δεν είναι «το γράψιμο, αλλά η επανάσταση, δηλαδή η επίτευξη μιας όσο το δυνατόν πληρέστερης αλλαγής» (Nadeau, 2004: 93).

Η ποιητική του συλλογιστική ισοδυναμεί είναι μία διαλεκτική μεταξύ του ίδιου και του κοινωνικού γίγνεσθαι, μέσα σε ένα πλαίσιο οντολογικής και θυμητικής/ιστορικής διάστασης. Δεν επαναπαύεται στην αισθητική απόλαυση, ακόμα και αν ξέρει ότι έχει την ικανότητα να την χειρίζεται, αλλά προχωρά πολλά βήματα πιο μπροστά, προσεγγίζοντας όλο και περισσότερο την αγωνία και το τραύμα (ατομικό και συλλογικό), προσπαθώντας να δημιουργήσει μηχανισμούς λυτρωτικών διεξόδων (Εμπειρίκος , 2009: 55). Η όποια αξιολόγηση του Εγγονόπουλου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν θα προκύψει μέσα από την στυγνή ενδοκειμενική ανάλυση της ποιητικής του, αλλά από τη μετασχηματιστική διαβάθμιση των υποβοσκόντων νοηματοδοτήσεων που δημιουργεί μέσα από αυτή.

Ολόκληρη η ποιητική κατάσταση του Εγγονόπουλου επιπλέει και αιωρείται σε έναν κόσμο που βρίθει από δόγματα και απολυτότητες, παλεύοντας ενάντια σε ένα όραμα διαστροφής και καταστροφής, το οποίο ίσως έχει υλοποιηθεί στην ολότητά του με «μοναδικό του όπλο: τους στίχους του» (Μπουκάλας, 2014: 29). Αναδεικνύει την υλική διάσταση και τις αιτίες που τροφοδοτούν και ενδυναμώνουν την απουσία της συνειδητά ηθελημένης βούλησης και των αρνητικών (άμεσων και έμμεσων) προοπτικών της κοινωνικής αποχαύνωσης, έτσι όπως αυτή εξαπλώνεται σε κάθε γωνιά του κοινωνικού συνόλου, δημιουργώντας μία ποίηση στην οποία «τίποτε δεν είναι απομονωμένο. Το ένα συμπληρώνει το άλλο» (Μπενάτσης, 2001: 280). Δεν αντιστέκεται στην αλλοτρίωση (ως τέτοια) και σε οτιδήποτε είναι ικανό να μην συνθλίψει την ταπείνωση και την πνευματική ένδεια που κατακλύζει (βίαια και μη) το υποκείμενο, αλλά ομαδοποιεί και ιεραρχεί τα δεινά που κινητοποιούν την οντολογική δράση προς μία κατεύθυνση υιοθέτησης, όχι διστακτικών συλλογισμών, αλλά απαθών προσεγγίσεων ως προς αυτούς, δηλαδή προς την κατεύθυνση της (αυτο)περιχαράκωσης.

Βέβαια, ο Εγγονόπουλος με την ιδιόρρυθμη και προωθημένη καλλιτεχνική του δράση προκαλεί απορία και αμηχανία, κάτι που εξαρχής δεν προξενεί εντύπωση. Ο Mario Vitti (1995: 206) έγραψε κάποτε για τον ποιητή ότι «ο υπερρεαλισμός του μοιάζει να αναζητά απεγνωσμένα τον ένοχο αναγνώστη, θα τον βρει πολύ αργότερα, ενώ η ουσιαστική επαναστατικότητά του θα έχει επισκιαστεί από την προκλητική εμφάνιση του λόγου του». Σε  παρόμοιο κλίμα και η παρατήρηση της Φιλοκύπρου (1996: 102) ότι «επιχειρώντας να αυτονομηθεί από την πραγματικότητα, ο λόγος (ενν. του Εγγονόπουλου) κατασκευάζει κάποτε έναν δικό του, εξωπραγματικό κόσμο, ο οποίος όμως, ακριβώς εξαιτίας της εξωπραγματικότητάς του, παρουσιάζει έλλειψη συνοχής και διαλύεται, καταλύοντας και τον ίδιο τον λόγο-δημιουργό του».

Η συνάντηση με την ποίηση του Εγγονόπουλου είναι σίγουρα μία πρόκληση. Είναι όμως και μία αναγκαιότητα. Το ύφος και η τεχνοτροπία του μαρτυρούν μία ποίηση προοδευτικά ριζοσπαστικών απαλών τονικοτήτων και τα θέματά του είναι πάντα παρόντα, αλλά ανανεωμένα, τροφοδοτώντας επίπονα την οντολογική δράση, όχι με σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων μέσα από μια εικοτολογική γραφή αλλά την αποκωδικοποίηση τόσο των τραγικών όσο και των τρυφερών πτυχών της πραγματικότητας, με μόνιμο θεμέλιο την αποδόμηση της εικόνας-βάθρο ενός απομονωμένου και περιμετρικά οχυρωμένου υποκειμένου. Κάθε ποίημα, κάθε στίχος και κάθε νόημα του Εγγονόπουλου, είναι μία όρθια στιγμή μέσα στο φρικιαστικό βάδισμα του χρόνου, μία ελάχιστη μα εντονότατη ηλιαχτίδα που ξεθολώνει την πυκνότητα της κραυγής προσφέροντας ανιδιοτελώς θαλπωρή, μία ανάσα που αιωρείται ανάμεσα στους νεκρούς και διατηρείται πεισματικά ολοζώντανη  και αν μη τι άλλο, μία τέτοια ποιητική φύση δεν επιδιώκει να αυτοεπισκιαστεί.

2. Η τεχνοτροπία του ποιητή

Η ποικιλόμορφη γραφή του Εγγονόπουλου επιτελείται εναλλακτικά και πολλαπλώς. Η ιδιαίτερη σκιαγράφηση του τρόπου με τον οποίο κάνει το νόημα να εμφανίζεται στο ποίημα και να παρουσιάζεται στον αναγνώστη μέσα από διάφορους κώδικες, δεν εξαντλείται σε συναισθηματολογικές περιγραφές και μη ρεαλιστικές φανταστικές παροτρύνσεις, την ίδια στιγμή που είναι αυτές οι ίδιες που εμποτίζουν με δράση και κίνηση το νόημα των σκέψεων, φέρνοντάς τες στο προσκήνιο αυτούσιες.

Βασικό χαρακτηριστικό και σήμα κατατεθέν της ποίησης του Νίκου Εγγονόπουλου δεν είναι άλλο από την εικονοποιία (Μπουκάλας, 2014: 37), η οποία διατυπώνεται μέσα από έναν πλούσιο και πλαδαρό αφηγηματικό τόνο. Αυτό συμβαίνει σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ζωγράφος-ποιητής και ο ποιητής-ζωγράφος είναι ναι μεν δύο διαφορετικές όψεις, αλλά του ιδίου νομίσματός. Ωστόσο, η δημιουργία εικόνων δεν επιτελείται απλώς με την νοητική σύλληψη και την πρακτική παράθεσή τους, αλλά με την διαδικασία της λειτουργικοποίησής τους, δηλαδή την αποστατικοποίηση τους. Εδώ έγκειται και το κρίσιμο ως προς την κατασκευή αυτού του εκστατικού ποιητικού σύμπαντος στο οποίο εδράζεται η βαθύτερη φύση του. Με τα εικαστικά ποιήματά του ο Εγγονόπουλος επιχειρεί να (ανα)δείξει, όχι να πει. Θέτει την εικόνα σε δράση, την κινητοποιεί, της δίνει εν ολίγης ζωή, έτσι ώστε η ποιητική του τέχνη είναι ένα ατέρμονο ντεκουπάζ, διότι καλλιεργείται και αναδύεται μέσα από τις γεγονοτοποιήσεις που συμβαίνουν στην υπαρκτή καθημερινή ζωή. Ας εξηγήσω όμως τι εννοώ.

Το φασματικό συναίσθημα που βιώνει κάποιος καθώς διανύει μία υπαρξιακή κατάσταση λίγο πριν την οποιαδήποτε πτώση ή ανύψωση είναι εκείνο το σημείο που πρέπει να μελετηθεί για την εμφάνιση της διαδικασίας της διαλεκτικής σύγκρουσης ανάμεσα σε μία κατάσταση που ένα συμβάν ισχύει, είναι δεδομένο και σε μία υποθετική κατάσταση στην οποία το ίδιο συμβάν δεν είναι δεδομένο. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται η καταγωγή της ποίησης του Εγγονόπουλου. Πιο συγκεκριμένα, ο ποιητής ασχολείται με το συμβάν, δηλαδή με μία (μη αορίστου χρόνου) στιγμή στην οποία το ενδιαφέρον είναι μονοθεματικό, συγκεντρώνεται σε ένα μόνο πλαίσιο αναφοράς και οτιδήποτε ερχόμενο είναι προκαθορισμένο να καταλήξει παρερχόμενο. Για τον Εγγονόπουλο, το συμβάν είναι το είναι της ποίησης, το μέλλον του ποιήματος, ο πυρήνας της ζωής αυτού και της ανάπτυξής της. Η ποιητική του ύπαρξη δεν υπάρχει απλώς εντός του συμβάντος, δεν επικεντρώνεται δηλαδή απλώς στην διαχυτική ορμή του και την παρορμητική έντασή του αλλά το ενσαρκώνει, είναι ο ίδιος το συμβάν. Η γραφή του συνίσταται στο συγκεκριμένο, και όχι στο προσδιορισμένο, δηλαδή μετρά το μέγεθος και τη μορφή, όχι την ορατότητα. Επικεντρώνεται στον τρόπο έκκλησης και συμπεριφοράς, όχι στην όποια διαφαινόμενη λεπτομέρεια. Όπως υποστηρίζει η Αμπατζοπούλου (1987: 41-42), «ο ποιητής εγκαθιστά μια ριζοσπαστική σχέση με τα γεγονότα της αντικειμενικής πραγματικότητας, προβάλλει την πολυπρισματικότητά τους και την αμφιθυμία μέσα στην οποία βιώνονται, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο».

Με άλλα λόγια πρόκειται για μια εμμονή από την οποία απορρέει ολόκληρη η δυναμική της ποιητικής του διάστασης. Η γραφή του Εγγονόπουλου αποτυπώνει τη βίωση ενός συμβάντος, δηλαδή την κατάθεση της ιδιοσυγκρασίας του με όχημα την δύναμη της εικόνας. Η ασχολία με το συμβάν παράγει τόσο την ανάγκη για καλλιτεχνική δημιουργία, δηλαδή την ποιητική εκμετάλλευση του συμβάντος, όσο και τις κατευθυντήριες γραμμές του ποιήματος που πρόκειται να κατασκευαστεί. Πριν την έναρξη της ποιητικής γραφής, εκείνο που υπάρχει είναι η σχέση του ποιητή με το συμβάν. Εδώ είναι που ο ποιητής μιλά. Όταν όμως ξεκινά η γραφή, ο ποιητής παύει να μιλά και αρχίζει να ακούγεται. Η ποιητική δημιουργία του Εγγονόπουλου επαφίεται στη δράση του συμπαρασύρειν. Το συμβάν δεν είναι ένα αυτόνομο στοιχείο στην εμπειρία του ποιητή, αλλά οργανικό μέρος της. 

Προσεγγίζοντας λοιπόν το υπόβαθρο της διαδικασίας κατασκευής της ποιητικής γραφής του Νίκου Εγγονόπουλου, χρειάζεται να αναφερθεί ότι ποίημα στον Εγγονόπουλο είναι ένα αδιάσπαστο ον, μία ενοποιημένη ενότητα, ένα συνεκτικό σύνολο εν κινήσει συναρμολογούμενο από διαρρυθμιστικές τεμνοποιήσεις και εναλλασσόμενες παραλληλότητες. Στο εσωτερικό του ποιήματος όλα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και τα πάντα είναι σε απόλυτη τάξη. Η λελογισμένη αστάθεια των  προϋποθέσεων, η αφελής προσμονή της επιθυμίας και η προβλεπόμενη κατάχρηση των συνεπειών της γραφής δημιουργούν έναν χώρο αισθητικής ευφορίας, ένα κοινωνικο-ποιητικό απόθεμα που βρίθει από στάσεις παρατήρησης, οι οποίες διακινούν το ανακατανεμημένο όραμα. Ο κάθε στίχος είναι ένας κόσμος. Κάθε στίχος παρουσιάζει, όχι μία σκηνή από έναν κόσμο, αλλά έναν ολόκληρο κόσμο. Τον κλείνει μέσα του, τον απορροφά και όλοι μαζί διαρθρώνουν το ποίημα, το οποίο στο σύνολό του δεν είναι η τελειοποίηση ενός κόσμου, αλλά το σύνολο κάποιων (άλλων ή/και όχι) κόσμων. Πρόκειται δηλαδή για την διαιρεμένη πολλαπλότητα του συμβάντος.

3. Το λιθαράκι ενός ανεξάντλητου ποιητή

Ξεφυλλίζοντας, διαβάζοντας και μελετώντας κανείς τα ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου συνειδητοποιεί ότι στάθηκε με αξιοπρέπεια και σεβασμό απέναντι στο εαυτό του, στον αναγνώστη και στην τέχνη του. Και αυτό γιατί η «ποιητική συνείδηση» (Καλλέργης, 2002: 111) του Εγγονόπουλου είναι ιδιαίτερα ξεχωριστή.

Επιπλέον, διακρίνει (θέλοντας και μη) ένα ψυχοδραστικό φαινόμενο, μία υπαρκτή ανιδιοτελή γενναιοδωρία. Η εμπειρία, ως το φάσμα του ασχημάτιστου λόγου της άμορφης και κατεστημένης ανθρώπινης κατάστασης, αναδύεται αναδημιουργούμενη με τρόπο ευδιάκριτα συνεκτικό και επαναπροσδιορίζει το ύψος, το τέλος, την αποτελμάτωση, δηλαδή, των φραγμών της επικοινωνίας, τόσο μεταξύ του υποκειμένου και του εαυτού του όσο και με τον υπόλοιπο κόσμο. Να είναι αυτή η διεργασία μία κίβδηλη ανομία των στιγμών; Μία πληθωρική αναγκαιότητα των παθών της ανθρωπότητας που διψά για λίγο ακόμα θρήνο; Ή μήπως να είναι ένα ακόμα πανέμορφο και τέλεια επεξεργασμένο, αλλά κοινωνικο-πολιτισμικά συρρικνωμένο καλλιτεχνικό αντικείμενο; Η απάντηση σε τούτα τα ερωτήματα θα προκύψει μέσα από την απάντηση σε αυτά που ακολουθούν.

Τίθενται μία πρώτη σειρά ερωτημάτων: είναι ο άνθρωπος ένα συνεκτικό σύνολο γνωρισμάτων, διαμορφωμένο από την ιστορική εξέλιξη; Είναι μία ενσάρκωση κοινωνικο-πολιτισμικών πληροφοριών, οι οποίες επιτελούνται ντετερμινιστικά από αυτόν, χωρίς τη διαμεσολάβηση ενός ψυχοκοινωνικού υποβάθρου; Μα αν ήταν έτσι, τότε η τυποποίηση της ομοιογενούς δραστηριοποίησης δεν θα αποτελούσε μηχανισμό εξαπάτησης και σκιάχτρο ολοζώντανο απέναντι στην κοινωνική αλληλεπίδραση, αλλά φυσιολογικό επακόλουθο όλων των διαστάσεων της κοινωνικής, πολιτισμικής και πολιτικής οργάνωσης της ζωής του υποκειμένου, γιατί η βούληση θα ήταν κάτι ονειρικό ή/και μυθικό (εν ολίγης εξωπραγματικό). Ακόμη, είναι η ζωή του ανθρώπου αυτής της κοινωνίας σε έναν ύπνο (έστω και διαρκείας); Μα ο ύπνος είναι μία κατάσταση ευεργετική και ευχάριστη για τον άνθρωπο. Επομένως, μάλλον σε μία ύπνωση βρίσκεται, σε μία κατάσταση, δηλαδή, όπου η συνείδηση απουσιάζει ή είναι καταφανώς και ευδιάκριτα ελαττωματική.

Ακολουθεί μια δεύτερη σειρά ερωτημάτων που ευελπιστεί να εκλαϊκεύσει τα παραπάνω: αξίζει τον κόπο και τον χρόνο να αναρωτηθούμε ότι ανήκουμε σε ένα σύνολο μίας ψεύτικης, επιτηρούμενης και ελαττωματικής «δημοκρατίας», όπως αυτή σκιαγραφήθηκε λεπτομερώς από τον Όργουελ; Ότι περιπλανόμαστε, απολύτως μη αθέατοι, σε ένα τσίρκο, και όχι καρναβάλι παρατεταγμένων και υπερυψωμένων θεσμικών και μη λεπίδων, όπως ο Γιόζεφ Κ. του Κάφκα; Ότι είμαστε υποκείμενα στο μεταίχμιο και έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να μεταλλαχθούμε σε ζωντανούς νεκρούς, όπως ο Μπάρτλεμπι, ο γραφιάς του Μέλβιλ; Ότι ο κάθε ένας από μας δεν είναι ένα υποκείμενο με δυνατότητα ηθελημένης κι ελεύθερης βούλησης, αλλά ένα ανούσιο περιφερόμενο αντικείμενο το οποίο άγεται και φέρεται σύμφωνα με τις ορέξεις, τις επιθυμίες και τις προσταγές πανανθρώπινων όντων, όπως ο Οδυσσέας του Ομήρου;

Είναι πράγματι αλήθεια ότι ο άνθρωπος, όχι απλά αγνοεί, αλλά κατασπαράζει οποιοδήποτε ερέθισμα εμφανιστεί στο δρόμο του ικανό να του χαρίσει μία έστω και λίγη (ποσοτικά) ελευθερία –αν φυσικά αξιοποιηθεί κατάλληλα ώστε να καταφέρει να λειτουργεί ως μέσο. Ο λόγος είναι κάτι παραπάνω από απλός και προφανής. Ο άνθρωπος διατείνεται ότι ζει αξιοπρεπώς τις συνθήκες της ύπαρξής του. Συνεπώς, η ψευδεπίγραφη γαλήνη κι ευτυχία που του προσφέρεται μέσα σ’ αυτόν τον όλεθρο που ζει δεν αναγνωρίζεται από τον ίδιο ως τέτοια, αλλά την αντιλαμβάνεται ως πραγματική και αληθινή. Αυτό είναι το αλλοτριωμένο ον.

Η απάντηση στα (υπαρξιακά) ερωτήματα που προηγήθηκαν αναλύεται ενδελεχώς στο έργο του Νίκου Εγγονόπουλου, το οποίο είναι μία πολύτιμη συνεισφορά. Οι στίχοι του Εγγονόπουλου, η δυναμική μίας τέτοιας ποίησης, είναι αδύνατο να αναλωθεί τόσο σε ψυχολογικές εξάρσεις (με τις όποιες διακυμάνσεις) όσο και σε διαδικασίες θύμησης οι οποίες (εκ του αποτελέσματος) στοχεύουν στη βαθμιαία διάλυση της ανθρώπινης υπόστασης, δηλαδή της προσωπικότητάς του ανθρώπου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η ποίησή του προ(σ)καλεί τον αναγνώστη να επανεξετάσει τις ανάγκες, τόσο του ίδιου του εαυτού του όσο και των άλλων, και να τις ιεραρχήσει με βάση ένα κριτήριο μη πλαστό, δηλαδή να προβεί σε μία προτεραιοποίηση ηθικών παραγόντων.

Λίγο πριν την ολοκλήρωση των παρατηρήσεων, ας μου επιτραπεί μία εικονιστική διατύπωση, σχετικά με την ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου. Κατεβαίνοντας κανείς με τις σκάλες τους ορόφους μίας πολυκατοικίας, από τον τελευταίο προς της είσοδό της, την ημέρα θα διαπιστώσει ότι σε κάθε όροφο που θα φτάνει θα υπάρχει το φως που θα εισχωρεί μέσα στο χώρο από το παράθυρο και θα φωτίζει τα ντουβάρια, τις πόρτες των διαμερισμάτων, την πόρτα του ασανσέρ, τις σκάλες και το πάτωμα. Όμως, φτάνοντας στον ημιώροφο, παράθυρο δεν υπάρχει κανένα. Οπότε, δεν υπάρχει και φως. Πρέπει μέσα στα σκοτάδια να εντοπίσει τον διακόπτη, να τον πατήσει και μόλις το κάνει αυτό να κατέβει γρήγορα, αλλά και προσεκτικά, τις τελευταίες σκάλες που οδηγούν στην είσοδο. Μόλις φτάσει στην είσοδο, επικρατεί η ίδια κατάσταση με αυτή πριν τον ημιώροφο, δηλαδή οι δύο καταστάσεις πριν και μετά τον ημιώροφο είναι οι ίδιες. Ο ημιώροφος αποτελεί την εξαίρεση. 

Η ποίηση του Εγγονόπουλου ενδιαφέρεται ακριβώς για το σημείο του ημιώροφου. Τι το ενδιαφέρον να υπάρχει άραγε σε μία κατάσταση τέτοιων προδιαγραφών; Μα το φως φυσικά, το φυσικό φως, το οποίο απουσιάζει και έχει αντικατασταθεί με το τεχνητό φως που έρχεται μίζερο και ηγεμονικό μετά το πάτημα του διακόπτη. Η αντικατάσταση αυτή των φώτων, δεν δημιουργεί στον ποιητή το έναυσμα ή/και την απόφαση για ριζικές αλλαγές ούτε αποτελεί γι’ αυτόν το κριτήριο για την πραγμάτωσή τους. Αντίθετα, ο ποιητής συνειδητοποιεί και αισθάνεται με ποικίλους τρόπους την αθλιότητα της παρακμής που προϋποθέτει ο δεσποτισμός και την πλαστή δυναμικότητα που προσδίδει στο υποκείμενο η άνευ όρων επανάπαυση στις διαδικασίες τεχνοποίησης της ύπαρξης.

Καταληκτικά, αυτό που χρειάζεται να έχει καταστεί τελείως σαφές είναι ότι ο Νίκος Εγγονόπουλος (και η ποίησή του) δεν αποσκοπεί στην εξουδετέρωση του ανθρώπου, ώστε στη συνέχεια να κατασκευαστεί ένας άλλος άνθρωπος καλύτερος. Άλλωστε, η θέση αυτή θα ήταν κάτι τραγικά μελαγχολικό και φρικτά δυσάρεστο και απογοητευτικό για τη διαύγεια κάθε νου που τη σκέφτηκε, πόσο μάλλον για έναν καλλιτεχνικό νου, και πόσο μάλλον για έναν ποιητικό νου. Η ποίησή του, μία ποίηση βαρύτατων αρχών και βαθύτατων αξιών, μας καλεί να φανταστούμε το υποκείμενο ως τον άρρωστο της Γουλφ (2008) και ίσως αυτή η ποιητική διαταγή να είναι μία υπέροχη ιδέα.

 


Βιβλιογραφία 

Αμπατζοπούλου, Φ. (1987). Νίκος Εγγονόπουλος: Η ποίηση στον καιρό του τραβήγματος ψηλής σκάλας. Αθήνα: Στιγμή. 

Αμπατζοπούλου, Φ. (1988). Νίκος Εγγονόπουλος: ο υπερρεαλισμός της ατέρμονος ζωής. Αθήνα: Εταιρία συγγραφέων. 

Αρτώ, Α. (1981). Η μεγάλη μέρα και η μεγάλη νύχτα (Στ. Ευθυμιάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Αιγόκερως. 

Γουλφ, Β. (2008). Πώς να Είναι να Είσαι Άρρωστος (Α. Σπυράκου, Μτφρ., Α. Ζαχαριάδου, Επιμ.). Αθήνα: Κοινός Τόπος Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών. 

Εμπειρίκος, Α. (2009). Περί Σουρεαλισμού, η διάλεξη του 1935. Αθήνα: Άγρα. 

Καλλέργης, Η. (2002). Διαδρομές στη νεοελληνική ποίηση. Αθήνα: Καστανιώτης. 

Μπενάτσης, Α. (2001). «Καρυωτάκης – Εγγονόπουλος». Δωδώνη, 30, 269-281. 

Μπουκάλας, Π. (2014). Βράχος του Ελπμασάν, απαλή δαντέλα του Βοσπόρου. Στο Έλληνες Ποιητές: Εργοβιογραφία, Ανθολογία, Απαγγελία. Αθήνα: Καθημερινή.

Nadeau, M. (2004). Η ιστορία του σουρρεαλισμού (Α. Παπαθανασοπούλου, Μτφρ., Λ. Ρινόπουλος, Επιμ.). Αθήνα: Πλέθρον. 

Vitti, M. (1995). Η γενιά του τριάντα: Ιδεολογία και μορφή. Αθήνα: Ερμής. 

Φιλοκύπρου, Ε. (1996). Λόγια και ιστορίες από το χωριό των ποδηλάτων: Αφηγηματικά σχήματα στις δύο πρώτες συλλογές του Νίκου Εγγονόπουλου. Αθήνα: Δίαυλος. 

 


Ο Μιχάλης Κατσιγιάννης γεννήθηκε στην Πάτρα στις 30 Μαΐου του 1997. Είναι προπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης και της Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Πανεπιστημίου Πατρών. Το μελετητικό του ενδιαφέρον εντοπίζεται στη θεωρία, την κριτική και τη διδακτική της λογοτεχνίας. Επίσης, ασχολείται με την τέχνη της λογοτεχνίας και συγκεκριμένα με την ποίηση.