Θάλεια Νικολαΐδου, Φωνές | Εκδόσεις Ιωλκός 2023

Γράφει η Χαρά Νικολακοπούλου και η Ζωή Παπαδημητρίου

 

Θάλεια Νικολαΐδου, Φωνές,  εκδ. Ιωλκός 2023
Φωνές του τόπου μου, των αγαπημένων μου φωνές

    Ο τόπος μου είναι… μια αγάπη και μια έγνοια

 

Η πρώτη αυτή ποιητική συλλογή της Θάλειας – είναι βέβαιο ότι θα ακολουθή-σουν και άλλες- από τις εκδόσεις Ιωλκός κυκλοφόρησε το 2023 και ονομάζε-ται «Φωνές». Ο τίτλος μας φέρνει στο μυαλό αναπόφευκτα το ομότιτλο ποίη-μα του μεγάλου Αλεξανδρινού κι αυτό γιατί η Νικολαΐδου στη συλλογή της μοιράζεται κοινούς τόπους μαζί του:

Φωνές 

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε,
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.
Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν

ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας-
σα μουσική, την νύχτα, μακρινή, που σβύνει.)

                                                        Κ. Καβάφης

 Έχουμε στα χέρια μας μια ποιητική συλλογή που πρωταγωνιστούν ο τόπος, οι άνθρωποι, τα δέντρα, τα πουλιά. Άνθρωποι που γέμισαν και καθόρισαν τη ζωή της, δέντρα της αυλής της, πουλιά που αποδήμησαν σε άλλους τόπους. Τόπος γεμάτος χρώματα, αρώματα και ήχους, όλα αυτά που συνέθεσαν τον καμβά της ζωής της, που αναδύθηκαν ξανά σ’ αυτή τη φάση της ζωής της, αφήνοντας πια όχι απαραίτητα μια γλυκιά γεύση αλλά μια γεύση υπόξινη, ίσως και πικρή. 

Ο τόπος της Θάλειας είναι …χειμωνιάτικος, με ήλιο γελαστό, με βοριαδάκι πα-γωμένο, με τα γυμνά κλαδιά της κλαίουσας ιτιάς σε μια γωνιά του φράχτη. Ο τόπος της είναι ο ξερός κορμός της βυσσινιάς, η κυδωνιά στο μαραμένο παρ-τέρι, το άρωμα από γλυκό του κουταλιού αγριοτριανταφυλλιάς, οι γκρεμισμέ-νοι τοίχοι, τα σκουριασμένα σίδερα στην αυλή. Ο τόπος της είναι γη ακριβή, ασύμφορη, παραμελημένη. Είναι τόπος σιωπηλός πια, με τη σιωπή «να μιλά-ει αγκαλιασμένη με τη μεσημεριάτικη ματιά, καθισμένη στης Μουριάς το κού-τσουρο, απομεινάρι αλλοτινής ζωής. Χειροπιαστή η θύμηση, δένει κόμπο τη μια άκρη της κλωστής στο ρυτιδιασμένο σκαμνί του δέντρου. Βηματίζει η μνή-μη στη λεπτή ισορροπία της».   

Οι ενότητες της συλλογής είναι εννιά: Μνήμες, Φθινόπωρο στη δύση του, Χειμώνας, Ένα πρωί της Άνοιξης, Μελαγχολία καλοκαιριού, Διεποχικό (Μύχιος τσιγγάνος), Ο τόπος μου είναι… (τρεις τελευταίες ενότητες).

Μνήμες λοιπόν, όπως δηλώνει και ο τίτλος της πρώτης ενότητας. Στα πρώτα ποιήματα αυτής της ενότητας, η Θάλεια μάς μεταφέρει κινηματογραφικά σε όσα αντίκρισαν τα παιδικά της μάτια: στη θάλασσα που πρωτοαντίκρισε σε «παλιάς κοπής σελίδα αναγνωστικού», στον άδεντρο λοφίσκο, στην κορομη-λιά στο βάθος της αυλής. Η μνήμη ανασύρει θύμησες. Λέει στο ποίημα σελ. 77: Είδαν τα μάτια μου κάστανα/ μπαΐρας/ την ψίχα τους/που δεν μπορεί να δέσει./ Είπε η φωνή μου:/μαύρη την πέτρα/  πίσω μου θα ρίξω,/το μόνο της ζωής ταξείδιον/ λοφίσκος να μην είναι./ Έφυγες,/ μα πάλι πίσω γυρνάς/στη γη σου./ Απ’ τις θηλές της/ το χώμα της ν΄αρμέξεις/ ξανά και ξανά και ….

Μνήμη μου άληθη,/ μη βυθιστείς στης Άρνης το νερό./Κράτα κατάχαμα στη γη/ το μυθικό  Ανταίο./ Κι ας άλλαξες τον τόπο σου./ Ξεφλούδισε ο ασβέστης του καιρού./ Μα εσύ, φλόγα να γίνεις άσβεστη,/ μη χάσεις το κερί του. 

Το γενεαλογικό δέντρο της Θάλειας  είναι σημαντικό  όχι απλώς ως βιογρα-φικές αναφορές αλλά ως σημειωτικό των πολιτισμικών καταβολών της: 

Από τη μεριά του πατέρα ο παππούς  Κώστας, Μικρασιάτης και η γιαγιά Ναταλία, Πόντια από την περιοχή του Καυκάσου. Από τη μεριά της μητέρας, ο προπαππούς Άστρος, με καταγωγή από την Ανατολική Θράκη, ασχολιόταν με τη μεταξουργία και η γιαγιά Σαράντω πρόσφυγας κι αυτή … 

Με αυτούς τους αγαπημένους απόντες συνδιαλέγεται η Θάλεια με συγκίνηση, έναν διάλογο θερμό και οικείο, ικανό να απεμπολήσει το σκοτάδι του θανάτου. Απευθύνεται με τρυφερότητα στους δικούς της νεκρούς, στη γιαγιά Ναταλία, αλλά και σε όλους εκείνους που πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς και βρέθη-καν σε «Παραπήγματα ζωόθυτων» στον ακριτικό Έβρο. (Ποίημα σελ. 21):

Πρόσωπα πρόωρα οργωμένα/ στους ίσαλους της προσφυγιάς./Μάτια βρύσες δακρύων/σε καταστρώματα νεκρών./ Τα χνότα σας, μια στοίβα/παραπήγματα ζωόθυτων,/ ντύθηκαν τη γύμνια τους/ με τα ξέφτια/ της ξηλωμένης σας ζωής./

Στεγνοί σβόλοι χαράκωσαν/ τα χέρια σας/ στην αυλακιά της νέας γης./ Την κάρπισαν μες στο κάμα/ της Ιστορίας,/ με τα κορμιά τσιγαρισμένα/ στου ήλιου το τηγάνι,/ τα ρούχα μπαλωμένα/ με του ιδρώτα την κλωστή.

Γέροντές μου, κοιμηθείτε/ τον ύπνο του Παράδεισου,/ που δε γευτήκατε/ 

απ’ τις Φουρτούνες του Καιρού σας.

Κλείνει αυτή την ενότητα με μία ευχή μάλλον ανεκπλήρωτη, συνειδητοποι-ώντας την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας, χύνοντας δάκρυα για τα πράγματα που χάθηκαν στο LACRIMAE RERUM (Ποίημα σελ.26):

Και να’μπαιναν τα βάσανα/ κι οι πόνοι των ανθρώπων/ σαν ρούχα σε αποσκευές,/ ταξίδι να πετάξουν πάνω/ απ΄τη γη που θέριεψε/ τη ρίζα στο κορμί τους./ Κομμάτια αιθέρα να γενούν/ τον κόσμο για να ντύσουν/ με ρουμπαλιά γαρίφαλο./ Κάτω στη γη να πέσουν,/σαν μοσχοπέταλα σγουρά,/

σαν ήλιου χαμογέλια./ Στον άνεμο να σκόρπιζαν/ τα δάκρυα του κόσμου.

Η οικογένειά της Θάλειας ήταν μια μέση αγροτική οικογένεια, μέσα στην οποία μεγάλωσε η ίδια και ο αδελφός με πολλή αγάπη και θαλπωρή, και αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην ποίησή της. 

Με τα ποιήματά της  μας επιτρέπει να εισέλθουμε στο νου και την ψυχή της. Γι’ αυτό θα ήταν άδικο να πούμε πως και τα ποιήματά της εκφράζουν μόνο αυτή τη νοσταλγία  κι ας έχουν το άλγος τονισμένο. Είναι πολύ περισσότερο από αυτό: αποτίει φόρο τιμής, μέσω της μνήμης στον τόπο, στα πράγματα, στα πρόσωπα της ζωής της που διαμόρφωσαν τη σκέψη  της και της έδειξαν τον τρόπο να πορευτεί. 

Στη δεύτερη και τρίτη ενότητα, «Φθινόπωρο στη δύση του» και «Χειμώνας» αντίστοιχα, χαίρουν τιμής οι πολύ κοντινοί της άνθρωποι, ο γέρος πια πατέρας, γερτός από τα χρόνια και τα βάσανα, η μάνα, χαμένη στου μυαλού τα μονοπάτια, ο αγαπημένος θείος, ο πριν την  ώρα του απών αδελφός. Εδώ γίνεται εμφανής και η αγωνία της ποιήτριας για την άνοια και τη λήθη, από την οποία έπασχε η αγαπημένη της μητέρα. ( Απόσπασμα σελ. 48-49): Τα μάτια σου,/σπίθας σαΐτες,/σβησμένα κάρβουνα/από φωτιά θανάτου,/λησμονημένου 

/σε αδιέξοδες στοές/μυαλού σπασμένου[…].

Στην ενότητα «ένα πρωί της Άνοιξης» τα ποιήματά είναι ολιγόστιχα, σε αντίθεση με τις άλλες ενότητες. Ίσως γιατί η άνοιξη κρατάει λίγο; Ίσως γιατί η άνοιξη της ζωής είναι τόσο ολιγόζωη;  (Ποίημα σελ. 53: Άνοιξη./ Η φύση φόρεσε/ τα γιορτινά./Κεντά κομποβελονιές /χαμομηλιού./Βρογχολυτικές,/σε οξειδωμένα έλυτρα/φλεγματικών αισθημάτων. /Ανάσα πνευμονική/ στην ίνωση/ της λύπης. 

Για την επόμενη ενότητα επέλεξε τον παράξενο τίτλο Διεποχικό και τον εξίσου παράξενο εντός παρενθέσεως υπότιτλο  «Μύχιος τσιγγάνος». Τα θέματα που πραγματεύεται εδώ είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ένα συναίσθημα που στα χρόνια τα πέτρινα, τα δύσκολα, τα φτωχικά σίγουρα δεν ήταν μελλούμενο να ανθίσει και να δώσει καρπούς. (Ποίημα σελ. 72:

« Εν γαρ τη αναστάσει […] αλλ’ ως άγγελοι θεού εν ουρανώ εισίν» ( ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ, ΚΕΦ. ΚΒ, 30)

Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν/ εική και ως έτυχε./Φτερούγισαν συθέμελα/ριπές φλόγας άνομης/ -παντός καιρού κατά το επικρατούν./Τα μάτια τους/ στην αιώνια νύχτα/ κλειστά,/ ανοιχτά θα μένουν,/ για να δαγκώσουν το μήλο/ του Παράδεισου

/στη δεύτερη ζωή τους,/ που απ΄τη μάνα τους πίστευαν./ Με τις φτερούγες του αρχαίου Φτερωτού/ μπορεί και να πετάξουν./Τι σημασία έχει πια;/ Παράδεισος και κόλαση/ όλα στη γη επάνω.

Οι τρεις τελευταίες ενότητες είναι αφιερωμένες στον γενέθλιο τόπο. Ο τόπος άλλωστε είναι καταλυτικός στη λογοτεχνία, όπως και ο χρόνος. Είναι οι δυο συντεταγμένες, όπου στηρίζεται όλη η αφήγηση. Ο γενέθλιος χώρος/τόπος είναι η μήτρα στην οποία ξαναγυρνάμε πάντοτε, ακόμη και αν έχουμε γυρίσει όλο τον κόσμο. Είναι οι ρίζες μας και οι αναφορές μας. Από αυτή την άποψη, ο τόπος είναι καθοριστικός, όχι μόνο για τα λογοτεχνικά πρόσωπα και την αφήγηση, αλλά για όλους μας ανεξαιρέτως. 

Ο τόπος μου είναι… μια αγάπη και μια έγνοια. Υπάρχει εδώ ένα ποίημα στο οποίο αποτυπώνεται έντονα μία βιωματική της εμπειρία, πολύ όμορφη και ιδιαίτερη. Είναι το πολύστιχο ποίημα για τους πελαργούς, που θα αφήσουμε τους αναγνώστες να το απολαύσουν μόνοι τους. Ενδεικτικά αναφέρονται  δύο στροφές μόνο για να δούμε και πώς αποτυπώνεται ποιητικά το βίωμα ποίημα σελ. 83: Μαζεύτηκαν οι πελαργοί/ σε γήπεδο γρασίδι,/ στην πέτρα δίπλα ενός βουνού/ απ το πηγάδι κάτω./ Αύγουστος ήτανε θαρρώ,/ έσβηνε λες το δειλινό/ σε χρυσαφένια δύση./ Εστάθηκαν καμαρωτοί,/ ακίνητοι, προσεχτικοί,/ τον αρχηγό ν΄ακούσουν./Στη μέση εβγήκε σοβαρός/ λέλεκας ευμεγέθης,/ τσολιάς ολόρθος και στητός/ στο ένα του το πόδι.[…]

 Ο τόπος μου είναι…. της γλώσσας μου η μάνα/ πρόσωπο του πατέρα μου και της καρδιάς σταλαγματιά. Σ΄ αυτή την ενότητα υπάρχει ένα ολοσέλιδο ποίημα, γραμμένο σε ιαμβικό 15σύλλαβο που θυμίζει δημοτικό τραγούδι.

Είναι αλήθεια ότι όλοι οι στοχασμοί, οι καημοί, τα βάσανα, οι χαρές, οι θλί-ψεις, οι αγώνες του λαού μας για λευτεριά κι ο θάνατος ακόμα, από των Ακρι-τών τον καιρό, εκφράζονται στον δεκαπεντασύλλαβο. Η ψυχή του σ’ αυτόν φανερώνεται και μ’ αυτόν ξεσπάει. Ο στίχος αυτός είναι μέσα στο αίμα μας.

Ένα ακόμη στοιχείο της τεχνοτροπίας τη Θάλειας είναι ότι σαν κατακλείδα σε κάποια ποιήματα χρησιμοποιεί υστερόγραφα – αποφθέγματα που όμως από-τελούν αποστάγματα ζωής.

Τα κρύα του καλοκαιριού, φλόγα ζωής τα καίει.
Μέρα χλωμή ειν’ η ζωή, έρωτα αν δεν ζήσεις.
Ο τόπος μου Γέρικη Μουριά, το κλάδεμα γυρεύει.
Πατρίδα είναι η μνήμη μου και η αλήθειά της μοίρα.
Ο τόπος ειν΄ υπόστεγο , η μνήμη φυλαχτό του.

 Η ποίηση, λένε, αποτελεί διευκολυντικό μέσο  στη διαδικασία της εξατομίκευ-σης, τη μετακίνηση από ένα περιορισμένο «εγώ» σε έναν ευρύτερο εαυτό.  Τα ποιήματά της είναι βιωματικά και αυτοβιογραφικά. Αυτό βλέπει κάποιος με μια πρώτη ματιά. Ομως συγχρόνως είναι και το πρόσχημα για να μεταφερθεί από το ειδικό προς το γενικό, από το ατομικό στο συλλογικό. 

Η ποίηση της Θάλειας είναι η ποίηση μιας ολόκληρης γενιάς, αποτυπώνει, εκφράζει την ποιότητα των ανθρώπων μέσα στα βάσανα και τους αναδεικνύει σε παραδείγματα ζωής μέσα σε δύσκολες εποχές. Οι χαρακτήρες της αναδει-κνύονται ολοζώντανοι μπροστά μας, είναι φιγούρες ιερατικές, χαρακτήρες παπαδιαμαντικοί, καθημερινοί γήινοι άγιοι που έρχονται λες μέσα από τους αιώνες αλλά και μέσα από το μόλις χθες. Είναι ο γέρος πατέρας καθιστός που ζυγίζει τη ζωή του σκυφτός, είναι η μάνα που ροκάνισε τα νιάτα της στου αρ-γαλειού το αντί, που τα δάχτυλά της επιδέξια έπλεκαν δαντέλες σε κουκουλά-ρικα πανιά ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Είναι η Μαρίτσα, η Μαρίκα, η Βάσω, η Δέσποινα και η Μέλπω, ερωμένες ανέραστης Αγάπης.

Για την Θάλεια, η ποίηση είναι ο τρόπος να μιλήσει για το παρελθόν, να πα-ρουσιάσει τη διπλή όψη των πραγμάτων, να εκπέμψει μηνύματα προς τον σύγχρονο άνθρωπο που πορεύεται χωρίς πυξίδα. Είναι καταφύγιο και λύ-τρωση, διαδικασία αυτεπίγνωσης, είναι εκ βαθέων έκφραση στοχασμών, πόθων και συναισθημάτων. 

Η ποίηση της Θάλειας έχει μεγάλο πλούτο, σε γλωσσικό και εικονοπλαστικό επίπεδο, όπως ήδη είπαμε, αλλά και σε διαύγεια σκέψης, λεπτότητα συναι-σθημάτων, ευαισθησία, καθαρότητα ψυχής, τρυφερότητα.

Όσοι μελετήσουν με ανοιχτή καρδιά αυτή τη συλλογή θα βγουν πιο πλούσιοι σε πολλά επίπεδα.

Χαρά Νικολακοπούλου, (Φιλόλογος, συγγραφέας), Ζωή Παπαδημητρίου, (Φιλόλογος).