
Ιστορία το λένε
Αγαπημένη Σμύρνη, έναν αιώνα μετά
Το πρωί της 26ης Αυγούστου ο Στεργιάδης, Ύπατος αρμοστής στην Σμύρνη φυγαδεύεται με φορτηγίδα. Οδηγείται στο βρετανικό πλοίο που λίγες στιγμές μετά σαλπάρει για την Πόλη. Ο Στεργιάδης θα βρει καταφύγιο στην Γαλλία.
Ίσως να είδε τις τελευταίες σκηνές της πόλης που πεθαίνει, ίσως να έστρεψε το βλέμμα του πίσω στους λόφους που καίγονταν, στους ανθρώπους που δολοφονούνταν. Ίσως να πήρε τα μάτια του, ίσως να μην θέλησε να δει την καταστροφή που ‘ναι τόσο τραγική, ένα φοβερό ισοδύναμο της ομορφιάς λένε.
Όχι, δεν μπορεί κανείς να είδε. Γιατί τότε όλα εκείνα τα πολεμικά που στοιβάζονταν στα ανοιχτά της πόλης θα είχαν σώσει αυτό το μέγα πλήθος, ένα από τα πιο μαρτυρικά της σύγχρονης ιστορίας. Δεν θα “σήκωναν” άγκυρα εγκαταλείποντας τους Έλληνες στη μοίρα τους.
Η Αγία Φωτεινή δεν υπάρχει πια. Έξω στους δρόμους οι Τούρκοι σφαγιάζουν, λεηλατούν, βιάζουν, οικειοποιούνται. Σε κάθε γωνιά της Σμύρνης συντελείται ένα έγκλημα. Οικογένειες που χωρίζονται για πάντα, ορφανά, άνθρωποι που δεν κατάφεραν να εγκαταλείψουν την πόλη και έπεσαν μαζί της. Σπίτια που στεγάσατε κάποτε την μεγάλη ιστορία του Έθνους, σπίτια που καίγεστε , σαν ψυχές σκοτωμένων. Κάτι σαν πνεύμα εξυψώνονται μες στη συνείδησή μας.
Μαζί με την Σμύρνη χάθηκε για πάντα ένα κομμάτι Ελλάδας. Η τραγωδία θα σημαδέψει την ιστορία του τόπου και θα καθορίσει τις επόμενες δεκαετίες.
Ετούτη η εποχή ξέρει να κρύβει επιμελώς τη μνήμη. Αν δεν βολεύει τις εξουσίες εκείνες την αφήνουν να ξεθωριάσει. Επειδή όταν κανείς θυμάται γυρεύει μια δεύτερη ζωή να ζήσει, μια ζωή για την οποία θα έδινε τα πάντα. Σήμερα κανείς δεν θυμάται.
Μονάχα ο παππούς μου ο Απόστολος δεν μπορούσε να κρυφτεί. Όταν τέτοιες μέρες έκλαιγε σιωπηρά στην μικρή προσφυγική αυλή της Ελευσίνας και εγώ τον ρωτούσα. Τώρα ξέρω γιατί έμενε μονάχος του τέτοιες μέρες, γιατί χανόταν με το ποδήλατό του, δίχως να μου ζητήσει να τον ακολουθήσω. Γιατί δεν ξέχασε ποτέ, τώρα το ξέρω. Είχε μαζί του τόσους άλλους, τόσους πολλούς που χάθηκαν. Τι παράξενο, θαρρώ απόψε πως όλα διαβαίνουν από μέσα μου, σαν ένα ξαφνικό, βραδινό πλεούμενο στον μικρό όρμο της νύχτας.
Ενός λεπτού σιγή λοιπόν, για αυτούς που δεν έφτασαν ποτέ. Μα και για αυτούς που δοκίμασαν την ζεστή τάχα, αγκαλιά μιας πατρίδας που τσακίζει τα παιδιά της και “ξανά προς τη δόξα τραβά”.
Τρία Στεφάνια για τον Κώστα Ταχτσή
Έτρεξε μες στη νύχτα, κοίταξε τριγύρω αν τάχα παραφυλά κανείς. Και τότε, όταν κανείς δεν ήξερε, όταν κανείς δεν κοιτούσε παραδομένος στα χρόνια που βρέχουν πάνω στις ζωές μας, φόρεσε στην Ελλάδα το “Τρίτο” της, το ύστερο ‘Στεφάνι”. Μια στιγμή στάθηκε μονάχα να ιδεί και έπειτα χάθηκε.
Μα και φυσικά δεν μιλώ για στεφάνια. Για το βιβλίο του Κώστα Ταχτσή θέλω να σας πω. Αυτό που θα αφηγηθεί την ιστορία του Έθνους που τρέμει, του Έθνους που χάνεται και πάλι προχωρεί.
Ο Ελύτης γράφει κάποτε για τη βραδύτητα της φύσης. Και εγώ λέω, απόψε, πως οι μνήμες χαρακτηρίζονται και εκείνες από το δικό τους, υποκειμενικό χρόνο, έναν χρόνο πολύ πιο πέρα από τούτη την πραγματικότητα.
Ο Ταχτσής, με το τραγικό τέλος και τις σκιές της ζωής του τάραξε τα ήμερα νερά της ελληνικής πραγματικότητας. Όλοι σκύψανε τότε να δουν από την κλειδαρότρυπα τον τρόπο που ‘χει το πάθος για να μας επιβάλλεται. Πολύ αργότερα – θα χρειαστεί η μικρή οθόνη να συνδράμει – θα διακρίνουν το “Τρίτο Στεφάνι” σε μια άκρη, πάνω στο κομό. Τότε είναι που θα ρωτήσουν με όση απόγνωση και όση πίκρα τους περισσεύει, “τι ώρα είναι σε εκείνη την Ελλάδα, τι ώρα;”
Κανείς δεν θα αποκριθεί. Μονάχα ένα θρόισμα στα δεντράκια ενός κάποιου καιρού, μια φορά και έναν καιρό στον Κολωνό. Όλο και όλο αυτό θα είναι η απάντηση που θα πάρουν και ίσως κάτι σαν την καβαφική αισθηματοποίηση. Στο όνομα της αθωότητας του Έθνους, στο όνομά του, πάντα.
Άνοιξε, γιατί δεν αντέχω
Αφήγημα
Αργά το βράδυ πέρασε από τη γειτονιά της. Τα βρήκε όλα κλεισμένα, τα παραθύρια, τους δρόμους, τις ελπίδες του όλες, τελειωμένες τις βρήκε. Είπε να φύγει, να χαθεί, να την ξεχάσει και για άλλη αγάπη να τραβήξει. Μα δεν του πήγαινε καρδιά και άλλωστε κάθε φορά που είπε, “ως εδώ”, πίσω πάντα κοιτούσε. Μέχρι να βγει ετούτη η νύχτα θα ‘χει χαθεί από τον καημό.
Πριν ξημερώσει το ‘χε πάρει απόφαση. Κάτι φαντάροι που περάσανε από εκεί τον είδανε που περίμενε καρφωμένος στο παραθύρι της. Δεν είπαν τίποτε, μόνο προχώρησαν τραγουδώντας κάτι ρεμπέτικα. Αγκαλιασμένοι χαθήκανε στης νύχτας τις σκοπιές. Πίσω τους αφήνανε σύννεφα αγάπης μυστικής και ανομολόγητης.
Και θα ‘χε φύγει, θα ‘χε παραιτηθεί μια ώρα αρχύτερα αν εκείνη είχε βρει το κουράγιο, αν εκείνη του ‘χε πει, “φύγε, να ξανάρθεις δεν θέλω”. Σιγά ξεμάκρυνε από εκείνη τη γειτονιά με το δίκοχο της νύχτας φορεμένο, με το πουκάμισο του ματωμένο, στης καρδιάς το ύψος.
Στην πρώτη ταβέρνα που βρήκε, μπήκε να πιει μέχρι θανάτου, μήπως και την ξεχάσει. Οι φίλοι του όλοι τον είχαν πια ξεγράψει. “Σε έφαγε το φουστάνι”, “λίγος είσαι” και άλλα τέτοια του ‘ρχονταν τώρα στο νου. Και ο κάπελας που ‘ξερε από ντέρτια, δίχως να τον ρωτήσει τίποτε, του ‘φερε να πιει. “Κερασμένο”, είπε και ύστερα παρήγγειλε ένα τραγουδάκι από την ορχήστρα.
Και ήταν τότε που ‘πεσαν οι στίχοι σαν βροχή πάνω στην αυλίτσα με τα άνθη τα τενεκεδένια. “Η καρδιά μου φλόγες βγάζει”, έλεγε το τραγουδάκι και ράγιζε η νύχτα, κομμάτια γυαλιά χάμω. “Άνοιξε, γιατί δεν αντέχω”, έλεγε εκείνο το ρεφραίν που καθώς επαναλαμβάνεται, τότε και πάντα, η ποίηση βρίσκει το δρόμο που γύρευε. Και η λύπη,τ’απάγκιο της.
“Δεν είναι παρηγοριά τα τραγούδια”, του ‘πε ο ταβερνιάρης και έβαλε να πιει μαζί του. “Μήτε που μαθαίνει κανείς τι πράμα που ‘ναι η αγάπη”.
Τίποτε δεν του κάνανε τούτες οι κουβέντες οι αδειανές. Πλήρωσε και έφυγε και μαζί με το φεγγάρι τ’αρχαίο πήρε το δρόμο για τη μονάδα. Με τον καιρό θα την ξεχάσει, θα ξαναβρεί τον εαυτό του. Σιγοψιθύρισε το τραγουδάκι που του ‘χε κάνει συντροφιά και μετάνιωσε που ‘φυγε από εκείνο το ταβερνάκι δίχως μιλιά.
Πέρασε η μέρα, υπηρεσίες, καθαριότητες, αγγαρείες. Τ’απόγευμα πήρε το εξοδόχαρτο και τράβηξε για το ταβερνάκι. Μόλις τον είδε ο ταβερνιάρης εγέλασε και παρήγγειλε στην Σωτηρία που ‘ταν μια Καρυάτιδα ραγισμένη απάνω στο πάλκο του χρόνου, το χθεσινό το σκοπό.
Και εκείνη που ξέρει πως δίχως πόνο δεν γεννιούνται μεγάλα πράγματα, έγνεψε στα όργανα. Ένας χορός αρχαίος η ορχήστρα, ένας θίασος μαγικός εκείνα τα πρόσωπα, στυλοβάτες της φωνής μας, της άμετρης επιθυμίας μας. Τον κόσμο τον άλλον ευθύς αφήνανε μονάχα για χάρη του. Να πουν για τον άνθρωπο που πέφτει, να του σταθούνε θέλανε. Έτσι κερδίζει η ομορφιά την οδύνη της ζωής μας, έτσι ακριβώς.
“Άντε να φέρεις δυο βόλτες”, του ‘πε ο ταβερνιάρης. Και όλα μαζί, η Σωτηρία, η αυλίτσα, το μετέωρο που λίγο θέλει να χαθεί, η θητεία στην αγάπη, όλα έλαμπαν με μια δροσιά και με μια αιωνιότητα, άλλο πράγμα. Σαν χαρά παντοτινή, έτσι ακριβώς.
Απόστολος Θηβαίος
