
Ιστορίες, στίχοι
και
διανύσματα
Το άλλιον
διήγημα
Οι άλλοι πήγανε στο χωράφι. Θα ‘ρχονταν με το δειλινό. Έτσι κάνουν εδώ και χρόνια τα καλοκαίρια. Όσοι μπορούν μπαίνουν πλήρωμα και μένουν στα αμπέλια ως αργά το απόγευμα. Μια στάση μόνο, το μεσημέρι, ίσα να γυρίσει ο ήλιος, ένα πιάτο φαγητό, δυο στάλες νερό, μια κουβέντα. Έπειτα ξανά ακούγονται σαν μουσικές τα ψαλίδια, κάθε τόσο ένα σφύριγμα, ένα λιανοτράγουδο, όλα δειλά, σαν μακρινά σήμαντρα. Δουλεύουν τα ψαλίδια, πέφτουν τα χτενάκια των κοριτσιών, τα βρίσκουν το επόμενο καλοκαίρι, σαν τ’απομεινάρι της εξαφανισμένης. Εκείνες που τα βρίσκουν τα φορούν αμέσως. Και τα χτενάκια όλο ταξιδεύουν από χέρι σε χέρι, ίσαμε να χαθούν για πάντα.
Αυτήν , μικρότερη την αφήσανε να ετοιμάσει το φαγητό, να φροντίσει τα μωρά. Ήταν η ασθενικότερη όλων, την παίδευε ο ήλιος, κράταγε μέρες ο πυρετός και χρειάζονταν φάρμακα για να συνέλθει. Έτσι μια μέρα ο πατέρας της, λίγο μετά το δείπνο είπε, “η Ρηνιώ θα μένει σπίτι, το πήρα απόφαση”. Κανείς δεν έφερε αντίρρηση, τα παιδιά είχαν αποκοιμηθεί και η μάνα σαν τ’άκουσε, έσκυψε και του φίλησε το χέρι, σαν να της είχε προσφέρει κάτι ισάξιο με τη ζωή.
Έχει σηκωθεί από το χάραμα. Συγύρισε και έβαλε τα μωρά να κοιμηθούν στον ίσκιο. “Μόνο να τα προσέχεις Ρηνιώ μου, πλάι στη βρύση έρχονται και κάθονται στοιχειά και δαιμόνοι. Δεν βρίσκουν αναπαμό αυτά εκεί έξω. Διψούν για τα αβάφτιστα Ρηνάκι μου, μην τα ‘χεις λησμονημένα και χαθήκανε, ακριβό μου”. Αυτό της είχε πει εμπιστευτικά η μάνα της. Και είχε μες στην καρδιά και μες στο στοχασμό της η Ρηνούλα αυτές τις κουβέντες. Αυτές ήταν το γιατρικό και η προσευχή της, άλλο από τον κόσμο δεν ήξερε.
Μετρημένες οι αρχές και όλα βαλμένα σε τάξη τα ζητήματα. Οι άνθρωποι που γεννιούνται και πεθαίνουν , η νύχτα που διαδέχεται τη μέρα, ο ήλιος που πνίγεται δυτικά, η τριανταφυλλιά που δίνει ανθούς του Σωτήρος. Η φακή που θέλει ντομάτα και κρεμμυδάκι και μια βράση να αλλάξεις το νερό, “ναι Ρηνάκι μου; Τα θυμάσαι;”
Τις ξεχώρισε με υπομονή, τις έβαλε κάτω από το νερό και έπειτα μες στη φωτιά. Μια στάλα λάδι, “όχι παραπάνω Ρηνάκι μου, όχι γιατί είναι και οι πεθαμένοι με τα καντήλια τους, τόσες ψυχές”, έλεγε η μάνα της, τον πελτέ και δυο σκελίδες κρεμμύδι, όχι πιο πολύ γιατί γλυκίζει το φαί.
Κοίταξε παντού, κατέβηκε στο κατώι, ξανάδε ένα προς ένα τα τσουβάλια, κοίταξε μην ήταν κανένα παραπεταμένο. Δεν βρήκε τίποτε. Δίχως κρεμμύδι δεν θα μεστώσει το φαγητό, δεν θα γίνει. Χτενίστηκε βιαστικά, κοίταξε τα μωρά που κοιμόντουσαν, τα φίλησε τρυφερά και ύστερα έφυγε τρέχοντας προς το μονοπάτι. Είχε πάρει το δρόμο για το περιβολάκι τους. Εκεί θα ‘βρισκε σορό τα κρεμμύδια, όλο δροσιά ο τόπος θα της έδινε ότι χρειαζόταν.
Ξάφνου της φάνηκε πως μαύρισε ο ουρανός. Καμιά συννεφιά περαστική είπε, κανένα ξεχασμένο σύννεφο φθινοπώρου. Καλό σου ταξίδι σύννεφο , “και ας φέρει τη βροχή Ρηνάκι μου, καλό να’ναι το ταξίδι του, γιομάτο ψυχές είναι τα σύννεφα ακριβό μου”.
Είχε τον τρόπο να φανερώνει παντού την ποίηση η μάνα της. Πάνε δύο χρόνια που ‘φυγε. Τρεις μέρες πάλεψε, έβλεπε όνειρα μα εκείνο που βεβαίωνε πως είχε κιόλας διαβεί στην άλλη πλευρά, ήταν που καλωσόρισε την αδερφή της, από χρόνια πια χαμένη. “Ελένη, Ελένη, στάσου, έλα να σε δω, στάσου Ελένη, εγώ, εγώ θα ‘ρθω”, έλεγε και τρανταζότανε ώσπου ο ιατρός έγνεψε. Ήρθε το τέλος και η μάνα είπε, “τα έβγαλα όλα από μέσα μου, όλα” και στερεώθηκε το δάκρυ στην απάνω κόχη του ματιού της.
Και πώς να διερμηνεύσεις τούτες τις σιωπές; Δεν υπάρχει τρόπος, λέξεις. Ανυπόστατα, όλα.
Όταν έφτασε στο περιβόλι, είχαν ανοίξει οι ουρανοί. Και ο άνεμος, ίδιο συστρεφόμενον τέρας, παπαδιαμαντικό, της φαντασίας τέχνασμα. Πήρε μια χούφτα κρεμμύδια, έκανε να φύγει. Το μονοπάτι ήταν τώρα χείμαρρος. Πέτρες, ξύλα διάβαιναν από μπροστά της. Το περιβόλι είχε πλημμυρίσει και τα μαλλιά της στάζανε. Συλλογίστηκε τα μωρά, δεν μπορούσε να περιμένει. Πάτησε προσεκτικά στο χείμαρρο, να δει αν θα μπορούσε να σταθεί.
“Γιατί Ρηνιώ μου; Ποιος σου ‘πε να περπατήσεις απάνω στα νερά; Σου ‘στρωσα χλωρό χορτάρι και μαγιάτικα στεφάνια μα δεν τα ‘θελες. Εσένα σου ταιριάζανε σαν πάντα τα νερά. Το όνομά σου το έμαθες να το λες και να το γράφεις στα σχολειά του ήλιου. Γιατί Ρηνιώ μου, γιατί να φύγεις με τον χείμαρρο; Κορίτσι πράγμα μες σ’άψυχα νερά, ολοκέντητα, με ασήμι μάτια και μαλλιά. Πες κάτι, κάτι Ρηνιώ μου” φώναζε η μάνα της από τ’άλλον τον κόσμο. Και ήταν ολόρθη , γυναίκα αιώνια με φούστα μακριά και με ριχτό φουστάνι, των Αβδήρων η γυναίκα”.
Οι άλλοι ήρθανε το πρωί. Μάθανε πως έσπασε το φράγμα και δεν κινήσανε. Άμα φτάσανε, βρήκανε τα μωρά στον ίσκιο. Παίζανε και γελούσανε δίχως να μπορούν να ξεστομίσουν το νόημα του κόσμου που μόνον εκείνα κατέχουν και θυμούνται. Γυρέψανε τη Ρηνιώ, δεν την είδανε πουθενά. Και φαί δεν είχε, μήτε που ‘σαν όλα φροντισμένα. Πήρε η μάνα να φτιάξει τη φακή, δεν βρήκε το κρεμμύδι. Έκανε να πάει στην αποθήκη, μα έξω στην πόρτα, είδε τρία κρεμμύδια και τα μάζεψε. “Πείνασε και ο Θεός”, είπε μονάχη της και σταυροκοπήθηκε.
Δεν είδε την Ρηνιώ κάπου εκεί παράμερα, μες στα κλαδιά και μες στα ξύλα. Δεν είδε μια κούκλα κέρινη, σαν του Χρηστομάνου εκεί στην άκρη, την ανεπανάληπτη πλήξη του θανάτου δεν την ξέκρινε μες στο σορό.
Αργότερα, σαν κάθισαν να φάνε, η μάνα είπε πως αν γυρνούσε η Ρηνιώ θα ‘χε να κάνει μαζί της. Ήταν θυμωμένη και κάθε τόσο κοιτούσε τα μωρά, στη φωτιά πλάι. “Πάντως, ο Θεός μας αγαπάει”, συμπλήρωσε. “Σήμερα που είχα να βάλω τη φακή, είδα που δεν είχε κρεμμύδια και είπα να κοιτάξω. Μα δεν χρειάστηκε μήτε να βγω. Βρήκα τρία από δαύτα στο μονοπάτι που πάει για το περιβόλι. Το πιστεύετε; Θεού πράγματα!”, είπε.
Όταν ήρθε ο ενωμοτάρχης και εξήγησε πώς είχε η υπόθεση, η μάνα έβγαλε μια κραυγή. Μα δεν είχε φωνή. Και η θλίψη του ποιητή τελειώνει ακριβώς εδώ, όπως και η ιστορία.
Πρόσωπα
Μάνος Ελευθερίου
12/3/1938-22/7/2018
[…στα ηχεία, ο Άμλετ. Της Σελήνης…]
Είναι κάτι που σαλεύει μες στον βυθό των ακατάληπτων πραγμάτων. Και τώρα, μες σε εκείνους τους κήπους που είναι – δίκιο είχες Μάνο Ελευθερίου – του Θεού, αυτό που κρύψαμε ζητάει τη δικαίωσή του.
Εμπρός πηγαίνει ο καιρός και πίσω εμείς, της Ραχήλ φωνή μου σπαραχτική, εσύ μονάχα ξέρεις τι αγώνα σημαίνει το τραγούδι που δένεται με τις ζωές μας, με τι αγώνα κερδίζει κανείς την αιωνιότητα.
Μην τύχει και πιστέψεις πως όλα ετούτα είναι πράγματα της απτής αλήθειας. Όχι, ετούτα συνιστούν πράγματα του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού που δεν γνωρίζουν ερμηνείες, μονάχα μας κεντρίζουν μια ώρα σκοτεινή. Και τότε παίρνουμε πάλι το δρόμο που βγάζει μες στα αυθεντικό για να βρούμε όλα εκείνα που νιώθει κανείς σαν ασπαστεί την ίδια του την ύπαρξη και διδαχτεί τον ρυθμό του τον εσωτερικό.
Στα τραγούδια του Μάνου Ελευθερίου, σε όσα γίνανε μεγάλες επιτυχίες και στα άλλα που τώρα δα κάποιος τα σιγοτραγουδά, σε όλα αυτά θα βρεις τον ρυθμό μας που δεν ψευτίζει. Εκεί θα βρεις μια δεύτερη, χαμένη μας φύση. Θα την βρεις με τρόπο αναπάντεχο, μια διαφάνεια κόντρα σε κάθε άλλη ορατότητα του καιρού.
Και αν τελειώσεις ετούτο το σημείωμα που τίποτε δεν λέει και ας το ‘θελε, βάλε να ακούσεις τον Άμλετ της Σελήνης. Τον Άμλετ που βαθιά εντός σου τον κρύβεις και που μπορεί κάθε φορά, με έναν στίχο για αφορμή του, τον εαυτό του να ανακαλύψει από την αρχή. Ετούτο μας γνέφει ο Μάνος Ελευθερίου χρόνια τώρα, στο μετερίζι της αθανασίας του δοσμένος.
Θα τον ξαναβρούμε στους μπαξέδες, θα δεις, θα ξανάρθουν τέτοιες φωνές να μας ξυπνήσουν.
Ο Δον
διήγημα
Εδώ θα φτιάξουν ότι μπορεί η αγάπη τους να φτιάξει. Σε μια κάμαρη θα κρύψουν τον έρωτά τους και σε μια άλλη τη σιδερώστρα και τα σύνεργα του ταξιδιού που μένουν πάντα στην ίδια θέση. Θα έπρεπε να είχαν και ένα δωμάτιο ονείρων, κάπου να αφήνουν όσα δεν θα κατορθωθούν και όσα θα απομείνουν ανεκπλήρωτα.
Και εδώ θα ντύσουν με βιβλιοθήκες τους τοίχους. Στα ράφια θα ζουν οι καλύτεροί τους φίλοι.
Όλα αυτά μοιάζουν να γίνηκαν έναν αιώνα πίσω. Τώρα εκείνη έλυσε κάβους και αυτός, κάθε μέρα θυμάται και λιγότερο. Ερήμωσε το σπίτι και όλα εκείνα που λάμπανε μια φορά και έναν καιρό από αγάπη, τώρα παλιά θυμίζουν πράγματα, ξέφτια του καιρού και ίσως ένα τίποτε.
Τώρα τελευταία η κατάστασή του σαν να βάρυνε κάπως. “Θα έρθει μια στιγμή που δεν θα γνωρίζει τίποτε, μια στιγμή τόσο σκληρή για τους γύρω του”, είχε πει ο ιατρός μα κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πώς είναι να ξεμακραίνει κάποιος που ζει και υπάρχει.
Τώρα τελευταία τον κλειδώνουν με επιχείρημα στο σπίτι το παλιό. Και αυτός περιφέρεται λέγοντας ένα αιώνιο αντίο στα πρόσωπα και της ζωής του τα πράγματα. Γυρισμός δεν υπάρχει, όχι για εκείνον, όχι για εκείνον.
Προχώρησε στον διάδρομο που πέθαινε μαζί του και έφθασε ως την κάμαρη της βιβλιοθήκης. Άνοιξε την πόρτα και κοίταξε μέσα. Δεν του θύμιζε τίποτε το σκηνικό και τα ‘χε χαμένα. Ώσπου την κρισιμότερη την ώρα, όταν η ζωή του έτρεμε ολότελα, άκουσε πίσω του μια φωνή. “Και εσείς από αγάπη γεράσατε, αγαπητέ μου κύριε;”
Προσπάθησε να βρει από πού ερχόταν η φωνή όταν ξάφνου άναψε με μια κίνηση αποστομωτική το φωτιστικό του δαπέδου. Είχε να ανάψει κάμποσα χρόνια μα δεν είχε χάσει τη λειτουργικότητά του μήτε κατ’ελάχιστον. Απόδειξη το φως που διαστρέβλωσε σκιές και ράφια και ράχες βιβλίων από χρόνια πια κλειστών. Ίσως σε κάποιο να βρεις ένα γράμμα, κάποιο απόκομμα, μια φωτογραφία ταυτότητας. Κρατούν κρυμμένα μυστικά τα βιβλία, κανείς δεν τα ξέρει, μέχρι που γλιστρούν μέσα από τις σελίδες και πέφτουν εμπρός στα πόδια σου.
“Καλησπέρα σας. Ο κύριος;”, ρώτησε ο ηλικιωμένος άνδρας εκείνον τον σιδερόφραχτη ιππότη που ‘χε στρογγυλοκαθίσει στην πολυθρόνα του.
“Να με συμπαθάτε, δεν συστήθηκα. Τι απρεπές! Δον Κιχώτης, ιππότης της Μάντσα και εραστής της ομορφότερης γυναικός που εγνώρισε ο κόσμος!”, είπε ο τύπος που ‘ταν από έναν άλλο κόσμο, ολοφάνερα, φερμένος.
“Δον Κιχώτης, είπατε; Σαν του βιβλίου;”
“Όχι σαν του βιβλίου, κύριε. Του βιβλίου, αυτοπροσώπως. Είμαι εγώ που σκότωσα τόσους ανεμόμυλους. Το όνειρό μου με οδηγεί και η αγάπη μου”.
“Ω, τι καλά να ‘μουν λέει σαν εσάς! Και η καρδιά μου να μπορούσε ακόμη σαν ταυρομάχος να ριχτεί στο όνομα της αγάπης. Όμως εγώ…”
Ο ιππότης σηκώθηκε από τη θέση του. Έτριξαν απάνω του οι λαμαρίνες, τα μουστάκια του προβάλλανε μέσα από την περικεφαλαία του δίνοντας έναν τόνο αστείο στην όψη του την ντεμοντέ. Σαν τάχα να τον πήρε το βάρος και ο ιππότης, παραπάτησε, πήγε να πιαστεί από την κουρτίνα μα ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί και εκεί μες στην παλιά βιβλιοθήκη ο δον ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς. Έμοιαζε με ένα ολόκληρο ράφι τεντζερέδια που πέσανε απρόσμενα.
Δεν πρόλαβε κανείς τους να μιλήσει όταν ξαφνικά από το διάδρομο ακούστηκαν ποδοβολητά και μια φωνή που έλεγε, “δον, δον” και πλησίαζε. Στην πόρτα της βιβλιοθήκης στάθηκε ένας ξυπόλητος, κοντόχοντρος άνδρας. Τον έλεγαν Σάντσο. Αυτός έσκυψε πάνω από τον δον, βεβαιώθηκε πως τ’αφεντικό του ήταν καλά. Τον σήκωσε τραβώντας με κάθε πιθανό τρόπο και τον έβαλε να καθίσει στην πολυθρόνα.
Απευθυνόμενος στον ηλικιωμένο άνδρα που τα ‘χε ολότελα χαμένα είπε.
“Εσείς ευθύνεστε για αυτήν την κατάσταση; Τι σας έφταιξε μου λέτε; Γέρος άνθρωπος και να φέρεστε έτσι, τι δυστυχία , τι ξεπεσμός! Σε άλλες εποχές θα σας καταχέριαζα μα…”
“Άστο Σάντσο, με πήρε μπάλα η ιστορία”.
“Η πανοπλία θέλετε να πείτε, δον”.
“Ναι η πανοπλία. Μα ο κύριος έκανε ότι μπορούσε για να με περισώσει, μάθε το Σάντσο. Και από σήμερα, θα μπορούμε να λέμε πως έχουμε πια έναν καλό φίλο για να στηριχτούμε κάπου στην Μαδρίτη”.
Ο Σάντσο σηκώθηκε και υποκλίθηκε στον ηλικιωμένο ιδιοκτήτη του σπιτιού. “Η Ισπανία σας ευγνωμονεί”, είπε ο βοηθός του δον και έφτιαξε απάνω του το παντελόνι με τα μπαλώματα που ‘χει τη μνήμη του δρόμου.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας. Ο ηλικιωμένος έτρεξε ενώ οι άλλοι δυο, χαρακτήρες φανταστικοί άραγε ή πιο αληθινοί από κάθε τι άλλο, σώπασαν στις θέσεις τους, μες στην κάμαρη με τα βιβλία. Ήταν ο γείτονας που ‘χε αναστατωθεί με τον ήχο από την πτώση του δον. Ο ηλικιωμένος το απέδωσε στην πτώση των σκευών και κάπως βιαστικά φρόντισε να διώξει τον επισκέπτη. Επέστρεψε στην κάμαρη μα δεν βρήκε κανέναν. Αυτό ήταν το σημάδι το πιο σοβαρό.
Κατέρρευσε και αποκοιμήθηκε εκεί στην πολυθρόνα της κάμαρης. Το πρωί, μόνο, διαπίστωσε από πως έλειπε η κουρτίνα από το παράθυρο. Ήταν όλα ριγμένα χάμω και ένα δεμάτι ήλιου έπεφτε απάνω στον κορμό του άνδρα, στο ύψος της καρδιάς του. Μισάνοιξε τα μάτια του και όλα τα θυμήθηκε. Τον δον και τη ζωή του, τον Σάντσο, εκείνη. Έτσι λοιπόν νιώθουν τα διανύσματα, όπως το ‘γραψε ο Μπερτόλης.
Άμα άνοιξε τα μάτια του, διέκρινε την κρυμμένη αιθρία του κόσμου. Πήρε το βιβλίο από το ράφι, δεν το ξεχώρισε, τυχαίο ήταν. Άνοιξε και διάβασε. “Μες στις ζωές σας κουκουλωμένοι να κοιμάστε” έγραφε ο Κακίσης. Και ήταν αυτό ολάκερο το νόημα που ‘χε βρει μονάχος του, μες σε εκείνο το σπίτι, το χιονισμένο.
Α.Θ
