
Εμπρός, φωταγωγηθείτε!
Σημείωμα για τον Νίκο Καρούζο.
Άιντε, γέρο χρόνε που χτυπάς τα σήμαντρα αυτού του κόσμου, άιντε χρόνε, εμπρός, φωταγωγήσου μια στάλα. Πώς αλλιώς θα επιστρέψει ο Νίκος, ένα όνομα όπως λέμε Ραούλ, Νικηφόρος, Αντώνης, Αντίνοος. Πώς αλλιώς θα ανάψει μες στη σκοτεινιά το θυελλώδες εκείνο δευτερόλεπτο που χτυπάει απάνω στο τίποτε του στοχασμού μας.
Κάτω από αυτές τις παράδοξες συνθήκες, ο ποιητής θα εμφανιστεί με την καφετιά του τη φορεσιά στο δρόμο που βγάζει στ’Ανάπλι. Μες στους ατμούς της πόλεως, πάνω από τον αβάσταχτο κόσμο, στην αγκαλιά των ηλιοτροπίων, ο ποιητής που λογαριάζαμε νεκρό, εμφανίζεται οραματικός, με τη λευκότητα της κιμωλίας μες στα μάτια του και το δευτερόλεπτο των αιώνων σημαία του, καθώς οι ορδές των οπαδών που περιζώνουν το γήπεδο. Ετούτο το ρήμα καθόλου τυχαίο δεν είναι, το αρμολόγησε ο ίδιος ο Καρούζος.
Είναι ένας από εκείνους τους τρεις που κάθονται παράμερα. Πάντα παράμερα. Όλοι τους είναι ποιητές και δεν χωρούν μες στην πραγματικότητα. Εμείς νομίζουμε πως προσμένουν μια φάση τρομερή και διφορούμενη μα αυτοί γράφουν, γράφουν, γράφουν ποιήματα στον ουρανό. Όλα τα υπόλοιπα, ονόματα και λέξεις και σπαραγμούς τα παίρνει ο άνεμος. Εδώ πρέπει κανείς ομολογήσει πως μόνον ένας από αυτούς τους ποιητές θα κρατηθεί στο φόντο, όλα τα υπόλοιπα θα κυλήσουν μια μέρα στο φρέαρ της λήθης, πρώτο και τελευταίο ρίγος του κόσμου.
Η κάμερα τους πιάνει σε μια απόσταση. Τίποτε δεν φανερώνεται για δαύτους, τίποτε απολύτως. Ο φακός συλλαμβάνει κάτι από το θάμβος του μεσημεριού του πρωταγωνιστή. Σας είπα πρωτύτερα γα αυτόν, μα και πάλι αν συλλογιστείτε ελεύθερα πως υπάρχουν λέει ερυθρογράφοι, τότε τίποτε δεν πρέπει να σημειωθεί τόσο ξεχωριστά. Μα στην πραγματικότητα δεν είναι παρά της ποιήσεως η γύμνια. Οι τρεις τους καπνίζουν το χρόνο, μες σε νέφη λευκού, λευκότατου καπνού, οι τρεις τους. Μοναχά ο ένας φέρει την ιδιότητα του αγγέλου που συντρίβεται χάμω με ορμή. Και η ποίηση που κορυφώνεται καθ’ύψος, δίχως να μπορεί κανείς να την φθάσει.
“Επάνω στο μαχαίρι” ισορροπούν τα ποιήματα του Καρούζου. Και αν γεννήθηκε σαν σήμερα, ποτέ του δεν έλειψε από την Αθήνα που ξεχνάει, χαμένη στο μετά των ιστορικών της σταθμών, είκοσι αιώνες τώρα , δίχως αναπαμό. Θα τον βρείτε να φλέγεται στους κροτάφους με παραδειγματικές φωτιές, λήμματα που νομίσαμε νεκρά τριγυρίζουν μέσα του, σωματίδια της ψυχής από εκείνη την άλλη πλευρά που γυρεύουμε με την ορμή των ηφαιστείων να φτάσουμε, πιο πέρα να πάμε, πιο πέρα να νιώσουμε, λέει την αιωνιότητα που περνάει με κάθε τρόπο, πότε σαν άγριο ζώο μες στο δειλινό και άλλοτε σαν βροχή, καίγοντας της υπομονής και της ανθρωπιάς μας το δειλό κεράκι.
Όλα κύριε Νίκο είναι εδώ, όπως τα γνώρισες και όπως τα ξέρεις. Εμείς οι επίλοιποι Νεοέλληνες δεν βρήκαμε την ευκαιρία να φωταγωγήσουμε τις ζωές μας και στα τυφλά ονειρευόμαστε θύελλες, θύελλες, κορφές ποιητικές. Και γκρεμούς, πρωτίστως γκρεμούς, που κατά βάθος γεννήθηκαν έρωτες και τώρα μες στο καμουφλάζ τους ξεγλιστρούν από τη χούφτα του χρόνου.
Μαρίνα των βράχων
[…¨Αέριον Έπεον”, Ζακλίν Ιονάτος, Νένα Βενετσάνου…]
Ρώτησε για να σιγουρευτεί. Δεν είχε τίποτε άλλο στα χέρια του έξω από στίχους. “Έχει μια γεύση τρικυμίας στα χείλη”, έλεγε μα οι άνθρωποι δεν ξέρανε. Και ούτε μπορούσαν να φανταστούν.
Μέχρι που βρίσκει την απάντηση στο αίνιγμα που του καίει το αίμα. “Ναι, την ξέρω και την αγαπώ. Είναι η καλύτερη μας στιγμή, είναι ο έρωτας πίσω από κάθε τι. Ανήκει στη θάλασσα, κατάγεται από τα ακρωτήρια, τριγυρίζει στα λιμάνια και τραγουδά κάτι πονεμένα λόγια. Αν ποτέ την ακούσεις, η καρδιά σου θα σπάσει, αν την δεις ποτέ, θα νιώσεις πως ποτέ σου δεν αγάπησες. Ναι, την ξέρω, και ας μην την έχω δει ποτέ. Πώς να φτάσω εγώ σε εκείνες τις κορφές , πώς να βρω τα σημάδια; Εγώ, απεγνωσμένα καμιά φορά την ονειρεύομαι μες στις θύελλες να γεννιέται, σφάλμα και πάθος της νιότης. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος στον κόσμο, κανένας απολύτως για να την ορίσεις. Η Μαρίνα είναι το κόκκινο χρώμα, η αγκαλιά μιας μητέρας, η θλίψη του αποχωρισμού, ο έρωτας, τα ποιήματα. Ανάμεσα τους ζει και εκείνη, πώς να βρω τις λέξεις για να σου εξηγήσω; Ναι, την ξέρω, την έχω συναντήσει μες στο όνειρο, η φωνή της είναι γλυκιά, σε κάνει να νιώθεις παράδοξα και μαγεμένα. Αν τολμήσεις να την ακολουθήσεις θα χαθείς γιατί η καρδιά της Μαρίνας είναι μεγάλη σαν ωκεανός που δεν παγώνει ποτέ, ξεδιψάει με τις μεγάλες καταιγίδες, η αγάπη της – μάθε το – είναι επικίνδυνη”.
Έτσι τον απέτρεψε εκείνος ο άνθρωπος. Και καθώς επέστρεφε δίχως τίποτε από την Μαρίνα, θα ‘ταν ένα κορίτσι ίσα με δεκαπέντε χρονών που διάβηκε από μπροστά του, μια μικρή θεά. Θρόισε σαν μίσχος η νύχτα και απάνω φώτισε το παιδικό φεγγάρι.
Την είδε που άνοιξε την αυλόπορτα του χαμηλού σπιτιού και εχάθη. Εκεί που πάτησε το κορίτσι , απάνω στα βήματά του άφησε ένα ματσάκι μαργαρίτες. Δεν χρειαζόμαστε και άλλες λέξεις, αφού υπάρχουν στον κόσμο λουλούδια κορίτσια. Χρόνια πολλά ψιθύρισε, χρόνια πολλά Μαρίνα.
Πρόσωπα
Μίνα Αδαμάκη
17 Ιουλίου 1944 – 11 Νοεμβρίου 2022
[…σε αγαπώ γιατί είσαι ωραία. Ζακλίν Ιονάτος…]
Λένα Τασούλη, Ειρήνη Χαρίτου, Αλίς Μπονβουά Τερζιάδου, Σαμπρίνα Φάτον, τότε που το σεξ ήταν ασφαλές και ο έρωτας ακόμη των αισθήσεων αγρύπνια, αντίο Μίνα Αδαμάκη. Σου γνέφω και πάλι με το μικρό σου καθρεφτάκι μέσα από τα μπουντουάρ του χρόνου, σου γνέφω με τον ήλιο, μην τύχει και φθάσει ως την άλλη την πλευρά ο μυστικός μου χαιρετισμός.
Η Μίνα Αδαμάκη έχει φύγει τέσσερα χρόνια τώρα. Μα σαν ακούω τη φωνή της από κάποιο ρόλο της, όταν τυχαίνει να απολαύσω την χαριτωμένη της υστερία, ξέρω πως όλα αυτοί οι ρόλοι που σας αράδιασα στην αρχή του σημειώματος, χάσανε μια σπουδαία ηθοποιό.
Εις μνήμην.
Κύπρος
Αττίλας Ι, η προδοσία
[…λένε πως ο άνθρωπος πρέπει την πατρίδα να αγαπά…]
Στις εννιά και τέταρτο την 19η Ιουλίου του 1974 ξεκινάει η επιχείρηση Αττίλας Ι. Σε λίγες ώρες μια καινούρια, εθνική τραγωδία θα γραφόταν στα ματωμένα βιβλία της ιστορίας μας. Οι σχηματισμοί των τουρκικών δυνάμεων κινούνται προς την Κερύνεια. Σε λίγη ώρα τριάντα χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες και μονάδες του πυροβολικού έχουν εγκατασταθεί στα παράκτια τμήματα. Οι αλεξιπτωτιστές, κάνουν στοχευμένα άλματα με σκοπό να δημιουργήσουν προγεφυρώματα. Η Κύπρος έχει προδοθεί από την Χούντα των Συνταγματαρχών, από τον Σαμψών και τους άλλους που έπαιξαν μικρούς ή μεγάλους ρόλους σε αυτό το θέατρο σκιών.
Θύματα της εισβολής οι αγνοούμενοι που ακόμη λείπουν από την ιερή λειψανοθήκη της πατρίδας. Θύματα οι χιλιάδες εκτοπισμένοι που άλλαξαν ζωή μες σε μια νύχτα, θύματα τα χρόνια της αθωότητας που κλέβει από έναν λαό ο πόλεμος. Τα τραγουδάει ο Αλκίνοος Ιωαννίδης κάθε φορά στις μαγευτικές του συναυλίες.
Ποτέ δεν θα τα πάρει πίσω αυτά τα χρόνια η Κύπρος. Με μια πράσινη πληγή θα απομείνει και ο διχασμός. Μια χώρα μοιρασμένη στα δυο, με περίκλειστες πόλεις σε αιώνια ακινησία που διατρέχουν τις δεκαετίες. Και πρόσωπα σε κορνίζες ασπρόμαυρες που δεν επέστρεψαν ποτέ.
Τι σημασία έχει ποιος την πρόδωσε την Κύπρο; Όλοι βάλανε την υπογραφή τους στο δράμα που παίχτηκε εκεί στο νότο.
Κοιτάζω τις φωτογραφίες από το πρόσφατο ταξίδι της καινούριας, ελληνικής φρεγάτας. Με αφορμή τις αστοχίες στις πυραυλικές ρίψεις, η ελληνική δύναμη κατέπλευσε στην πολύπαθη Κύπρο, μαζί με δυο μαχητικά τελευταίας γενιάς εν πλήρη αποτρεπτική ισχύ. Μισό αιώνα μετά το Έθνος καταφτάνει μετά βαϊων και κλάδων, σκέφτομαι. Πάντα τα πράγματα να γίνονται όταν πλέον είναι αργά. Τι φάρσες πικρές στήνει αλήθεια ο καιρός σκέφτομαι.
Πρόσωπα
Λένα Παππά
31 Ιουλίου 1932 – Αθήνα, 19 Ιουλίου 2025
[…palami sou (Angélique Ionatos)…]
Επίκαιρη Λένα Παππά που μετράς κιόλας έναν χρόνο στην ανυπαρξία, σε χαιρετώ. Αν ήσουν εδώ, τώρα που ανάβει για τα καλά του καλοκαιριού το γλεντοκόπι, αν ήσουν εδώ και δεν είχες πάρει τον ανήφορο που βγάζει στα άστρα, θα τραγουδούσες ανάμεσα στους αγαπημένους σου. Έπειτα, όταν εκείνοι θα ‘χαν σαν τα παιδιά αλαργέψει, αργότερα, κάτι στιγμές μονάχα μετά, θα έλεγες την περίφημη φράση “από τα ποιήματα του Γ’Τόμου” σηματοδοτώντας την πορεία μιας ζωής πάνω στην ποιητική σκαλωσιά. Δουλεύοντας αδιάκοπα απάνω στο εσωτερικό το αίσθημα και τ’ανεξήγητο της αισθήσεως, ιχνηλατώντας μες στον κόσμο της ποιήσεως που παραμένει ανερμήνευτη. Ταξιδεύοντας σαν ηρωίδα ομηρική, εξίσου απόκοσμη όπως οι μορφές που αναπαριστούν στη μεγάλη οθόνη τα πνεύματα εκείνου του έπους.
Σαν τον Οδυσσέα που ακόμη λένε πως ταξιδεύει και φτάνει και πάλι από την αρχή στο αέναο του μύθου του πλανιέται. Λάμνει με τις λέξεις της αρχαίας του ιστορίας. Σαν φτάνει, η Πηνελόπη τον ρωτά για τα χρόνια της αργοπορίας του.
Εξάντλησα όλα τα ταξίδια
και τις επιθυμίες μου όλες
τις θάλασσες εξάντλησα ο πολύπαθος.
Ίσως δεν είμαι πια ο Οδυσσέας
— σίγουρα αυτός ο Οδυσσέας που ξεκίνησα δεν είμαι
έφυγα άλλος κι άλλος πια επιστρέφω.
Ετούτο το τελευταίο κρατεί η βασίλισσα, θυγατέρα της υπομονής πια και αποσύρεται πλάι στη λύρα, μες στα δώματα. Η Λένα Παππά, γράφει τις τελευταίες λέξεις της ιστορίας.
Γυρίζω πίσω, μέσα μου γυρίζω
κι αυτό νομίζω
είναι το πιο μεγάλο τόλμημά μου απ’ όλα.
Η Λένα Παππά από τη στήλη μιας νεφέλης πιάνεται και χάνεται πέρα από τα σύνορα του ουρανού. Η ποίησή της ήταν το μεγάλο τόλμημα, κάτι σαν το Χαμένο Άλμα που πράττουν οι μεγάλες καρδιές, μεγάλες σαν ωκεανοί που ποτέ δεν παγώνουν. Στο φρέαρ του χρόνου ρίχνεται η ποιήτρια αφήνοντας το ποίημα να ενσωματωθεί στο δέρμα σαν φύση δεύτερη.
ΑΘ
