Απόστολος Θηβαίος | Ραούλ

© Paul Strand

Φράνσις 2.0

Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ

Στο τέλος της διαδρομής το οικονομικό Κραχ. Κάπου ενδιάμεσα η τρομερή “ισπανική γρίπη” που σκότωσε πενήντα εκατομμύρια ανθρώπους, σε μια από τις χειρότερες, υγειονομικές κρίσεις του περασμένου αιώνα. Μπορεί κανείς να φανταστεί για τι πράγμα μιλάμε, καθώς και εμείς, στην εποχή μας, γευτήκαμε την τρομερή αβεβαιότητα που σαρώνει τα πάντα.

Και κάπου ανάμεσα σε εκείνο το μονοπάτι που βγάζει στη σημερινή μας εποχή, σύμβολο ενός αμερικανικού ονείρου, εύθραυστου σαν ακριβή πορσελάνη, ο Μεγάλος Γκάτσμπυ. Να θυμάσαι νεαρέ, λέει συχνά στον εαυτό του και είναι ετούτη  η μόνη αλήθεια που δεν παραβιάζεται, “τα φτωχά αγόρια δεν πρέπει να παντρεύονται πλούσια κορίτσια”. 

Μα το αστέρι του λάμπει αλλιώτικα. Και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ θα βρει τον τρόπο να φτάσει ως τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Σαν πεταλούδα της νύχτας καίγεται μες στο όνειρό του. Προτού συναντήσει τα μισά της τέταρτης δεκαετίας του, μια αναπάντεχη καρδιακή προσβολή θα πάρει για πάντα μακριά τον Φράνσις, αυτό το χρυσό αγόρι που γράφει, ερωτεύεται σπάνια κορίτσια, τριγυρίζει στα πάρτι και οδηγεί επικίνδυνα. Μετά το θάνατό του το αμερικανικό κοινό που γυρεύει ένα ύφος, μια έκφραση για την εποχή, ανακαλύπτει στα μεγάλα έργα του Φιτζέραλντ την όψη μιας χώρας που πεθαίνει μες σε παράφορη ηλεκτρική μαρμαρυγή. Τίποτε δεν ψευτίζει εκείνες τις ώρες και η Αμερική που φορεί πένθιμα, σαβανωμένα κραγιόν και βιομηχανικά στρας , με ατροφική την αυτοκριτική της περνά στο μέλλον. Εκείνη την ξέφρενη την εποχή κάθε στοχασμός απάνω στο μέλλον περιέχει γενναίες δόσεις ασπλαχνίας.

Θα μου πείτε, τι σε έπιασε απόψε με τον Φιτζέραλντ; Με την Αμερική τι σε έπιασε και ασχολείσαι απόψε; Ε λοιπόν, δεν έχει να κάνει με τίποτε συγκεκριμένο παρά με τούτο τον κόσμο που μοιάζει με έναν άλλο εκατό και βάλε χρόνια πίσω. Οι άνθρωποι γύρω με τις αιώνιες ρίγες της φυλακής που φτιάξαμε για τους εαυτούς μας, φυλακισμένοι μες στα χιλιάδες πράγματα και τις επιθυμίες μας. Και τριγύρω αγόρια με το όνομα Φράνσις που γυρεύουν μια “καλή” για να πιαστούν που λέμε, να γίνουν τ’απόσταγμα ετούτου του καιρού όταν όλα θα έχουν τελειώσει. Τηλεκατευθυνόμενα τα όνειρά μας πια, περνούν τροχιοδεικτικά και χάνονται στο στερέωμα.

Liberte, Egalite, Fraternite

[…14.7.1789, δυο αιώνες μετά, τώρα που η ιστορία, ρίχνει τα πέπλα της για να φανεί πως δεν νοιάζεται μια στάλα για το πώς συγκινώ, πώς ζω, πώς είμαι. Σε παράφορο, αναμνηστικό στυλ, όλα παλιώνουν και όλα καινούρια γίνονται. Και η μνήμη το παρελθόν πολιορκεί καμιά φορά. Μα αυτό είναι όλο και όλο στον αφόρητα λογικό μας αιώνα. Ο μοντέρνος, κλειστός μας ορίζοντας κάνει σαν πάντα την πιο δύσκολη δουλειά, τώρα που γίνηκε ανάπηρη η φαντασία μας….]

Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Με ξύλα, δικράνια, με ότι έχει καθένας, με σκεύη και κατσαρόλες, πρώτα οι γυναίκες βαδίζουν προς την Βαστίλη. Το μεγαλύτερο, το αποτελεσματικότερο όπλο τους είναι τα παιδιά τους που πεθαίνουν από την ανέχεια και τις ελεεινές συνθήκες ζωής, την ώρα που μερικοί ελάχιστοι απολαμβάνουν έναν πλούτο ανείπωτο. Η πληγή της Γαλλίας έχει μόλις ανοίξει. Στις 14 του Ιούλη του 1789 το μέγα πλήθος πολιορκεί την Βαστίλη. Θα ακολουθήσου διαπραγματεύσεις και τελικά η ανατροπή κάθε βεβαιότητας. Τα χαμηλότερα, κοινωνικά στρώματα γυρεύουν καλύτερους όρους αμοιβής, απαιτούν τα δικαιώματά τους, τώρα που ήρθε η ώρα για να αλλάξει ο κόσμος. 

Τα γεγονότα μετά την επανάσταση, γνωστά. Μια Γαλλία σε περιδίνηση ώσπου να βρει το βηματισμό της. Παλινωδίες, αυτοκράτορες και επιτροπές προτού η δημοκρατία πει την τελευταία της λέξη στη μεγάλη αυτή χώρα. Και άνθρωποι που 

Οι ζωές μας άλλαξαν από τότε. Οι επαναστάσεις σαρώθηκαν από  άλλες, απρόβλεπτες καταστάσεις. Η Γαλλία μες στον εαυτό της βυθίστηκε. Σήμερα μες στα καθάρια νερά του Σηκουάνα που στοίχισε μερικές δεκάδες εκατομμύρια, οι Γάλλοι παλεύουν με τις εξωφρενικές θερμοκρασίες και ο ύπατος απολαμβάνει τη θέα με ραίημπαν. Εκεί που πέθαναν χιλιάδες για μια στάλα δικαιοσύνη, εκεί ακριβώς ο Εμμανουέλ παίρνει τον περίπατό του και σκαρφίζεται χίλιους δυο τρόπους για να κρατηθεί στην εξουσία. 

 Δυο αιώνες μετά,   η διεθνής πολιτική παρουσιάζει εξωφρενική, είναι η αλήθεια, υποθερμία.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Ι.
[… “και ήθελε ακόμη” με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη. Ακόμη “θέλει”, ακόμη…]

[…Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει
Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν τη βλέπει
Και δεν την υποψιάζεται ακόμα
Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς
Στα καφενεία και στα χρηματιστήρια
Στις βροχερές ώρες, στ’ άδεια πάρκα, στα μουσεία
Μέσα στα σπουδαστήρια και στα μαγαζιά
Αλλάζει τη σύνθεση της ατμοσφαίρας
Τη γεύση του φιλιού, την πολυτέλεια της αμαρτίας
Το χυμισμό του κυττάρου, την ορμή της μπόρας.
Έχει στηθεί η σκηνή μα δε φωτίζουν οι προβολείς
Κι όλα τα πρόσωπα είν’ εδώ —αντάξια του δράματος—
Γενεές γενεών υποκριτές:
η θλιβερά ερωμένη Ο άνθρωπος με το χαμόγελο, ο επίορκος
Τα κουδουνάκια του τρελού, κάθε κατώτερη ράτσα
Άρχοντες και πληβείοι κι αυτοτιμωρούμενοι…]

Επαναλάμβανε τα ίδια λόγια. Έπειτα άναβε ένα τσιγάρο, κατοστάρι, όχι σαν αυτό που εκτελούν οι αθλητές του στίβου εν μέσω κεραυνών από φλας και τα λοιπά, και τα λοιπά. Το πορτραίτο του χαμηλά στην Αλεξάνδρας, μια προβολή στο χθες και το σήμερα. Ανήκει στους “καπνιστές” του Χρήστου Βακαλόπουλου, δίχως αμφιβολία.

 Φορούσε ένα κοστουμάκι του ‘ 70, θέλω να πω το όλο στυλ του ανέδυε κάτι παλιό και θαμπό. Έτσι που ‘ταν ντυμένος, θύμιζε κόπια παλιά που ξεγλίστρησε από το μουσείο. Πού να το φανταστούν οι μεγάλοι αρχιτέκτονες των αρχαίων κορυφών μας, πού να υποψιαστούν οι καψεροί τη μετεξέλιξη του κούρου σε μοντελάκι του 1970, με πολύχρωμη γραβάτα, φαρδιά και μεσάτο σακάκι με όρθιο γιακά. Και ας είναι καλοκαιράκι, η ιστορία φυσά το βράδυ αργά και μπορεί να σε  τσακίσει αν δεν προσέξεις. 

Κάποιος στέκει και τον ρωτά, “τι ‘ναι αυτά που λες;”. Του ρίχνει μια απαξιωτική ματιά και προχωρεί. Πίσω τους η πλατεία Αιγύπτου, ένα σύνορο για την πόλη, το Πολυτεχνείο, η Πατησίων, οδός Στουρνάρη, αλλοτινή Σίλικον Βάλει, εποποιία μου αθηναϊκή πώς ξέφτισες. Δυο δρόμους από πάνω προετοιμάζουν τον υπόγειο σταθμό. Τριγύρω οι τσιλιαδόροι στοιχηματίζουν ότι έχουν και δεν έχουν στην Αργεντινή του Λίο, μια στιγμή προτού γυρίσει ο κόσμος. Η εποχή  μας είναι σε ενδιαφέρουσα και από στιγμή σε στιγμή θα σπάσουν τα νερά του αιώνα. Από στιγμή σε στιγμή θα γεννηθεί μια νέα μέρα, μια καινούρια μουσική.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης είχε προφητέψει αυτό το τέλος. Το αφιέρωσε στον Ραούλ, την 3η Μαίου, σε πράγματα που ανασαίνουν παρέα μας το χθες και το σήμερα και τ’αύριο που είναι άγνωστο πολύ, μια απόπειρα με αμφίβολο το κέρδος. Για αυτό σου λέω πιάσε ξανά το παλιό τραγούδι, σύρε με τις ήττες σου τον τρελό , τον μαγικό σου χορό. Και αν κουραστείς, στάσου μια στιγμή και θαύμασε και δες. Και νιώσε τι πάει να πει τ’αμετάφραστο που ουδείς επέτυχε να εξηγήσει. 

Στο τέλος κάποιος κοιτάζει ψηλά στον ουρανό, κάποιος ακούγεται σαν τρελό διαπασών μες Στις βροχερές ώρες, στ’ άδεια πάρκα, στα μουσεία. Κάθε τόσο δένεται με το χρόνο, οι αλυσίδες του όμως είναι τριανταφυλλένιες και δεν κρατάνε, το κοινό που χειροκροτούσε μηχανικά τώρα φοβάται κάπως,  αμήχανα διαισθανόμενο τη βαρύτητα των στιγμών. Τι εύκολα που συντρίβεται. Τι εύκολα επιστρέφει με ένα όνομα, η χαμένη γενιά. Με το κάρβουνο που καίει ακόμη τις άκριες των χειλιών της, εκεί, στο μέσον του δρόμου, εκεί που καταλήγουν όλα τα τυφλά ρέματα της  μνήμης. Ραούλ.

ΙΙ.

[…Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι..]

Στάθηκε και κοίταξε το έρημο σπίτι. Μαζί του κάποιος ακόμη που σε λίγο παρασέρνεται από το πλήθος και χάνεται μες στον καιρό. Κανέναν δεν νοιάζουν όλα αυτά, αφού όλο το ζήτημα δεν είναι παρά ένα θέμα σκηνογραφικό. Στο μεταξύ εκείνο το παλιό σπίτι ματώνει από την ομορφιά του. Ο ξένος μιλά.

“Εδώ  φιλοξενήθηκαν οι νεαροί ποιητές που έρχονταν να κυνηγήσουν την τύχη τους στην πολύβουη πολιτεία. Οι περισσότεροι από αυτούς σκοτώθηκαν στη μάχη του Σομ, αργότερα όσοι επέζησαν, σακάτηδες γίναν οι φτωχοί μπεκρήδες του Σαββάτου. Ο τελευταίος προτού χαθεί ανέβηκε στην οροφή και έβαλε τις φωνές, σαν να διαλαλεί την πραμάτεια του. Από εκείνον μάθαμε την αλήθεια, πριν πηδήσει στο κενό. Ποτέ του δεν σκοτώθηκε, πάνε χρόνια που πλανιέται σαν τον Ίκαρο, πετροχελίδονο των αιώνων. Άμα νιώσει τον παλιό, καλό φόβο σαρώνει τους δρόμους. Είχε δέρμα κοριτσιού και δεν τον έβλεπε ο ήλιος. Όταν χάθηκε και εισβάλαμε μες στην κάμαρή του, βρήκαμε σορό τα χαρτιά του. Και εκεί επάνω, φύτρωνε ο λωτός. Σε κάθε του παλμό, κάτι σαν παφλασμός γέμιζε τριγύρω τον τόπο με τους χυμούς του. Ο ποιητής εκείνος πίστευε περισσότερο στον άνθρωπο, ο ποιητής εκείνος δεν ξεχωρίζει πια. Είναι μια μικρή σκιά στο μέσον της οδού, η παρηγοριά στα μεσημέρια τ’Αυγούστου, είναι τ’αληθινά λουλούδια που γερνούν και πεθαίνουν δίχως ζάχαρη και τα ρέστα. Μα τι τα θέλεις, έρημα μείναν όλα, σαν την ευχή τ’αστεριού ο ποιητής εχάθη. Καλό μεσημέρι και καλή σας όρεξη, κύριε”, του ‘πε ο ξένος και υποκλίθηκε διακριτικά. 

Ένα τσούρμο παιδιά εμπρός και ξοπίσω οι σκύλοι, πέρασαν από εμπρός τους. “Να, ο ποιητής που σας έλεγα” είπε ο ευγενής εκείνος κύριος και έπειτα από λίγο κανείς δεν τον ξεχώριζε ανάμεσα σε τόσα πολλά λονδρέζικα, γκρι κοστούμια. Ίσως να μην το ξέρει, μα στο πλάι του, εκεί έξω, τρέχει η ποίηση.

Απόστολος Θηβαίος