
Ιστορίες και στοχασμοί
του γαλάζιου μου
στενού
51 μ.Χ.
Ο λόγος του Απ. Παύλου στον Άρειο Πάγο
Τα χρόνια πέρασαν. Η ιστορία είχε πει τον τελευταίο λόγο και όλα βυθίζονταν στην λήθη, σε κάθε γύρισμα του καιρού, ο κόσμος έμοιαζε διαφορετικός, στα σημεία ίδιος μα το θέατρο, τα σκηνικά, ακόμη και το κοινό, είχαν πια αλλάξει. Από γενιά σε γενιά αλλιώς λεγόταν το πώς και το γιατί της ζωής. Η Αθήνα πέρασε στην ανυποληψία. Ο κλασικός της αιώνας ξεφλούδισε και θα ‘παιρνε καιρό ώσπου οι αρχαιολόγοι να ξεθάψουν τις λαμπρές γεωμετρίες που στερεώθηκαν κάποτε σε τούτα εδώ τα χώματα. Οι θεοί της κηρύχτηκαν έκπτωτοι. Το Γένος σκόρπισε εδώ και εκεί, στις μικρές και τις μεγάλες του περιπέτειες, κάπου ανέκαμπτε μα έπειτα καταποντιζόταν κάτω από το βάρος της ιστορίας.
Το μόνο που έμεινε όρθιο είναι οι βωμοί. Βρέθηκαν οι περισσότεροι αυτούσιοι. Με μια αφιέρωση, ίσως χαμηλά στη βάση, με ένα όνομα στον μαίανδρο που κοσμεί το πέταλο. Ένα όνομα, κάτι για την παρακαταθήκη του μέλλοντος που θα ‘ρθει με κάθε βεβαιότητα να συντρίψει όλα τα υπάρχοντα της μνήμης μας.
Αυτούς τους βωμούς, πολύ αργότερα, τους βάλαμε μες στα σπίτια μας, τους κάναμε δικούς μας. Ακουμπήσαμε εκεί απάνω τον θεό μας και ζήσαμε. Δεν αντιληφθήκαμε ποτέ πως το αληθινό αγώνισμα, η μεγάλη αγωνία της ύπαρξής μας, θα ‘ταν να στερεώσουμε εκεί επάνω, πλάι στο ακοίμητο καντήλι μας, τον άνθρωπο. Τον διπλανό μας, τον αδελφό μας, αυτόν που σπέρνει ανέμους και προχωρεί, μόνο προχωρεί στο ιδανικό που δεν έχει φτάσιμο.
Πριν από αρκετούς αιώνες, ο Απόστολος Παύλος βρέθηκε σε τούτα τα μέρη. Ανάμεσα σε Ιουδαίους και Αθηναίους μίλησε για τον άγνωστο Θεό. Είπε για βωμούς και για των νεκρών το μέγα, αναστάσιμο γεγονός. Λοιδορήθηκε από το δήμο, αποχώρησε με τους λιγοστούς ακόλουθους του.
Μετά από χρόνια, σε τούτα εδώ τα μέρη, μάταια στοχαζόμαστε εκείνο το εἰ ἄραγε ψηλαφήσειαν αὐτὸν καὶ εὕροιεν. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως ο Απόστολος εκείνου του καιρού έδρασε, δωρίζοντας κοιμώμενες δυνατότητες σε έναν κόσμο που επρόκειτο να αλλάξει. Πως μιλούσε για τον άνθρωπο σαν να ‘ταν Θεός δεν το λογαριάσαμε ποτέ.
Πρόσωπα
Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ
29/6/1900-31/7/1944
Υπάρχει ο Μικρός Πρίγκιπας
Καμιά φορά τον πιάνει το παράπονο. Τελικά, δεν υπήρχε μικρός πρίγκιπας, όλα τα σκάρωσε ο νους εκείνου του αεροπόρου. Ποιος ξέρει τι φαντασία παράξενη θα του κατέτρωγε το νου, ποιος φαντάζεται γιατί να ‘δωσε στον ήρωά του ένα τέτοιο όνομα. Αμέσως ο νους του πήγε στους Ινδιάνους που δίνουν ανάμεσά τους ονόματα περιφραστικά. Σαν “ποτάμι που κυλάει”, “λεπτό καλάμι που σφυρίζει στον άνεμο”, “λυγερό στάχυ” και άλλα τέτοια πολλά.
Ακολούθησε ένα συναίσθημα έντονης νοσταλγίας που του πήρε λίγη ώρα να ξεπεράσει. Βολεύτηκε καλύτερα στη θέση του αστικού και αφέθηκε στην πόλη που βραδιάζει. Έφτασε στον προορισμό του νωρίτερα από ότι είχε προγραμματίσει. Και έτσι θεώρησε σκόπιμο να περπατήσει λιγάκι. Ήταν ωραία έτσι ήσυχα. Με το κουτσό του φεγγάρι ο κόσμος και η ομορφιά Φαίδρε που δεν περιγράφεται, μονάχα σε ενώνει με μια βαθύτερη ουσία, κάποια ώρα. Ο Παπατσώνης το ‘πε “κατάνυξη του ναι”.
Τους στοχασμούς του διέκοψε μια σκιά στο βάθος του στενού. Ήταν ένα αδιέξοδο, από εκείνα που δεν εξυπηρετούν τίποτε, μονάχα φτιάχνουν μικρούς κόσμους στις εσοχές των πραγμάτων. Ένα μικρό, τόσο δα θέατρο , στριμωγμένο κάπου ανάμεσα στον παφλασμό του ονείρου. Η σκιά δεν έμοιαζε με τις άλλες. Ξεχώριζε επειδή ήταν ολόλευκη. Άγνωστο γιατί προχώρησε προς την κατεύθυνσή της. Γρήγορα ξεχώρισε τις λεπτομέρειες. Ήταν ένας νέος, όχι πάνω από είκοσι χρονών, ξανθός. Φορούσε ένα λευκό κοστούμι, θύμιζε τους πιλότους των προηγούμενων δεκαετιών με ένα κόκκινο μαντήλι στο λαιμό, σαν αυτό που φορούν οι ερωτευμένοι. Στην αγκαλιά του κρατούσε κάτι ακαθόριστο που γρήγορα αποκαλύφθηκε. Μια γλαστρούλα τόση δα και μέσα της ένα ολομόναχο λουλούδι. Αυτό ήταν όλο.
Πλησίασε και εκείνος. Έψαξε στην τσέπη του και του ‘δωσε ένα ινδιάνικο φτερό. Του φάνηκε παράξενο, συλλογίστηκε όσα περνούσαν νωρίτερα από το νου του. Ο ξανθός εκείνος νέος υποκλίθηκε με ευγένεια. Έκανε να φύγει, μα γύρισε απότομα, λέγοντας.
“Μικρός Πρίγκιπας, έτσι με λένε. Δεν έχω φυλή, μόνο την αιωνιότητα αυτού εδώ του λουλουδιού και μια κάποια γνώση της μελωδίας του βάθους, κύριε”.
Ντράπηκε, σκέφτηκε να πει κάτι, να δικαιολογηθεί μα όταν έστρεψε και πάλι το πρόσωπό του, δεν ήταν κανείς. Μόνο το πλεόνασμα μιας μαγικής ιστορίας.
Πρόσωπα
Τζιάκομο Λεοπάρντι
Αγαπημένος μού ήταν πάντα αυτός ο λόφος
ο έρημος, κι αυτά τα δέντρα που μου κρύβουν
τον μακρινόν ορίζοντα. Μα εδώ που στέκω
οραματίζομαι τις αχανείς εκτάσεις
τ’ ουρανού και την υπερκόσμια γαλήνη
κι ανατριχιάζω. Και καθώς ακούω
μέσα απ’ το φύλλωμα το θρόισμα του αέρα
συγκρίνω την αμόλυντη σιωπή του απείρου
μ’ αυτόν τον ήχο. Κι αισθάνομαι το αιώνιο,
και τις σβησμένες εποχές, και τη δική μας
που ζει και πάλλεται. Κι ο στοχασμός μου
πνίγεται στη βαθιά απεραντοσύνη.
Σ’ αυτή τη θάλασσα γλυκό είναι το ναυάγιο.
Χρειάζεται αληθινή τέχνη για να συλλάβει κανείς το ανύπαρκτο. Να βρει τις λέξεις που περιγράφουν το άρρητο, το πέρα από τα μέτρα και τις γνώριμες των πραγμάτων τάξεις. Πόσο μάλλον αν βαλθεί κάποιος να αναμετρηθεί με το άπειρο.
Ευθύς πελώριο υψώνεται εμπρός του το στιγμιαίο θέατρο του κόσμου και το αίσθημα γιγαντώνεται, υπακούοντας σε έναν άλλο ρυθμό. Ίσως τον έχεις νιώσει εμπρός στα πράγματα της πιο αδιαπραγμάτευτης ομορφιάς, στα ανυπόστατα εμπρός, στο φιλί και το χάδι, στη λεπτή χειρονομία που σημαίνει τα πάντα, σαν σημαίνει η ώρα του θανάτου.
Για αυτό τραγουδά ο Λεοπάρντι. Στο στοχασμό του πληθαίνουν οι τρόποι που ‘χει τούτο το άπειρο για να συνομιλεί μαζί μας. Απέραντο το πλεόνασμα του γυρεύει, για να λάμψει και για να φανερωθεί, ισότιμο με τη μεγαλοσύνη της ψυχής. Άπειρη η ζήση και ο χρόνος άπειρος και ο ποιητής που αντλεί τη δύναμή του από το αιώνιο. Εμπρός του διέρχεται ο χρόνος και ο χώρος και οι όχθες του νου του πλαταίνουν. Μες στο απέραντο θα ριχτεί του λόγου του, έχοντας συλλάβει το μέγιστο μέσα από τα βασικά μοτίβα του κόσμου.
Μόνος, ενώπιον αυτού εδώ του κόσμου, ο ποιητής αδιάκοπα σφυρηλατεί τα φτερά μας.
Φίλος Χάιν
τρεις ιστορίες
του θανάτου
Μην ανοίγεις τις πόρτες μες στη νύχτα
Χθες αργά το βράδυ κάποιος βρόντηξε την πόρτα. Η μικρή Αλίσια, με το λαδοφάναρο στο χεράκι της, πιο λευκή και από το πρωινό, ρώτησε με μια ψιλή φωνή, “ποιος;, ποιος;” και έπειτα σήκωσε τη βαριά μπάρα. Απ´ έξω βρισκόταν ένας άνδρας, ντυμένος σαν τους μοναχούς που ‘χει δει τις Κυριακές να ψωνίζουν παστά κάτω στην αγορά. Ο άνδρας συστήθηκε, “Φίλος Χάιν”, είπε και το κορίτσι σαν να παραξενεύτηκε. Μα ήταν πια αργά και είχε σηκωθεί ένας άνεμος. Και πώς να τα βάλει μαζί του το λαδοφάναρο, πώς να αντέξει το χεράκι της Αλίσια, σαν κλαράκι απλωμένο, σωστό νερού ανάβρυσμα. Την θάψανε το επόμενο πρωινό. Είχε μια παγωνιά τρομερή και σε μια άκρη ο Φίλος Χάιν, έστεκε κρατώντας από το χέρι την ψυχή της μικρούλας. Ως γνωστόν ο Φίλος Χάιν παίρνει τις ψυχές των ανθρώπων και δικές του τις κάνει.
Λυμένο ζωνάρι
Ο κόμης Ραστάντ με όλη του την ακολουθία, κίνησε για το Σεν Ζερμαίν. “Κυνήγι ελαφιού! Εμπρός!”, είπε και βγήκε έξω να ζέψει το άλογό του. Ξοπίσω ο κύριος Βεσάν, πιστός υποκόμης, με διευρυμένα καθήκοντα και δικαιώματα την ίδια στιγμή. Αυτός, ο υποκόμης έδεσε τη σέλα στη ράχη του ωραίου ζώου. Μόνο που λησμόνησε – τα χρόνια, βλέπετε, τα χρόνια – να σφίξει το ζωνάρι καλά. Και ο Φίλος Χάιν υποψιάστηκε πως σε μια απότομη στροφή η σέλα του κόμη θα γλιστρήσει από την πλάτη του ζώου. Ο κόμης θα γίνει κομμάτια πάνω στα βράχια, τ’ωραίο ζώο θαρρείς πως το ‘χε σχεδιασμένο να ελευθερωθεί, θα μπει στο δάσος για να χαθεί. Και θα χαθεί.
Και έγιναν όλα όπως ειπώθηκε. Ο κόμης μεταφέρθηκε σε ανάκλιντρο πίσω στο κάστρο του. Από τις τέσσερεις πολεμίστρες του κρεμάσανε κατάμαυρα πανιά που φούσκωναν από τον άνεμο. Ο Φίλος Χάιν επισκέφτηκε το κάστρο την επομένη. Συλλυπήθηκε τους συγγενείς και βρήκε τον κόμη να τον προσμένει στη βεράντα. Οι δυο τους, δίχως τίποτε να πουν, κινήσανε για τον κόσμο του θανάτου. Το κάστρο έπλεε σε πέλαγος λύπης.
Ο χήρος
Τον ενοχλούσαν όλα. Το βούισμα της λάμπας και των επίπλων οι ανάσες. Όλοι οι θόρυβοι μεγεθύνθηκαν θαρρείς και του ‘παιρναν το νου. Σηκώθηκε και έσβησε το φανάρι. Και στάθηκε, πιο μόνος από ποτέ εμπρός στ’ανοιχτό του το παράθυρο. Αργεί ακόμη να ξημερώσει, καμιά φορά ο κόσμος δεν τα καταφέρνει και απομένει η νύχτα, κερδισμένη για πάντα στα σημεία. Κοίταξε την αδειανή πολυθρόνα. Κανονικά, εκεί θα την έβρισκε τώρα, με το εργόχειρο της, να μιλά με την πυροστιά. Πού να ‘ξερε πως τούτες τις μέρες, θα την θυμόταν εκείνος ο τρομερός παλιόφιλος, ο Φίλος Χάιν. Αυτός που σαν σε φέρει στο νου του, θα πρέπει να θεωρείς τον εαυτό σου πεθαμένο κιόλα.
Τότε τα εννόησε όλα με τον πιο σαφή και αδιαμφισβήτητο τρόπο. Και δεν νοιάστηκε για την παγωνιά της ώρας, μήτε για τον πόνο και τον σκοτεινό ετούτο ρόλο που του επιφύλασσε η ζωή. Είχε πάρει πια την απόφασή του. Σαν τάχα να μιλούσε σε κάποιον έστρεψε το πρόσώπό του και είπε επί λέξει, “είναι ώρα υποθέτω”.
Εκείνος και μια φιγούρα – επρόκειτο για τον Φίλο Χάιν – βγήκαν έξω στο ξέφωτο. Και άμα το πρωί τον βρήκανε παγωμένο, είπαν πως αυτός είχε πια δραπετεύσει από τον εαυτό του. Εκείνη που χάθηκε τόσο απρόσμενα πριν από μερικούς μήνες, ήταν το αίμα που έπνιξε τη ζωή του. Οι δυο τους, ο Φίλος Χάιν και εκείνος, καπνίζουν στο περίπτερο του πάρκου. Και το φεγγάρι μοιάζει τόσο παλιό όσο και ο χρόνος, όσο και τα ζητήματα που συζητούν οι δυο τους.
Απόστολος Θηβαίος
